Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

10. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 2ο]


Είχε πάει μεσημέρι πλέον και η ζέστη είχε γίνει ανυπόφορη. Ενημέρωσα τον κύριο Θανάση, πως θα έπρεπε να πάω στην ταβέρνα του χωριού για να παραλάβω την καθημερινή παραγγελία του μεσημεριανού φαγητού των εργατών, και πως μετά το φαγητό θα έπεφταν για απογευματινή ξεκούραση. Με ρώτησε γιατί δεν είχα κανονίσει αυτή την δουλεία να την κάνει κάποιος από τους δυο έλληνες επιστάτες. Του απάντησα πως δεν μου είχε περάσει από το μυαλό αυτή η ιδέα.

«Πραγματικά είσαι απίστευτο κουτάβι,» μου είπε. «Δεν είσαι καθόλου καλός στο να διαχειρίζεσαι ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ολοφάνερο πως είσαι μαθημένος να μην, δίνεις αλλά να παίρνεις εντολές». Δεν απάντησα και συνέχισε: «Θα πάμε μαζί να πάρουμε το φαγητό και να τους το πάμε και θα μιλήσω εγώ στους δικούς μας για τις νέες τους αρμοδιότητες».
«Μα, αυτό θα προκαλέσει υποψίες,» είπα, σηκώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής μου για να διαμαρτυρηθώ για αυτήν του την παρέμβαση.

Από τα μάτια του κατάλαβα πως θα έπεφτε χαστούκι, αλλά όταν πλέον συνειδητοποίησα τον λόγο ήταν πολύ αργά για να επανορθώσω. Ενστικτωδώς τραβήχτηκα πίσω και απέφυγα το χτύπημα.

Σηκώθηκε όρθιος και με πλησίασε. Τρόμαξα και αποτραβήχτηκα προς τα πίσω προστατεύοντας το πρόσωπο μου με τα χέρια μου.

«Τι σου είπα πριν μικρό και χαζό κουτάβι; Ε;! Δεν σου είπα πως θα με αποκαλείς πάντα, μα πάντα κύριο; Και δεν σου είπα επίσης πως θα δέχεσαι με σεβασμό την όποια τιμωρία σου; Θυμάσαι τι είχαμε πει γι’ αυτό το θέμα;» Δεν τόλμησα να απαντήσω και συνέχισε με αυστηρή φωνή: «Είπαμε, πως όποτε θα κάνεις την βλακεία να αποφεύγεις την τιμωρία σου, αυτή θα διπλασιάζεται. Οπότε έχουμε και λέμε: Ένα χαστούκι που δεν με αποκάλεσες κύριο, και ένα γιατί τραβήχτηκες για να τ’ αποφύγεις. Πόσο μας κάνει; Απάντησε χωριατόπαιδο!»

«Δύο, κύριε,» απάντησα όταν κατάλαβα πως έτσι είχαμε συμφωνήσει για το ιδιότυπο αυτό παιχνίδι. «Δύο χαστούκια κύριε».
«Κι’ όμως κάνεις λάθος κουταβάκι. Τα χαστούκια είναι τέσσερα. Μπορείς να καταλάβεις γιατί; Έλα, δεν είναι δύσκολο, θα σου δώσω λίγο χρόνο να το σκεφτείς».

Είχα αρχίσει να τρομάζω γιατί ήμουν σίγουρος πως μόνο δυο χαστούκια δικαιούμουν κι όχι τέσσερα όπως έλεγε. Άρχισα να πιστεύω πως τελικά ο κύριος Θανάσης ήταν στην πραγματικότητα κάποιος τρελός. Έστεκε όμως με αυστηρό βλέμμα απέναντί μου, χωρίς να κουνιέται, δίνοντας μου λίγο χρόνο να ηρεμήσω και να σκεφτώ πιο καθαρά. Τότε μου ήρθε η απάντηση μέσα στο μυαλό.

«Επειδή... Επειδή όταν σηκωθήκατε για να με δείρετε τραβήχτηκα προς τα πίσω και σκεπάστηκα με τα χέρια;»
«Ακριβώς!» είπε με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. «Οπότε είσαι έτοιμος να υποστείς σαν καλό εκπαιδευόμενο κουτάβι τα οχτώ χαστούκια της τιμωρίας σου;»
«Οχτώ;! Μα...»
«Ξέχασες πάλι να με αποκαλέσεις κύριο, μικρέ. Άρα...»
«Ο έλεος!» αναφώνησα θυμωμένα. Είχε αρχίσει να με κουράζει αυτό το παιχνίδι που μου τέντωνε τα νεύρα.

Αυτό ήταν. Ο κύριος Θανάσης είχε χάσει την υπομονή του. Τέντωσε το χέρι του και γραπώνοντας μου δυνατά τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι μου προς τα πίσω. Για άλλη μία φορά σήκωσα τα χέρια μου για να ελευθερωθώ, μόνο και μόνο για να λάβω τα άγρια λεκτικά του δαγκώματα.

«Κάτω τα χέρια κοπρόσκυλο για’ θα σου κόψω τ’ αρχίδια! Κάτω γιατί αλλιώς θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου. Κάτω το κέρατό μου!»

Υπάκουσα και άφησα τα χέρια μου να γλιστρήσουν στο πλάι. Είχα τρομάξει κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

«Μέτρα δυνατά και καθαρά τα χαστούκια. Ξεκινάμε».
Έσκασε το πρώτο χαστούκι στο μάγουλο.
«Ένα,» είπα, προσπαθώντας να καταπιώ την σκέψη πως θα καθόμουνα να φάω άλλα επτά δυνατά σκαμπίλια.
«Ένα... Κύριε! Πόσο δύσκολο είναι γαμώ το στανιό μου να το μάθεις αυτό ρε τσογλάνι; Ε; Θέλεις να με βγάλεις απ’ τα ρούχα μου; Κανονικά είναι δεκάξι τα χαστούκια σου γιατί τόλμησες πριν να μου υψώσεις την φωνή, χωρίς καν να με αποκαλέσεις με τον σωστό τρόπο. Τώρα θα πρέπει να στα κάνω τριάντα δύο–»
«Έλεος κύριε!» φώναξα. «Έλεος, λυπηθείτε με! Θα μάθω σας το υπόσχομαι, θα μάθω κύριε».
«Όντως μικρέ, θα σε λυπηθώ γιατί είσαι πρωτάρης και επειδή είναι εβδομάδα προσαρμογής. Αλλά θα φας τα δεκάξι χαστούκια σου και θα τα μετράς χωρίς να ξεχάσεις να με αποκαλείς με τον σωστό τρόπο. ’Ντάξει;»
«Μάλιστα κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε».
«Συνεχίζουμε λοιπόν,» είπε και έσκασε το δεύτερο χαστούκι.
«Δύο, κύριε». Τρίτο χαστούκι. «Τρία, κύριε». Τέταρτο, πέμπτο...

Συνεχίστηκε αυτό μέχρι και το δέκατο έκτο χαστούκι, οπότε ελευθέρωσε το κεφάλι μου και έκατσε πίσω στην θέση του. Έγειρα μπροστά και πιάστηκα από το τραπέζι για να μην πέσω. Ζαλιζόμουν και νόμιζα πως έχανα την ισορροπία μου.

«Δεν είναι τίποτα,» μου είπε ψύχραιμα καθώς άναβε ένα τσιγάρο. «Είναι γιατί από το κούνα-κούνα και που σφίχτηκες, ζόρισες τ’ αυτιά σου. Κάτσε ακίνητος για ένα λεπτό και θα σου περάσει. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Πάντως, στο μέλλον θα σου συνιστούσα να μην σφίγγεσαι. Αυτό χειροτερεύει την ένταση με την οποία το σώμα σου δέχεται τα χτυπήματα».

Σήκωσα το χέρι μου και σφούγγισα λίγα δάκρυα που είχαν τρέξει στα μάγουλα με το μανίκι του πουκάμισού μου.

«Χριστέ μου! Αυτό πόνεσε,» είπα.
«Σ’ εμένα απευθύνεσαι μικρέ;» ρώτησε ο κύριος Θανάσης.
«Όχι, στον εαυτό μου κύριε».
«Α! Οκέι τότε. Στον εαυτό σου μπορείς ν’ απευθύνεσαι όπως θέλεις. Αλλά έτσι και απευθυνόσουν σε μένα και είχες ξεχάσει πάλι το "κύριος", θα ’πρεπε να σε τιμωρήσω πάλι».
«Όχι κύριε, αυτό θα ήταν περιττό. Έχω μάθει το μάθημα μου κύριε».

«Καλώς. Πίσω στο θέμα μας λοιπόν. Όπως έλεγα. Θα πάμε στο χωριό να πάρουμε το φαΐ να ταΐσουμε τα παιδιά και να ξεκαθαρίσουμε το θέμα με τους δικούς μας. Πώς τους λένε;»
«Κώστας και Στέλιος κύριε».
«Και ποια τα πόστα τους;»
«Ο Κώστας είναι υπεύθυνος για τις ελιές και το λάδι κύριε. Ο Στέλιος ξέρει και από κλάδεμα γιατί είχε δικά του χωράφια παλιότερα και τον έχω για πιο γενικά καθήκοντα, κύριε».
«Οπότε θα βάλουμε τον Στέλιο να κάνει την δουλειά. Έχουν αμάξι;»
«Μάλιστα κύριε. Ο Κώστας έχει. Αλλά για δουλειές της φάρμας έχω το φορτηγάκι, κύριε».
«Οκ, ας μην χάνουμε χρόνο λοιπόν,» είπε καθώς πετάχτηκε όρθιος.

Παρόλο που είχε αρκετά κιλά παραπάνω, και είχε περάσει τα πενήντα, δεν μπόρεσα να μην προσέξω πως ήταν πολύ σβέλτος και κινητικός. Προφανώς θα πρέπει να ήταν αληθινός στρατόκαυλος όταν ήταν στον στρατό.



Τα πράγματα έγιναν όπως είπε. Παραλάβαμε το φαγητό, το παραδώσαμε, έπιασε τον Στέλιο, παρόλες τις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις μου, και του είπε για τις αλλαγές. Ο Στέλιος δέχτηκε χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις. Επιστρέψαμε σπίτι όταν η ώρα κόντευε τρεις.

«Λοιπόν, πάει κι’ αυτό κουτάβι,» είπε ο Κύριος Θανάσης. «Ομολογώ πως ψιλοπείνασα. Έχει τίποτα να φάμε;»
«Ομολογώ πως δεν έχω ετοιμάσει τίποτα μαγειρευτό, κύριε. Σπάνια μαγειρεύω τα μεσημέρια, τουλάχιστον το καλοκαίρι μου έχει ζέστη. Συνήθως την βγάζω με καμιά σαλάτα, κύριε».
«Α, όλα κι’ όλα μικρέ. Από στερήσεις και σπαρτιατικές νοοτροπίες έχω χορτάσει στην ζωή μου. Θέλω να φάω κάτι καλύτερο απ’ αυτό που μου προτείνεις. Στο κάτω-κάτω, είμαι φιλοξενούμενός σου. Οφείλεις να με περιποιηθείς με το παραπάνω. Να σου πω: κότες έχεις;»
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα φοβούμενος για τα χειρότερα. Αλλά με διέψευσε.
«Ωραία! Τέλεια! Άρα θα έχεις και χωριάτικα αυγά. Λοιπόν. Θα πάς και θα μου κάνεις πατάτες τηγανιτές μ’ αυγά. Θα κόψεις και μια ντομάτα και θα περάσουμε τέλεια».
«Είστε σίγουρος κύριε; Μήπως θα σας πειράξει μ’ αυτή την ζέστη;»
«Δεν με πειράζει τίποτα. Τσακίσου γιατί πεινάω. Αλλά πρώτα πάμε μέσα να μου δείξεις το σπίτι και το δωμάτιό σου, να βάλω τον σάκο μου και να φορέσω κάτι πιο άνετο».

Τον ξενάγησα στο σπίτι του οποίου η παλαιά ατμόσφαιρα που ανέδυε του άρεσε. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ο συνδυασμός της πέτρας με το ξύλο, τα χίλια δυο μικρά ή μεγάλα μπιχλιμπίδια του παρελθόντος, κληρονομιά των παππούδων μου που φρόντισα να διασώσω και να τα φυλάξω ως ψηφίδες ενός παρελθόντος που δεν υπήρχε πια.

Είδε το δωμάτιο μου και ενέκρινε το παλιό διπλό κρεβάτι που είχα, φτιαγμένο από ξύλο και με δοκάρια στις άκρες, από τα οποία κρέμονταν κουνουπιέρες για να προστατεύομαι από τα κουνούπια τα βράδια.

Έβαλε τον σάκο του σε μια καρέκλα και με διέταξε να τσακιστώ να αρχίσω το μαγείρεμα, όσο αυτός θα άλλαζε σε κάτι πιο "άνετο".

Υπακούοντας στις εντολές του, και με τα μάγουλα μου ακόμη ζεστά από τα δυνατά σκαμπίλια που είχαν φάει πριν από λίγο, κλείστηκα στην κουζίνα όπου και έμεινα για κάνα μισάωρο φτιάχνοντας το φαγητό που μου είχε παραγγείλει. Όταν βγήκα, τον βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι φορώντας ένα λευκό φανελάκι και ένα κοντό αθλητικό σορτς. Είχε βγάλει και τα παπούτσια του και φορούσε τις κλασσικές στρατιωτικές σαγιονάρες, τις οποίες δεν πίστευα πως θα έβλεπα ποτέ ξανά στην ζωή μου.

«Έτοιμο το φαΐ μικρέ;» με ρώτησε ήρεμα.
«Μάλιστα, κύριε,» του απάντησα με κάπως δυνατή φωνή. Ο φαντάρος του παρελθόντος που κρυβότανε μέσα μου για χρόνια, είχε αρχίσει να ξυπνάει.
«Έτσι σε θέλω μικρέ!» απάντησε καθώς τινάχτηκε όρθιος. «Τσαγανό! Σιγουριά και ντομπροσύνη. Θα σε κάνω εγώ να πετάς. Φέρε να φάμε ’δώ έξω. Έχει ωραία δροσιά. Φυσάει πάντα έτσι το μεσημέρι;»
«Μετά τον Ιούλιο έχει συνήθως αυτό το ελαφρό αεράκι που ξεκινάει από το μεσημέρι και κρατάει μέχρι που να πάει να δύσει ο ήλιος, κύριε».
«Ωραία, πολύ ωραία. Στην Σαλονίκη, μιλάμε, πρέπει να ψήνεται ο τόπος...» Γύρισε και με κοίταξε. «Ακόμη ’δώ είσαι μικρέ; Τσακίσου λέμε!»

Πετάχτηκα μέσα και βάλθηκα να κουβαλάω την πιατέλα με τις πατάτες που στράγγιζαν πάνω σε απορροφητικό χαρτί. Το τηγάνι με τα αυγά να βράζουν ακόμη μέσα στο λάδι, και τέλος την σαλάτα και τις φέτες του ψωμιού.

Έκατσε και πήρε θέση στο τραπέζι που υπήρχε το κέντρο της βεράντας και άρχισε να τρώει με βουλιμία, ενώ εγώ καθόμουνα και τον κοίταζα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Φαίνεται να το αντιλήφθηκε και με μπουκωμένο στόμα μου είπε να παλουκωθώ και να φάω.

«Μπορώ;... Κύριε; » τον ρώτησα.
«Το ’σωσες... Φυσικά και μπορείς μικρέ. Είπαμε. Εδώ είν’ Ελλάδα. Μην κάνεις ό,τι βλακεία βλέπεις στις τσόντες και διαβάζεις στα χαζό-τέτοια του ιντερνέρ. Τώρα είναι ώρα φαγητού και θα φάμε. Εμπρός. Σε διατάζω».

Έπραξα όπως μου είπε. Σύντομα αδειάσαμε και γυαλίσαμε τα πιάτα με το ψωμί. Με ρώτησε αν είχα μπύρα και του έφερα αμέσως. Όταν την ήπιε, μου επέτρεψε να μαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα. Όταν τέλειωσα πρότεινε να πάμε μέσα για να ξαπλώσουμε.



Με έπιασε από το χέρι και με πήγε μέσα στο υπνοδωμάτιό μου. Είδα πως είχε ανοίξει τον σάκο του και είχε βγάλει λίγα από τα ρούχα του και τα είχε ταχτοποιήσει σε μία καρέκλα. Κατάλαβα πως είχε σκοπό να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε μαζί. Με έβαλε να ξαπλώσω σαν μικρό παιδί: Με κάθισε, με γύρισε και με έπραξε απαλά στο στήθος για να ξαπλώσω κάτω. Μετά, ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασε. Ένοιωσα αμήχανα, και μάλλον το κατάλαβε.

«Να σε ρωτήσω,» είπε. «Εσύ μόνο σουρωμένος κάνεις κρεβάτι;»
«Ε... εγώ, δηλαδή...»
«Μίλα ελεύθερα. Αν είναι να περάσουμε καλά οι δυο μας, θα πρέπει να μου πεις κάποια πράγματα για σένα. Έχεις κοκκινίσει ολόκληρος. Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Μάλιστα... κύριε! Μάλιστα. Μου συμβαίνει όταν νιώθω αμηχανία ή ντρέπομαι ή νιώθω άβολα... και τέτοια... κύριε».
«Δεν είχες ποτέ σου γκόμενο;»
«Όχι, κύριε».
«Νιώθεις άβολα δηλαδή που ξαπλώνουμε εδώ πέρα μαζί δηλαδή;»
«Για να είμαι ειλικρινής...»
«Να είσαι! Αυτό είναι διαταγή και κανόνας. Στον κύριό σου θα λες πάντα, μα πάντα την αλήθεια. Να το θυμάσαι αυτό. Είναι κα-νό-νας», συλλάβισε την τελευταία λέξη με έμφαση.

«Μάλιστα, κύριε. Για να είμαι ειλικρινής, νιώθω αρκετά άβολα. Δεν έχω συνηθίσει να μοιράζομαι το κρεβάτι μου με άλλον. Ό,τι και να γινότανε με άλλους άντρες, στο τέλος καταλήγαμε πάντα ο καθένας στο κρεβάτι του».
«Μάλιστα... Ωραία. Πολύ γουστάρω. Έχω τόσα πολλά να σου μάθω μικρό κουτάβι. Πραγματικά είσαι κελεπούρι για μένα. Λοιπόν,» είπε με έμφαση. «Για να σπάσει ο πάγος, και να σπάσει λίγο απότομα για να μην το ξημερώσουμε, πάρε μου ένα καλό τσιμπούκι να χαλαρώσω. Μια πίπα είναι ό,τι πρέπει μετά το γεύμα για να πάρω έναν καλό υπνάκο».
«Τώρα;»
«Εμ’ πότε; Αύριο; Τώρα φυσικά. Και σκύψε λίγο να φας το χαστούκι σου. Ξέρεις γιατί;»

Ήξερα, και έσκυψα γνωρίζοντας πως αν δεν το έκανα, θα ακολουθούσαν χειρότερα. Αφού με χαστούκισε, έβαλε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του και επανέλαβε την επιθυμία του για τσιμπούκι.

Αν και ομοφυλόφιλος, δεν ανήκα στην κατηγορία αυτών που με ευκολία, και υπό το προδοτικό φως της ημέρας, επιδίδονται με ευκολία στην σεξουαλική πράξη. Η σιγουριά όμως που ανέδυε ο κύριος Θανάσης, ο τρόπος με τον οποίον το βλέμμα, μα και η όλη στάση του σώματός του, πρόδιδαν πως περίμενε να εκτελεστεί η επιθυμία του, σύντομα με υπέταξαν.

Σηκώθηκα στα τέσσερα και πλησίασα τον καβάλο του. Έβαλα το χέρι μου επάνω του και τον ψηλάφισα. Δεν θυμόμουν και πολλά από την προηγούμενη φορά, και σίγουρα δεν θυμόμουν το πέος και τις διαστάσεις του. Έτσι, ένοιωσα μια έκπληξη όταν ένοιωσα το μέγεθός του πέους του που, ενώ ήταν ακόμη πεσμένο, γέμισε με ευκολία την παλάμη μου.

«Έτσι μπράβο μικρέ,» είπε βγάζοντας έναν μακρύ αναστεναγμό. «Παίξε μαζί του, κάνε χαδάκια. Δεν δαγκώνει. Αλλά μη μας πάρει και πολύ. Θέλω να κοιμηθούμε και καμιά ωρίτσα».
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα, και έστρεψα πάλι την προσοχή μου στο πέος του που τώρα σιγά-σιγά σκλήραινε.

Το χάιδευα πάνω από το γλιστερό ύφασμα του αθλητικού του κοντού σορτς και το ένιωθα να σηκώνεται και να πιέζει το ύφασμα με όλο και αυξανόμενη ένταση. Σύντομα κατάλαβα πως ήταν η ώρα να το ελευθερώσω από τα δεσμά του. Έπιασα το λάστιχο του σορτς και το τράβηξα προς τα κάτω, ασφαλίζοντάς το κάτω από τους όρχεις. Φάνηκε το λευκό του σλίπ, κάτω από το οποίο διαγραφόταν καθαρά τώρα το σχήμα του πέους. Ήταν μεγάλο και χοντρό. Έσκυψα και το φίλησα απαλά μερικές φορές.

«Ω, ναι! Μικρέ καυλιάρη... Αγαπάς τον πούτσο μου έτσι; Θέλεις πολύ να τον φας, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Όλος δικός σου μικρέ. Κάν’ τον ’να μπανάκι με την γλώσσα σου να δροσιστεί».

Με τον ίδιο τρόπο κατέβασα το λάστιχο του σλίπ και το ασφάλισα κάτω από τους μεγάλους όρχεις που συνόδευαν τον ανδρισμό του. Ένα μεγάλο και σκληρό πέος βρισκότανε τώρα μπροστά μου. Αν και χωρίς να έχει κάνει περιτομή, το κεφαλάκι βρισκόταν σχεδόν όλο εκτεθειμένο, κατακόκκινο και πρησμένο, έτοιμο να εκραγεί.

Άνοιξα το στόμα μου, και σκύβοντας μπροστά το έβαλα μέσα στο στόμα μου. Ένοιωσα την θερμότητά του να μεταφέρετε στα τοιχώματα του στόματός μου. Ήταν σαφές πως το αίμα που κυλούσε τώρα μέσα του, ήταν καυτό και έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να δροσιστεί. Άρχισαν να ανεβοκατεβάζω το στόμα μου, προσπαθώντας να το βάλω μέσα του όσο περισσότερο. Ήταν αδύνατον να το χωρέσω ολόκληρο. Λίγο παραπάνω από το μισό, και αυτό με το ζόρι. Συνέχισα έτσι για λίγο μέχρι που μου είπε να συνεχίζω να πιπιλάω μόνο το κεφαλάκι, όσο αυτός θα την έπαιζε για να χύσει.

Έπραξα όπως μου είπε και έγλυφα με την γλώσσα μου μόνο το κεφαλάκι, σκαλίζοντας παιχνιδιάρικα που και που την ουρήθρα του. Αυτός, με το χέρι του τυλιγμένο γύρω από το ζεστό αυτό κομμάτι κρέατος που παλλότανε από την πίεση, το έπαιζε μαστόρικα με έναν αυξομειωμένο ρυθμό που σύντομα τον έκανε να βγάλει μερικούς δυνατούς αναστεναγμούς που πρόδωσαν την άμεσα επερχόμενη έκρηξη τεστοστερόνης.

Πήγα να τραβηχτώ, αλλά με ένα γάβγισμα που μου πάγωσε το αίμα, με διέταξε να παραμείνω όπως ήμουν στην θέση μου. Κατανοώντας τα μελλούμενα, έκλεισα το στόμα και τα μάτια μου. Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το παχύρρευστο σπέρμα του να σκάει πάνω στο πρόσωπό μου. Εφτά με οχτώ δυνατές βολές που με πασάλειψαν παντού. Έμεινα ακίνητος, καθώς αργά κατέβαζε τον ρυθμό και προσπαθούσε να βρει την ανάσα του. Φοβισμένος από την αγριοφωνάρα του, δεν τόλμησα να κάνω το οτιδήποτε, ακόμη και να σκουπιστώ και να ανοίξω τα μάτια μου.

«Αχ, καύλα,» είπε σχεδόν αμέσως μετά. «Έτσι θέλω. Να σε βλέπω πασαλειμμένο με τα χύσια μου. Μικρέ, κανόνας: Το σπέρμα του κυρίου σου δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνει χαμένο. Αν τολμήσεις ποτέ σου ξανά να τραβηχτείς για να τ’ αποφύγεις, όπως έκανες τώρα, να ξέρεις πως δεν θα την γλιτώσεις με μερικά χαστούκια. Τώρα, σκούπισε τα μάτια σου μόνο, και τα χύσια από τα χέρια σου θα τα σκουπίσεις πάνω σου. Μετά έλα κι άραξε δίπλα μου χωρίς να σκουπιστείς καθόλου».

Έκανα όπως με διέταξε και ξάπλωσα δίπλα του. Κοίταζα το ταβάνι χωρίς να τολμάω να γυρίσω και να τον δω, σκεφτόμενος τα όσα είχαν μόλις γίνει. Δεν συνήθιζα να δέχομαι το σπέρμα αγνώστων αντρών επάνω μου, πόσο να το πάρω μέσα μου, είτε από μπροστά, είτε από πίσω. Αλλά αυτός σίγουρα θα είχε άλλα σχέδια. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του το πω, αλλά χωρίς να τον τσατίσω.

Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίον με είχε μόλις "χρησιμοποιήσει", με είχε αναστατώσει κάπως, ψυχικά και σωματικά. Απόδειξη του τελευταίου ήταν η στύση που είχα κάτω από την αγροτική μου φόρμα, και που την ένιωθα να πιέζει με δύναμη. Αναρωτήθηκα αν ο κύριος Θανάσης είχε παρατηρήσει το αντίσκηνο που είχε σχηματιστεί στον καβάλο μου. Η απάντηση ήρθε αμέσως με ένα ελαφρύ ροχαλητό. Προφανώς τον είχε πάρει ο ύπνος.

Έκλεισα και εγώ τα μάτια μου, προβάλλοντας στο μυαλό μου διάφορες κλασσικές φαντασιώσεις που είχα αποθηκευμένες στην νοητική βιβλιοθήκη του εγκεφάλου, μου για χρήση όταν είχα καύλες. Έβαλα το χέρι μου επάνω στην φόρμα μου και πίεσα τον πέος μου, ενισχύοντας έτσι την όλη αίσθηση της ηδονής.

Φοβούμενος να μην ξυπνήσω την κύριο Θανάση, δεν τόλμησα να κατεβάσω το φερμουάρ μου και να αυνανιστώ. Συνέχισα να χαϊδεύομαι απαλά πάνω από το ύφασμα, ενώ στο σπέρμα του κύριου Θανάση είχε υγροποιηθεί και έσταζε από το πρόσωπό μου. Και ενώ θα έπαιρνα όρκο πως θα ήταν αδύνατον να κοιμηθώ δίπλα σε αυτόν τον επιβλητικό άγνωστο που ροχάλιζε απαλά δίπλα στο αυτί μου, εξέπληξα τον εαυτό μου ξυπνώντας σχεδόν δυο ώρες μετά, νιώθοντας ένα ελαφρύ σκούντημα στα πλευρά μου.

Το τι έγινε μετά, και αργότερα το βράδυ όμως, είναι μία άλλη ιστορία...


[Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 3°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

9. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 1ο - πιλοτικό επεισόδιο]


Δεν μπορώ με ακρίβεια να πω τους λόγους που με ώθησαν να υιοθετήσω στην ενήλική μου ζωή τον ρόλο του σκλάβου. Από ψυχολογικής απόψεως, τα πάντα, θεωρητικά τουλάχιστον, έχουν μία αιτία. Είτε αυτό είναι κάποιο απωθημένο παιδικό τραύμα, είτε κάποια ενοχή ή επιθυμία ή οτιδήποτε άλλο.

Ως ένα σημείο, όπου αναλύω την παιδική ζωή μου, καταλήγω σε κάποια συμπεράσματα, που όμως δεν μπορώ να σιγουριά επιστήμονα να πω αν είναι σωστά ή όχι. Η αγροτική μου καταγωγή με κάνει επιφυλακτικό στην έκφραση τέτοιων απόψεων. Αν και για τα δεδομένα του χωριού καταγωγής μου θεωρούμε σπουδαγμένος, μιας και είμαι από τους λίγους που τελείωσαν αγροτικό Τ.Ε.Ι.

Στα παιδικά μου χρόνια, πριν ακόμη πάω στο γυμνάσιο, οι γονείς μου με άφηναν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στο χωριό, ενώ αυτοί παρέμεναν στην Αθήνα, απολαμβάνοντας κατά κάποιον τρόπο την απουσία μου. Το γεγονός πως αυτοί δεν ασχολήθηκαν με τα χωράφια του, έκανε τον παππού να μιλάει άσχημα πολλές φορές για τον πατέρα μου, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε ψυχολογική πίεση σε μένα για να με πείσει να ασχοληθώ με την γη. Η πίεση όμως που μου ασκούσε δεν ήταν πάντα μόνο ψυχολογικής μορφής.

Ο παππούς μου πίστευε στο βιβλικό δόγμα: «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», και έτσι, όταν έκανα κάποια σκανδαλιά ή ξεχνούσα να κάνω τις αγροτικές εργασίες που μου ανέθετε, δεν λυπόταν καθόλου την τιμωρία μου, η οποία ήταν ανάλογη με το παράπτωμα που είχα διαπράξει. Ξεκινούσε από απλά χαστούκια στον πισινό, στα μάγουλα, και το πιο άγριο, όταν με τράβαγε στο ποιμνιοστάσιο, όπου με πήγαινε για να μην τον πρήζει η γιαγιά, όπου με έγδυνε και που έσκιζε τις σάρκες με τις βίτσες που είχε για τα ζώα. Πολλές φορές, όταν γυρνάγαμε σπίτι και η γιαγιά μου έβαζε λάδι στις πληγές, μάλωνε με την γιαγιά που του έλεγε συνεχώς πως τα ίδια έκανε και με τον Αντωνάκη, τον πατέρα μου, και πως για αυτό πήρε τον ομματιών του και έφυγε από κοντά τους. Τότες, βέβαια, ήμουνα μικρό και παιδί, αλλά τώρα που μεγάλωσα, καταλαβαίνω γιατί και ο πατέρας μου δεν λυπότανε τα χαστούκια όταν θύμωνε ή έκανα κάτι κακό.

Πολλοί από εσάς θα νομίζετε πως μισούσα τον παππού μου και πως θα ήμουνα πολύ δυστυχισμένο αγόρι, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Ο παππούς μπορεί να ήτανε παλαιών αρχών και αυστηρός, ήτανε όμως και δίκαιος. Όταν με τιμωρούσε, πράγματι θα είχα κάνει κάποια σκανδαλιά, κάποια ζημία ή θα είχα αμελήσει τις εντολές που μου είχε δώσει. Ενώ, άμα είχα κάνει τα πάντα σωστά, τότε με αντάμειβε με διάφορα δώρα, όπως βόλτες με το άλογο στο δάσος ή στο Γεροντόρεμα που βρισκότανε πίσω από το βουνό. Αυτές ήταν και οι ποιο ευχάριστες αναμνήσεις μου με τον παππού, γιατί με κατέβαζε από το άλογο και μου μάθαινε τα μυστικά της φύσης: Να ξεχωρίζω τα πουλιά, να διαβάζω τα ίχνη από τα ζώα, να ξεχωρίζω τα καλά μανιτάρια από τα δηλητηριώδη, να βρίσκω τον προσανατολισμό μου μέσα στο σκοτεινό δάσος.

Φαντάζομαι πως αυτός ο συνδυασμός της υπακοής και της επιβράβευσης, με την τιμωρία στα παραπτώματα, κατέληξαν να διαμορφώσουνε αυτόν τον υποτακτικό χαρακτήρα που έχω σήμερα, και την συνεχή ανάγκη για καθοδήγηση με επιβράβευση ή τιμωρία.

Όταν ήμουνα δεκατριών ετών και πήγαινα στην πρώτη γυμνάσιου, λίγο μετά το Πάσχα, μας πήρε η γιαγιά τηλέφωνο με τα άσχημα νέα. Ο παππούς ήταν στα τελευταία του. Η μεγάλη ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών σε συνδυασμό με το κρύωμα που δεν πρόσεχε και το γύρισε σε οξύ πνευμονία του κόστισαν τελικά την ζωή. Έκλαψα πολύ για τον παππού, και μέχρι σήμερα τον θυμάμαι με πόνο και αγάπη. Και ας είναι η αιτία που έχω μερικά σημάδια στο σώμα μου επάνω. Μετά από αυτό η γιαγιά το πάλεψε μόνη της για μερικά χρόνια, ώσπου παράτησε και αυτή το χωριό και τα χωράφια για να πάει να μείνει στην θεία μου την Μερόπη στην Θεσσαλονίκη, όπου και έκλεισε τα μάτια της δέκα χρόνια αργότερα.

Στο μεταξύ, εγώ μεγάλωσα, και όσο έβλεπα το χάλι της Αθήνας τα καλοκαίρια, τόσο μεγάλωνε μέσα μου ο σπόρος που είχε φυτέψει ο παππούς μου. Έτσι, όταν έφτασα δευτέρα λυκείου, και φαινότανε καθαρά πως δεν θα περνούσα σε κανένα πανεπιστήμιο (γιατί είχα ήδη ανακαλύψει την κλίση μου στα αγόρια και τα είχα γράψει όλα τα παλιά μου τα παπούτσια), είδα, έψαξα, ρώτησα και έμαθα και κανόνισα να περάσω σε αγροτικό Τ.Ε.Ι. Εκεί έμαθα όσα χρειαζόμουνα να μάθω, αν και πιστεύω πως περισσότερο με βοήθησαν τα διδάγματα του παππού, παρά οι αερολογίες πολλών καθηγητών οι οποίοι ίσως και ποτέ να μην είχαν σκάψει την γη.

Μετά το στρατιωτικό, και αφού συμφώνησε και η θεία να μου παραχωρήσει με ενοίκιο την μισή περιουσία που μας άφησε ο παππούς, πήρα των ομματιών μου και έφυγα από την Αθήνα. Επέστρεψα στο σπιτικό του παππού και της γιαγιάς, το οποίο αφού έστρωσε με τα μερεμέτια, έγινε ένα ωραίο σπιτικό με κάποιες ανέσεις της πόλης που θα κάνανε τον παππού να φρίξει.

Τα πρώτα χρόνια ήτανε δύσκολα. Καλομαθημένος από την Αθήνα και την ευκολία εύρεσης ερωτικού συντρόφου, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να συνηθίσω την μοναξιά της επαρχίας, και μάλιστα, αυτή του στενού περίγυρου ενός χωριού διακοσίων και κάτι κατοίκων. Ευτυχώς βέβαια, που η πρωτεύουσα του νομού βρισκότανε μόλις τριάντα χιλιόμετρα μακριά, ενώ η Θεσσαλονίκη ήτανε μία ώρα και κάτι με το αυτοκίνητο.

Τα χρόνια αυτά ήτανε σχεδόν «στεγνά», χωρίς σχέσεις και σαρκικές επαφές, μιας και είχα βάλει όλη την ενέργεια στο να ξαναζωντανέψω τα χωράφια του παππού. Όταν τα πράγματα καταφέρανε και μπήκανε σε έναν δρόμο, και άρχισα να νιώθω την μοναξιά να πέφτει πάνω μου σαν βαρύ πέπλο, αποφάσισα να πάρω δραστικά μέτρα.

Στην αρχή βρισκόμουνα με αγόρια της χώρας τα οποία εξιτάρωνταν από το γεγονός πως ήμουνα αγρότης. Τα τρία χρόνια συνεχείς ενασχόλησης με την γη είχαν διώξει από επάνω μου το περιττό λίπος και το είχαν αντικαταστήσει με γυμνασμένους μύες. Η ικανοποίηση που λάμβανα όμως από τα αγόρια αυτά ήταν μικρή σε σχέση με αυτό που περίμενα, ακριβώς λόγω του ότι τα περισσότερο ήταν παθητικής ιδιοτροπίας, και η σκέψη για κάτι πιο σκληρό δεν περνούσε καν από το μυαλό τους.

Όλα αυτά άλλαξαν όμως όταν κάποια στιγμή οι ανιχνεύσεις μου με φέρανε στην Θεσσαλονίκη. Εντωμεταξύ είχε έρθει και στο χωριό, επιτέλους το ιντερνέτ και μπορούσα και είχα επικοινωνία με άτομα από εκεί. Δεν αποκάλυπτα βέβαια σε κανέναν την επιθυμία μου για μια «σκληρή» σχέση, αλλά λάμβανα πολύ πληροφόρηση από ξένες ιστοσελίδες που με βοήθησαν και να καταλάβω το ποιος είμαι και το τι, μάλλον, ζητάω.

Η γνωριμία μου με τον Θανάση, που αργότερα θα εξελίσσονταν σε Αφέντη, έγινε σε «ύποπτο» μπάρ στα Λαδάδικα. Αρχικά δεν έδινε την εντύπωση ενός αυταρχικού και σκληρού άντρα. Το ανάποδο. Ήταν κοντούλης και είχε αρκετά παραπανίσια κιλά. Αυτό που, υποθέτω, με τράβηξε κοντά του ήταν αυτή η ανεξήγητη αύρα αυτοπεποίθησης που ενέπνεε στο περιβάλλον, παρόλη την ασυμβίβαστη, σε σχέση με την γκέι κουλτούρα, εμφάνισή του. Έκατσα δίπλα του και σύντομα, σαν αρπαχτικό που αποδείχτηκε αργότερα, έπιασε συζήτηση μαζί μου που συνοδευότανε από ένα ασταμάτητο κέρασμα ποτού. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την βραδιά. Την άλλη μέρα όμως, όταν ξύπνησα στο σπίτι του φορώντας μονάχα στο σλίπ μου, κατάλαβα από τις κουβέντες του πως μάλλον είχα πει πάρα πολλά.

Έπρεπε να φύγω, και αφού ανταλλάξαμε αριθμούς τηλεφώνων έφυγα για το χωριό, γιατί το απόγευμα θα έρχονταν οι πρώτοι εποχικοί εργάτες για τον θερισμό. Μου υποσχέθηκε πως θα με επισκεπτότανε σύντομα κάποιο σαββατοκύριακο για να «ξαναζήσουμε ωραίες στιγμές», όπως χαρακτήρισε το βράδυ, από το οποίο εγώ δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα. Για λίγο καιρό μάλιστα, περνούσε από το μυαλό μου η σκέψη για το εάν έβαλε τίποτα στο ποτό μου, από τα χαπάκια εκείνα που σε κάνουν να μην θυμάσαι τίποτα.

Οι πρώτες μέρες και το πρώτο σαββατοκύριακο πέρασαν χωρίς νέα του, και συν του ότι δεν θυμόμουνα καμία «ευχάριστη στιγμή», δεν ένιωθα ιδιαίτερη απογοήτευση. Μονάχα περιέργεια που έσβηνε όσο περνούσαν οι ημέρες που ήταν πολυάσχολες με τις εργασίες και τον έλεγχο των εργατών.

Οι εργάτες ήταν στο σύνολό τους ξένοι μετανάστες. Μόνο δύο έλληνες είχα που και αυτούς τους είχα σε πόστα επιστατών. Οι έλληνες δεν μπορώ να πω πως ήτανε ελκυστικοί. Πιο πολύ με έλκυε ένας σαραντάχρονος Πακιστανός, ο Φαρούκ, που ήταν και ο αρχηγός κατά κάποιο τρόπω των υπόλοιπων Πακιστανών εργατών. Εκτός του ότι μου άρεσε γιατί η συμπεριφορά του ήταν σωστή, και όχι κουτοπόνηρη όπως λένε πολύ, ενέπνεε και τους υπόλοιπους εργάτες να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στις εργασίες. Με συζήτηση που με έκανε να ντρέπομαι απέναντί του για τα αγγλικά μου, με έπεισε πως άξιζαν πράγματι παραπάνω λεφτά για τον κόπο τους και συμφωνήσαμε και για αύξηση.



Υποθέτω, πως αυτό που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν ακριβώς αυτό: ο τρόπος με τον οποίον επιβάλλονταν στους υπόλοιπους, χωρίς να καταφεύγει σε χειροδικίες. Μιλούσε κοιτάζοντας τον άλλον στα μάτια, έκανε απότομες χειρονομίες με τα χέρια του και διατηρούσε πάντα μία αυστηρή φωνή. Σύντομα, ο Φαρούκ άρχισε τα βράδια να τρυπώνει στις φαντασιώσεις μου, και όσο περνούσε ο καιρός τόσο με σκλάβωνε, σε σημείο που άρχισα να γίνομαι απρόσεχτος. Έπιανα τον εαυτό μου στην σκιά του δέντρου να έχω το βλέμμα μου κλειδωμένο επάνω του, και όταν σε στιγμές έντονης ζέστης έβγαζε την μπλούζα του, εμφανίζοντας το σκληραγωγημένο από τις κακουχίες αντρίκειο σώμα του, ένιωθα τους παλμούς της καρδιάς μου να αυξάνονται επικίνδυνα.

Νομίζω πως σύντομα ο ίδιος μα και οι υπόλοιποι εργάτες είχαν καταλάβει τις «διαθέσεις» μου και τις φαντασιώσεις μου, και έπιανα που και πού τις πλάγιες ματιές που μου έριχναν και τα σαρδόνια χαμόγελα στις γεμάτες νόημα γκριμάτσες που έκαναν ο ένας στον άλλον. Δεν θα έβρισκα ποτέ το θάρρος όμως να τολμήσω να κάνω κάποια κίνηση, από φόβο μήπως γελοιοποιηθώ στον Φαρούκ και τους εργάτες, και άντε μετά να τους μαζεύω. Γιατί έτσι είναι οι απλοί άνθρωποι: κοπάδι. Άμα χάσεις μία φορά τον σεβασμό τους, δεν τον κερδίζεις ποτές ξανά.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν, όταν ένα πρωί, την ώρα που έπινα ακόμη τον καφέ μου μόνος στην βεράντα του σπιτιού, άρχισε το κινητό μου τηλέφωνο να χτυπά και είδα με έκπληξη πως ήτανε ο Θανάσης από την Θεσσαλονίκη. Το σήκωσα συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα πως ήτανε Σάββατο και ένοιωσα τους παλμούς μου να αυξάνονται. «Έχει πλάκα», σκεφτικά.

Πράγματι, ο Θανάσης είπε πως από ώρα είχε αφήσει την Θεσσαλονίκη και ήτανε κοντά στο χωριό. Μου έκανε κατάπληξη πως θυμότανε ακόμη το όνομα. Απλά είχε ψιλοχαθεί και βρισκότανε δυο χωριά παραδίπλα. Μου ζήτησε οδηγίες για το πώς να έρθει και του τις έδωσα. Σε δέκα με δεκαπέντε λεπτά θα έφτανε στο χωριό. Για να μη τον κουράσω με οδηγίες, παράτησα τον καφέ, κατέβηκα κάτω και πήρα το φορτηγάκι για να τον συναντήσω πριν το γεφύρι του χειμάρρου. Θα ήταν πιο εύκολο και θα γλιτώναμε πολύ ώρα με τον να με ακολουθήσει πίσω στο κτήμα. Περίπου μία ώρα αργότερα φτάσαμε έξω από το σπίτι και ανεβαίναμε τις σκάλες καθώς τον οδηγούσα να κάτσει στην βεράντα του πρώτου ορόφου. Εκεί βρισκότανε ο Φαρούκ σε μια καρέκλα και με περίμενε.

«Σε περίμενα αφεντικό», μου είπε ο Φαρούκ σε άπταιστα αγγλικά. Με ντροπή ανακαλώ στην μνήμη μου σήμερα, πως ποτέ δεν τον ρώτησα που έμαθε να μιλάει τόσο καλά αυτή την γλώσσα. «Έφυγες βιαστικά και δεν σε πρόλαβα. Τελείωσε το μάζεμα και είχες πει πως θα μου έδειχνες πού και πώς θέλεις να καθαρίσουμε γύρω-γύρω απ’ τα δέντρα».

«Ναι, Φαρούκ. Συγγνώμη. Είχα δουλειά να πάρω τον φίλο μου από ’δώ που ήρθε να με επισκεφτεί. Πάμε τώρα αν θες να σας δείξω».
Γύρισα το βλέμμα μου και είπα στον Θανάση: «Πρέπει να πάω μαζί του με το φορτηγάκι να του δείξω τι να κάνει με τα υπόλοιπα παιδιά. Θες να περιμένεις εδώ; Δεν θα κά—»
«Μπα, θα έρθω μαζί σου. Βαριέμαι μόνος μου. Ευκαιρία να μου δείξεις και το κτήμα».
Σήκωσα συγκαταβατικά τους ώμους σε μια κίνηση αμηχανίας και τυφλής αποδοχής και ξανακατεβήκαμε όλοι μαζί τα σκαλιά.
«Θα κάτσεις πίσω Φαρούκ;» τον ρώτησα. «Ο Θανάσης θα κάτσει—»
«Θα κάτσω και εγώ μαζί του τότε», πατάχτηκε πάλι ο Θανάσης, αφήνοντας με με το στόμα ανοιχτό.
«Ε, δεν είναι ανάγκη. Έχει χώρο...»
«Μπα. Όχι. Να ’σαι καλά. Αλλά θέλω πολύ να δω πως είναι να πηγαίνεις βόλτα στην καρότσα. Χωρίς ζώνες, παράθυρα και τέτοια χαζά...»

Πράγματι. Σε λίγο βρέθηκα να διασχίζω τα χωράφια προς την ανατολική άκρη όπου βρίσκονταν τα ελαιόδεντρα που θέλανε φρέζα και καθάρισμα. Ο Φαρούκ και ο Θανάσης έκατσαν πίσω στην καρότσα, και με μεγάλη περιέργεια τους έβλεπα από τον καθρέφτη να μιλάνε ο ένας στον άλλον, μάλλον στα αγγλικά, και μάλιστα, να έχει δημιουργηθεί και μία πρωτοφανή οικειότητα μεταξύ τους. Το πράσινο τέρας της ζήλιας άρχισε να φουντώνει επικίνδυνα μέσα μου, και συνειδητοποίησα με έκπληξη πως είχα θυμώσει.

Φτάσαμε και βρήκαμε τους υπόλοιπους εργάτες να περιμένουν κάτω από την σκιά μερικών δέντρων. Με συντομία εξήγησα στον Φαρούκ το πώς και τι θα κάνουν. Τους έδειξα ποια εργαλεία και πως θα τα χρησιμοποιήσουν και έστρεψα μετά την προσοχή μου στον Θανάση.

«Θές να πάμε πίσω να σου κάνω έναν καφέ;» τον ρώτησα προσπαθώντας να πνίξω την επιθυμία μου για ερωτήσεις. Θυμήθηκα ξαφνικά τον παππού που μου μάθαινε πως η υπομονή πάντα σε ανταμείβει κάποια στιγμή.
«Πώς; Αμέ,» απάντησε μονολεκτικά.

Ξεκινήσαμε και επιστρέψαμε πάλι στο σπίτι. Σύντομα βρεθήκαμε πάλι κάτω από την σκιά της πετρόκτιστης σκεπής της βεράντας. Πήγα μέσα όπου και του ετοίμασα τον Ελληνικό όπως μου τον ζήτησε, και βρεθήκαμε να καθόμαστε έξω στο ξύλινο τραπέζι ρουφώντας τους καφέδες μας. Επικράτησε αρχικά μια αμήχανη σιωπή που τελικά την έσπασε πρώτος αυτός.

«Ώστε αυτό είναι το σπίτι σου ε;»
«Ναι».
«Αυτό του παππού σου;»
«Σου μίλησα για τον παππού μου;» Ένευσε με το κεφάλι του. «Τί ακριβώς σου είπα εκείνο το βράδυ;»
«Πολλά... Πάρα πολλά. Φαίνεται πως δεν είσαι μαθημένος στο αλκοόλ παλικάρι».

Κύλησαν μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταφέρω να αρθρώσω την ερώτηση μου. «Μήπως μου έβαλες τίποτα στο ποτό μου;»
«Οχού... Πολλή τηλεόραση βλέπεις αγοράκι μου», απάντησε με στόμφο. «Απλά σούρωσες για τα καλά εκείνο το βράδυ και μπουρ-μπούρ-μπούρ, δεν έβαλες γλώσσα μέσα. Ο μόνος τρόπος που σε σταμάτησε ήταν όταν έβαλα τον πούτσο μου στο στόμα σου». Με κοίταξε στα μάτια. «Τι κοιτάς; Σαν μωρό έκανες. Το βούλωσες και άρχισες να το πιπιλάς λες και ήταν η ρόγα της μαμάς σου. Ηρέμισες, χαλάρωσες... Απλά καθόσουν στα γόνατα και τον έγλυφες».
«Ε, ειλικρινά... Δεν ξέρω αν θα το πιστέψεις, αλλά... έχω ένα τεράστιο κενό μνήμης για εκείνη την βραδιά».
«Ναι ε;»
Ένευσα καταφατικά.

«Τότε να σου θυμίσω περιληπτικά. Πήγαμε σπίτι μου. Έκανες εμετό δυο φορές και μου μίλησες για τα χωράφια σου, τον παππού σου, την μοναξιά σου, το κενό που νιώθεις την ζωή σου. Την πάλη που έχεις με την αγάπη σου για την αγροτική ζωή αλλά και το πρόβλημα της μικρής κοινωνίας του χωριού που σχολιάζει την έλλειψη ενδιαφέροντος προς το αντίθετο φύλο... Τέτοια...»
«Αυτά μόνο; Ε... θέλω να πω: τίποτα άλλο;»

Με κοίταξε με νόημα. Ρούφηξε δυνατά και προκλητικά μια γουλιά από τον καφέ του και μετά πήρε πάλι τον λόγο.

«Βεβαίως... Μου μίλησες για το πόσο πολύ σου αρέσει να σου λένε τι να κάνεις. Πως εκτός από την αγάπη σου για την γη και τα χωράφια, δεν ξέρεις τίποτα άλλο. Πως θα σου άρεσε να δοκιμάσεις κάτι πιο άγριο, κάτι πιο... καυλιάρικο...»
Έκρυψα το πρόσωπό μου στην παλάμη μου. «Θεέ μου! Δεν πιστεύω ότι είπα τέτοια πράγματα. Και μάλιστα σ’ έναν άγνωστο!»
«Ε! Ε! Για χαλάρωσε. Πολύ τραγικά το πήρες. Νομίζεις δεν σ’ έκοψα τι κουμάσι είσαι στο μαγαζί; Χαλάρωσε. Στο λέω από την αρχή να ’ξηγιόμαστε: δεν είμαι από ’κείνους που εκβιάζουν και απειλούν. Δεν ήρθα εδώ για κακό σκοπό. Άμα γουστάρεις... Άμα δε, την κάνω τώρα κιόλας...»

Έμεινα για λίγο σκεφτικός. «Αλήθεια λες;»
«Όχι, ψέματα. Να, έχω και την κρυφή κάμερα κριμένη στο τσαντάκι και καταγράφει. Χαλάρωσε αγροτόπαιδο... Εγώ απλά ήρθα να κάνουμε φάση που γουστάρεις. Άμα δε θέλεις... είπαμε: έφυγα τώρα κιόλας...»
«Ε... Κοίτα... Δεν είμαι αγροτόπαιδο εντάξει; Αθήνα μεγάλωσα...»
«Ναι, ναι... Μου τα ’πες όλα εκείνο το βράδυ. Κοίτα μικρέ... Και κοίτα να το συνηθίσεις το «μικρέ» γιατί έχουμε και είκοσι βάλε χρόνια διαφορά. Το ξέρω πως μεγάλωσες Αθήνα, αλλά παραδέξου το. Όπως και εσύ το είπες εκείνο το βράδυ πολύ ποιητικά, είσαι ένα παιδί, από τα λίγα, που τα πόδια του δεν αντέχουν να πατάνε στο τσιμέντο, αλλά θέλουν ν’ ακουμπάνε πάνω σε χώμα. Καλά δεν θυμάμαι;»

«Σου είπα και πως μου αρέσει να—»
«Να περπατάς ξυπόλητος στα χωράφια. Ναι, μου το ’πες και αυτό».
«Να πάρει ο διάολος! Υπάρχει τίποτα που να μην σου έχω πει; Και γιατί διάολε δε θυμάμαι τίποτα;»
«Δεν ξέρω... Τέλος πάντων. Θές να μείνω ή να φύγω;»
«Δώσε μου λίγο χρόνο να το σκεφτώ σε παρακαλώ».
«Σου δίνω ένα λεπτό», είπε απότομα.
«Ένα λέ—»
«Πενήντα έξι δευτερόλεπτα. Τρως χρόνο μικρέ... Δε θες να θυμώσω και να βγάλω το ζωνάρι και να σ’ αρχίσω στις γρήγορες;»

Στην μνήμη μου ήρθε η ανάμνηση του παππού που έβγαζε καμιά φορά την ζώνη του, την βαριά, την δερμάτινη, και μου κατέβαζε το βρακί και με άρχιζε στις γρήγορες. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν και εγώ, χωρίς να το καταλάβω χανόμουνα όλο και πιο βαθιά στις αναμνήσεις μου ώσπου μια στράκα κοντά στο πρόσωπό μου με επανέφερε.

«Τέλος χρόνου μικρέ. Λοιπόν; Τι θα γίνει;»
«Ε... Καλά... Κάτσε και βλέπουμε. Δεν είμαι σίγουρος αν θα γίνει τίποτα βέβαια... Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως είμαι λίγο τρομαγμένος. Ως τώρα ζούσα κάποια πράγματα μόνο στην φαντασία μου...»
«Το ξέρω μικρέ. Αυτό ήταν μου με καύλωσε πιο πολύ απ’ όλα πάνω σου, όταν μου είπες τις ανολοκλήρωτες φαντασιώσεις σου. Μήπως ξέχασες τι δουλειά κάνω;»
«Ε...»
«Χμ... Πραγματικά θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά... Γαμώ τη μου. Μόνο και μόνο στην σκέψη του πόσο παρθένο είσαι καυλώνω ο κερατάς. Θα σ’ εκπαιδεύσω καλά μικρό κουτάβι. Θα σ’ εκπαιδεύσω γαμάτα».

Τεντώθηκε απότομα μπροστά και με ταχύτητα γαζέλας άρπαξε το πρόσωπό μου με τα δυο του χέρια και το τράβηξε προς τα μπροστά. Ενστικτωδώς έβαλα τα χέρια μου στα δικά του και προσπάθησα να τραβήξω.

«Κάτω τα χέρια!» ούρλιαξε με φωνή που μου πάγωσε το αίμα. «Κάτω τα χέρια σκυλί για’ θα σε σκίσω!» Η φωνή του ήταν απότομη, κοφτή, ένα λεκτικό καμτσίκι που έσκαγε πάνω στην ψυχή. Υποταγμένος στο σκληρό του πρόσταγμα τα χέρια μου χαλάρωσαν και αφέθηκαν να γλιστρήσουν προς τα κάτω. «Έτσι μπράβο. Καλό κουτάβι. Θα γίνεις πολύ καλός. Λοιπόν, κοίτα με στα μάτια και μην μου πεις μετά πως ήσουν σουρωμένος. Εγώ, παλικάρι, υπηρέτησα τριάντα γαμημένα χρόνια στον στρατό. Εκπαιδευτής! Έχω σπάσει πολλά σκληρά αντράκια και τους έκανα κοτούλες που τρέχουν για το καλαμπόκι. Κατάλαβες; Γι’ αυτό να ξέρεις: Απ’ τα χέρια μου θα βρεις εκπαιδευμένο λυκόσκυλο, έτοιμο γι’ αποστολή στα χιόνια, γι’ αλλιώς θα σου ρίξω φόλα! Κατάλαβες; Ε; Πές ότι κατάλαβες κοπρόσκυλο!» και πίεσε τα χέρια του πιο δυνατά προκαλώντας μου πόνο.

«Κατάλαβα! Κατάλαβα», φώναξα δυνατά, ελπίζοντας έτσι να ελαττώσει την πίεση.
«Λοιπόν, κουτάβι. Μάθημα πρώτο, και κοίτα να το μάθεις καλά. Εφεξής θα με λες κύριο! Κάθε σου πρόταση, κάθε φράση, κάθε λέξη που απευθύνεις στο πρόσωπό μου θα τελειώνει με αυτήν την λέξη. Κατάλαβες; Όχι Αφέντη, όχι μάστερ και άλλες μαλακίες, άλλα κύριο! Συνεννοηθήκαμε;»
«Μάλιστα», φώναξα ανάμεσα στα σφιγμένα μου δόντια, παγιδευμένος ακόμη στα απρόσμενα δυνατά του χέρια.

Απότομα ελευθέρωσε το πρόσωπό μου, μα πριν προλάβω να τραβηχτώ, ένοιωσα ένα γερό χαστούκι να σκάει στο αριστερό μου μάγουλο, και αμέσως πριν προλάβω να συνέλθω με παγίδευσε πάλι ανάμεσα στα χέρια του.

«Τι είπα μόλις τώρα σκυλί; Τι είπα γαμώ το στο στανιό μου γαμώ;! Τι είπα; Ε;! Τι είπα ρε μαλακισμένο;! Πώς θα τελειώνει κάθε γαμημένη πρότασή που απευθύνεις σε μένα;»
«Κύριε!» φώναξα δυνατά, σοκαρισμένος ακόμη από το χτύπημα.
«Μπράβο. Πάμε πάλι από την αρχή. Ξαναπές όλη την πρόταση σωστά. Έλα, δυο λεξούλες είναι...»
«Μάλιστα κύριε!» φώναξα, «Μάλιστα κύριε!»
Ξέσφιξε την άρπαγά του και αμέσως τινάχτηκα πίσω. «Έτσι μπράβο. Είδες πόσο εύκολα μαθαίνεις; Είδες πόσο εύκολο πράγμα είναι η εκπαίδευση;»

Έτριψα το μάγουλό μου. Ο εγωισμός μου ήταν πληγωμένος. Η φαντασίωση και η πραγματικότητα είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το σώμα μου όμως ένιωθε μια απροσδιόριστη αναστάτωση.

«Τι; Πόνεσε;» με ρώτησε ο Θανάσης.
«Λιγάκι... ναι...»
Με ταχύτητα αρπαχτικού τινάχτηκε και μου άστραψε άλλο ένα δυνατό χαστούκι, στο ίδιο μάγουλο. Πόνεσε αρκετά και έβγαλα μια ψιλή κραυγή.
«Πές το σωστά!»
«Λιγάκι, κύριε».

«Έτσι μπράβο. Μη φοβάσαι. Μετά από καμιά δεκαριά χαστούκια θα το ’χεις μάθει. Άκου τώρα και την συνέχεια. Επειδή είσαι κουτάβι ακόμα, θα είμαι πολύ ελαστικός την πρώτη ημέρα. Για κάθε σου λάθος θα τρως χαστούκι. Αλλά! Σαν καλό παιδάκι θα κάθεσαι να δέχεσαι στωικά την τιμωρία σου. Άμα κάνεις την βλακεία να τραβηχτείς, να πιάσεις το χέρι μου, να αποφύγεις με οποιωνδήποτε τρόπο την τιμωρία σου, αυτή αυτομάτως διπλασιάζεται. Το ένα χαστούκι θα γίνει δύο, άμα φας το πρώτο και πας να τραβηχτείς στο δεύτερο, θα γίνονται τέσσερα, και ούτω καθεξής. Κατάλαβες κουτάβι;»
«Νομίζω...» είδα το σώμα του να σφίγγεται, έτοιμο να ξαναεπιτεθεί με ταχύτητα φιδιού και συμπλήρωσα δυνατά: «... Κύριε!»
Χαλάρωσε και άραξε χαλαρά στην ράχη της καρέκλας. «Έτσι μπράβο... Μαθαίνεις γρήγορα κουτάβι. Θα τα πάμε καλά οι δυο μας».

Έμεινα στην καρέκλα μου να τρίβω το πονεμένο μάγουλο που εντωμεταξύ είχε κοκκινίσει και έκαιγε.

Ο Θανάσης... ή μάλλον, Κύριος Θανάσης όπως θα τον αποκαλώ από δώ και στο εξής, σήκωσε το φλιτζάνι του και αποτέλειωσε τον καφέ με μία τελευταία δυνατή ρουφηξιά. Μείναμε ακίνητοι. Αυτός να με κοιτάζει γεμάτος σιγουριά, μια σιγουριά που με τρόμαζε αλλά και ταυτόχρονα με ερέθιζε, και εγώ να τον κοιτάζω με αμηχανία.

«Ε... Κύριε! Και τώρα τι θα κάνουμε... κύριε;»
«Χμ... Υποθέτω λοιπόν πως σου άρεσαν τα σκαμπιλάκια σου ε; Λοιπόν... Θα σου πώ τι θα γίνει σήμερα, και αν νομίζεις πως θα σου αρέσει, το συνεχίζουμε...»
«Μάλιστα κύριε, σας ακούω λοιπόν...»


[Εδώ τελειώνει το πρώτο πιλοτικό επεισόδιο. Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 2°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

8. Ο Μπάτσος και ο Αλβανός


[Ο νέος συγγραφέας του blog μας λέγεται "Skllavi" και είναι από την Αθήνα. Έχει μόνιμη σχέση Slave-master με έναν Αλβανό μετανάστη. Πολλές φορές παίζουν «παιχνίδια» όπου ο ίδιος υποδύεται τον Αλβανό μετανάστη, ενώ ο Master του τον ρόλο του «κακού» έλληνα μπάτσου. Παρακαλείται το παρακάτω κείμενο να μην κριθεί με ρατσιστική αντίληψη, αλλά ως μία σαδιστική ιστορία άγριου sex μεταξύ δύο συναινούντων ενηλίκων. Καλή σας ανάγνωση. Αν σας αρέσει, περάστε μία βόλτα από τον blog του.]


Αγαπητέ Αλέξανδρε σου στέλνω την παρακάτω ιστορία, κι αν σε ενδιαφέρει μπορείς να την δημοσιεύσεις στο blog σου.


Μόλις μπήκα στο διαμέρισμά του, ο Αφέντης με διέταξε να πάω αμέσως να ετοιμαστώ. Σήμερα ο Αφέντης θα έπαιζε τον ρόλο του μπάτσου που έπιασε έναν αλβανό λαθρομετανάστη.

Εγώ πήγα αμέσως στο μπάνιο που από δω και πέρα θα έπαιζε τον ρόλο της φυλακής.

Έβγαλα τα ρούχα μου και φόρεσα δύο άθλια εσώρουχα που κουβαλούσα από το σπίτι μου. Ένα άσπρο φανελάκι βρώμικο, κι ένα σώβρακο παλιομοδίτικο σαν και αυτά που φορούν στην Αλβανία. Ήμουν ξυπόλητος και καθισμένος στο υγρό πάτωμα περίμενα τον μπάτσο.

Ο μπάτσος μπαίνει μέσα στο κελί. Εγώ σηκώνομαι όρθιος. Γελάει σαδιστικά και απότομα με διατάζει.

-Γδύσου!

Εγώ υποτακτικά βγάζω τα άθλια εσώρουχα και προσπαθώ να κρύψω τα αχαμνά μου. Με έδεσε πισθάγκωνα.

-Γονάτισε, βρομιάρη, μου ’πε.

Άρχισε να κάνει γύρους γύρω μου, με άρπαξε από τα μαλλιά και με έβρισε χυδαία.

-Φοβάσαι; με ρωτάει. Είσαι εντελώς απροστάτευτος. Οι άλλοι μπάτσοι έχουν φύγει. Σίγουρα δεν έχεις ξαναπάθει τέτοιο πράγμα. Είμαι Αφέντης και κύριος σου και θα σε κάνω ότι θέλω. Κατάλαβες, βρωμοαλβανέ;
-Μάλιστα.
-Μάλιστα, τι;
-Μάλιστα αφέντη.
Από κει και περα δεν έβγαλα άχνα.
-Πούστη, πουτάνα, ξεσκισμένε, Φώναζε ο μπάτσος.

Ξαφνικά του έρχεται μια ιδέα. Γονατίζει μπροστά μου, βγάζει το παπόρι του και κοιτάζοντας τα ξετρελαμένα από το φόβο μάτια μου, αρχίζει να κατουράει στα μούτρα μου. Κανείς ασφαλώς δεν μου είχε φερθεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν μπορούσα να αντιδράσω. Ήμουν δεμένος και δεν μπορούσα να σηκώσω τα χέρι μου για να προστατευτώ. Ο μπάτσος με ξαναπιάνει από τα μαλλιά και μου σηκώνει το κεφάλι για να καταβρέξει τα χείλη μου.

-Μην προσπαθείς να προστατευτείς, σιχαμένο πλάσμα, σφυρίζει ανάμεσα στα δόντια του και μου δίνει δύο χαστούκια.
-Λύσε με παρακαλούσα. Άσε με να φύγω. Φοβάμαι! Είσαι τρελός!
-Σκασμός, παλιοβρώμε.

Ρουφάω τη στυφή μυρουδιά των ούρων του, που ανακατεύονται με τον ιδρώτα μου και ύστερα μου σηκώνει πάλι το κεφάλι και μου δίνει άλλα δύο χαστούκια.

-Για σένα έχω μόνο ένα όνομα: Αφέντης. Κατάλαβες; ΑΦΕΝΤΗΣ! ΕΙΜΑΙ Ο ΑΦΕΤΗΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΣ ΣΟΥ!!!

Στον τοίχο κρέμονταν κάτι σχοινιά που χρησίμευαν για μαστίγια.

-Είσαι ένας σκατιάρης αλβανός, μια πουτάνα που ψάχνει να γεμίσει τις τρύπες του με χύσια μπάτσου. Συμφωνείς;

Και με αυτά τα λόγια σηκώνει το μαστίγιο και το κατεβάζει πάνω στον πισινό μου. Αυτή τη φορά, το χτύπημα δίνεται έτσι ώστε η λουρίδα να χωθεί σαν φίδι ανάμεσα στα σκέλια και να προσβάλει την χαρχάλα που χάσκει ανοιχτή.

-Φςςς, σφυρίζουν τα μαστίγια στον αέρα.
-Ουουου... ουρλιάζω εγώ. Τα δόντια μου κτυπάνε ενώ σφίγγω τα μπούτια μου και προσπαθώ να προστατεύσω το αδύνατο σημείο.
-Είσαι μια πουτάνα που σου αρέσουν τα χύσια. Πες το. Και κατεβάζει πάλι το μαστίγιο έτσι που τώρα να αγγίζει η ουρά του στην κοιλιά του κατουρημένου αλβανού.
-Πες το, μου λέει μετά από κάθε κτύπημα.

Λυγίζω και σχεδόν λιπόθυμος ψελλίζω: Συμφωνώ ... Είμαι μια πουτάνα... που... της... αρέσουν... τα... χύσια.
-Έτσι μπράβο. Και τώρα θα πάρεις την αμοιβή σου.

Βάζει το δάκτυλο στο υγρό μου στόμα, ξεσφίγγει τα δόντια και χώνει ανάμεσα στα παχιά μου χείλη τον καυτό του πούτσο.

-Μην κλείσεις τα μάτια, παλιοβρόμα. Απλά καθάρισε τον πούτσο μου από τα κάτουρα. Έτσι μπράβο.

Κι ενώ του καθάριζα το πουλί, αμόλησε ότι κάτουρο του είχε απομείνει στο στόμα μου.

-Κατάπιε το. Μην τολμήσεις να το φτύσεις. Το κάτουρο του αφέντη είναι αγιασμός για έναν αλβανό, είπε γελώντας σαρκαστικά.

Το κελί του αλβανού έμοιαζε τώρα με ένα αηδιαστικό δημόσιο ουρητήριο. Ήταν πνιγμένο στα βρομόνερα. Ο μπάτσος με διέταξε να το σφουγγαρίσω.

-Το κελί σου βρωμάει μαλάκα. Σε δέκα λεπτά θα έλθω να επιθεωρήσω και τα θέλω όλα καθαρά. Ν’ αστράφτουν. Άκουσες;

Πήρα ένα πανί κι άρχισα να στραγγίζω τα κάτουρα στη λεκάνη. Έπειτα σφουγγάρισα πάλι με καθαρό νερό. Σε δέκα λεπτά πράγματι ήλθε θυμωμένος.

-Τι κανείς βρε μαλάκα; Έτσι υποδέχεσαι τον αφέντη σου; Φόρα γρήγορα τα βρωμοεσώρουχα σου και γονάτισε. Πιο βαθιά βρομιάρη. Ν’ ακουμπά το πρόσωπό σου στο πάτωμα. Μου έδεσε τα χέρια και μου είπε: Εμπρός πάμε για ανάκριση.

Κλωτσώντας με, με ανάγκασε να σέρνομαι στο πάτωμα ώσπου έφτασα στην κρεβατοκάμαρα όπου από τώρα και στο έξης θα έπαιζε το ρόλο του ανακριτικού γραφείου.

Ο μπάτσος σταμάτησε μπροστά στο αλυσοδεμένο ζώο: εμένα.

-Πως σε λένε σιχαμένο πλάσμα;
Δεν απάντησα.
-Όταν σε ρωτάω να απαντάς αμέσως, βρωμερή τρύπα, αγρίεψε ο μπάτσος. Ο αφέντης περιμένει κι έδωσε μια κλωτσιά στα πλευρά μου και έπεσα στο πλάι.
-Με λένε Αλία, Αφέντη, ψιθύρισα.
-Υπέροχα. Θα με υπακούς σε ότι σου λέω και θα περάσουμε όλοι μας μια χαρά. Το κατάλαβες; είπε κι άρπαξε μια χονδρή λουρίδα σχοινί. Τώρα Αλία, θα σε μαστιγώσω όπως αξίζει σ’ ένα σκουλήκι σαν και εσένα. Μ’ αρέσει να βλέπω τη σάρκα των αλβανών που πιάνω χαρακωμένη από τον βούρδουλα μου. Έχεις καμιά αντίρρηση;
-Όχι είπα εγώ. Κατάλαβα γρήγορα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να αλλάξω την κατάσταση. Βρέθηκα κρεμασμένος με τις μύτες των ποδιών μου, μόλις ν’ ακουμπάνε στο πάτωμα.

Ο μπάτσος δεν έχασε καθόλου χρόνο. Τράβηξε το βρακί μου και με μια απότομη κίνηση το κατέβασε χαμηλά στα πόδια μου. Το έβγαλε τελείως και το πέταξε μακριά

-Ήλθε η ώρα να σου μάθω τι σημαίνει σωστή συμπεριφορά.

Γούρλωσα τα μάτια μου από τον τρόμο. Ο μπάτσος με πλησίασε, σήκωσε το χέρι ψηλά και κατέβασε με δύναμη τον βούρδουλα στον κώλο μου. Το ουρλιαχτό μου αντήχησε στο δωμάτιο. Ο μπάτσος έβρεξε μια κάλτσα και μεν φίμωσε. Ο βούρδουλας ξανάπεσε στο τριχωτό άθλιο πισινό μου. Στριφογύριζε στα σχοινιά ενώ το μαστίγιο προσγειωνόταν μανιασμένα στη σάρκα μου που ζεμάταγε.

-Νιώθεις έτοιμος να υπακούσεις τώρα; ρώτησε ο μπάτσος έπειτα από σαράντα κτυπήματα.
- Μμμμ... μούγκρισα.

Ο μπάτσος με έλυσε και εγώ έτριβα το πονεμένο κορμί που πονούσε φρικτά.

-Γονάτισε σκουλήκι και τράβα να φέρεις ένα κουβά να σφουγγαρίσεις εδώ μέσα.

Δούλευα σαν σκλάβος ενώ εκείνος καθόταν σε μια πολυθρόνα και με διέταζε, κρατώντας όπως αρμόζει σε έναν επιστάτη, μια μακριά βίτσα, έτοιμος να με δείρει όταν εγώ τεμπέλιαζα. Μου φερόταν σκληρά, σχεδόν απάνθρωπα. Με πρόσταζε να πίνω από τα βρομόνερα του κουβά. Έφτυνε κάθε τόσο στο κορμί μου. Άλλοτε έφτυνε στο πάτωμα και μου ζητούσε να τα γλύψω.

-Το Χολ θέλω να το σφουγγαρίσεις με τη γλώσσα, είπε, κι εγώ υπάκουσα.

Έπειτα του έπλυνα κάτι ρούχα του, βρώμικα βρακιά και κάλτσες που είχε σε έναν κουβά.

-Φέρε μια λεκάνη νερό και έλα να μου πλύνεις τα πόδια βρομιάρη.

Υπάκουσα, έφερα μια λεκάνη με νερά έσκυψα σαν τον χειρότερο δούλο και του έβγαλα τα παπούτσια και τις κάλτσες. Έβαλα τα πόδια του στο νερό, όμως αυτός τινάχτηκε θυμωμένος.

-Τι κάνεις βρε μαλάκα; Με κρύο νερό θα πλύνεις τα πόδια του αφέντη σου, κωλοαλβανέ; Σκύψε, θα σε μαστιγώσω δέκα φορές για τιμωρία.

Αναγκάστηκα να πέσω και πάλι στα τέσσερα. Ο μπάτσος πήρε ένα λεπτό μαστίγιο και το δίπλωσε στη μέση θαυμάζοντας την ελαστικότητα μου.

-Επειδή δεν παίρνεις από λόγια, πρέπει να μιλήσει το μαστίγιο στο τομάρι σου.

Κατέβασε το μαστίγιο πάνω στα κωλομέρια μου. Το δερμάτινο καμουτσίκι μου χάραξε έπειτα τα πλευρά και τις σάρκες μου.

Ήδη σε πολλά σημεία που είχε πέσει από το πρωί το μαστίγιο άρχισε να τρέχει αίμα. Από κάποια στιγμή και έπειτα δεχόμουν μοιρολατρικά το μαστίγωμα αφού και να ήθελα δεν μπορούσα να το αποφύγω. Ο μπάτσος γελώντας άρχισε να μου γαργαλάει τα αρχίδια με την άκρη του μαστιγίου.

-Φέρε τώρα ζεστό νερό για να μου πλύνεις τα πόδια.

Άρχισα να του πλένω τις πατούσες, όμως ο μπάτσος με διέκοψε.

-Πάρε πρώτα τον ιδρώτα και τη πρώτη βρώμα με τη γλώσσα σου. Άρχισα να του γλύφω τα σχεδόν άτριχα πόδια, και ρουφούσα ένα ένα τα δάκτυλα, όπως με διέταζε.
-Και τις πατούσες! Μου έλεγε γελώντας. Και τα παπούτσια, και γρήγορα μην σε σπάσω στο ξύλο.

Αφού του έγλυψα τα πόδια με έσυρε προς το κρεβάτι και με πρόσταξε πάλι να γονατίσω. Στάθηκε εμπρός στον φοβισμένο μου εαυτό.

-Άνοιξε το παντελόνι μου.
Τρέμοντας άπλωσα το χέρι μου και κατέβασα το φερμουάρ.
-Βγάλε τον πούτσο μου έξω. Ακούμπησε με την πλάτη του πίσω στον τοίχο και άναψε τσιγάρο απολαμβάνοντας το θέαμα. Έψαξα μέσα στο βρακί του μπάτσου και βρήκα το καυλί του. Το έβγαλα έξω και ο φόβος μεγάλωσε περισσότερο. Μπροστά στα τρομαγμένα μάτια μου παρουσιάστηκε ένα πελώριο χονδρό και σκληρό καυλί.
-Γλύφτον μου, διέταξε ο μπάτσος.
-Αχ... Όχι, πήγα να ψιθυρίσω, αλλά ο μπάτσος έσπρωξε προς τα εμπρός τον πούτσο του και μου το ακούμπησε στα χείλη.
-Ρούφηξε τον στο στόμα σου, είπε.
-Όχι,όχι, κλαψούρισα.
Ο Μπάτσος αγριεμένος με βούτηξε από τα μαλλιά.
-Τι είπαμε ότι θα κάνεις όταν σου λέω κάτι; με απείλησε.

Με τράβηξε γερά από τα μαλλιά και με ανάγκασε να ανοίξω τα χείλη για να χώσει το χονδρό καυλί του βαθιά μέσα στο στόμα μου.

-Τώρα τσουλάκι, όταν εγώ θα σου λέω γλείφτον, εσύ τι θα απαντάς;
- Μά..λι..στα.. κύριεε, ψέλλισα μπουκωμένος.
-Μπράβο! Και τώρα πάρε μου μια πίπα στα γρήγορα γιατί έχω δουλειά. Και πρόσεξε να κάνεις καλή δουλειά γιατί την έβαψες. Θα τα ρουφήξεις όλα με το υπέροχο στοματάκι σου. Μην τυχόν σου ξεφύγει καμία σταγόνα ψωλόχυμα όταν θα σε χύσω γιατί την έβαψες. Έτσι πουτανάκι γλύψε το καυλί μου! Πρόσεχε τα γαμημένα δόντια σου βρομιάρη γιατί έτσι και με πονέσεις θα σε σχίσω! Θα σε μαστιγώσω μέχρι να σε κόψω φέτες, φώναξε ο μπάτσος από την ηδονή. Άνοιξε περισσότερο τα πόδια του για να στηρίζεται καλύτερα και έχωνε το παλούκι του στο αβοήθητο στόμα μου.

-ΝΑΙ ΕΤΣΙ. ΑΧ! ΕΤΣΙ ΜΠΡΑΒΟ. ΘΑ ΣΕ ΧΎΣΩ ΚΩΛΟΑΛΒΑΝΕ. ΠΡΟΣΕΞΕ ΝΑ ΤΑ ΡΟΥΦΗΞΕΙΣ ΟΛΑ!!

Ο πούτσος του πρήσθηκε κι άλλο και καρφώθηκε βαθιά στο λαιμό μου. Το κεφάλι του Σπρώχτηκε προς τα πίσω καθώς το θεόρατο παλούκι του χωνόταν στο λαρύγγι μου, αλλά τα χέρια του μπάτσου δυνάμωσαν το τράβηγμα στα μαλλιά μου για να με κρατήσουν στη θέση μου.

-ΕΛΑ! ΕΤΣΙ;! ΑΑΑΧ. ΝΑΙ!!!, ούρλιαξε ο άντρας καθώς τα πόδια του τινάχτηκαν και η ψωλάρα του άρχισε να χύνει στο στόμα μου. Γέμισε το στόμα μου. Τα χύσια κύλησαν στα χείλη μου.
-ΡΟΥΦΑ ΤΑ ΟΛΑ ΠΟΥΣΤΗ, γαμώ το... ΧΎΝΩΩΩ. ΠΑΡΤΑ ΣΤΗ ΣΤΟΜΑΤΆΡΑ ΣΟΥ ΣΚΛΑΒΕ!
Μερικές σταγόνες έπεσαν στο βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα.
-Παλιοσκατό! Δεν σου είπα να τα καταπιείς όλα;

Το παλούκι βγήκε από το στόμα μου και άδειασε τις τελευταίες σταγόνες στο στήθος και τα μάγουλα αλλά αρκετό έπεσε στο πάτωμα.

-Βλέπεις αυτά τα χύσια στα βυζιά σου; Πάρτα όλα και γλυφά. Τώρα αμέσως πριν κρυώσουν. Και μετά από λίγο: Για να δούμε πόσο καλά έμαθες να υπακούς! Υπάρχουν χρυσία και στο πάτωμα βρώμε. Γονάτισε και γλύψε και αυτά.

Τα χύσια αυτά είχαν ανακατευτεί με τη σκόνη και τη βρωμιά του πατώματος. Ο μπάτσος αδιαφορούσε. Απλώς ήθελε την πλήρη υποταγή του συλληφθέντα. Στάθηκε μπροστά μου και μεν απείλησε με το μαστίγιο. Την ίδια στιγμή ακούμπησε το παπούτσι του στο σβέρκο μου. Κι ενώ έγλυφα, έβγαλε τη ζώνη του και με μαστίγωνε στα κατακόκκινα κωλομάγουλα.

Ύστερα άρχισε να μου βγάζει κάτι φωτογραφίες. Μου φόρεσε το βρακί στο κεφάλι για να κρύψω το πρόσωπό μου και μετά με διέταζε να στέκομαι σε διάφορες άσεμνες στάσεις: Πεσμένο στα τέσσερα και να ανοίγω τα κωλομέρια μου και να δείχνω την τριχωτή κωλοτρυπίδα μου. Ξαπλωμένο με τα πόδια όρθια και να χώνω την λαβή ενός σφυριού στον κώλο μου. Να με κατουράει στα μούτρα και εγώ να απολαμβάνω τα ούρα του. Με μαστίγωσε αλύπητα και μετά με έδεσε και φωτογράφισε από κοντά τις πληγές. Με έβαλε τέλος να τραβήξω μαλακία στέκοντας στο ένα πόδι.

-Έτσι μπράβο... Μαθαίνεις σιγά σιγά. Σήκω πάνω, μάζεψε το βρακί σου και άντε για ύπνο. Αύριο θα δοκιμάσω με κάτι φίλους μου να σου σχίσουμε τον κώλο και χρειάζεσαι ξεκούραση.


Υ.Γ.: Για να μην φανεί ότι έχω ρατσιστική διάθεση, διευκρινίζω ότι ο αφέντης μου είναι Αλβανός, κι ότι εκείνο το βράδυ έπαιζε το ρόλο του μπάτσου.



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Skllavi


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

7. Ένα Βραδάκι Όπως Τα Υπόλοιπα


Όλα ήταν έτοιμα από ώρα και έτσι δεν τρόμαξα όταν άκουσα τον ήχο του θυροτηλεφώνου να χτυπάει ρυθμικά τρεις φορές. Αυτό ήταν το συνθηματικό του Αφέντη πως ανέβαινε ώστε να προλάβω να πάρω την αρμόζουσα, για την υποδοχή του, θέση.

Έκατσα στα γόνατα δίπλα από την πόρτα με το πρόσωπό μου να κοιτάζει το πάτωμα. Άκουσα τον ήχο του ασανσέρ που σταμάτησε, την πόρτα να ανοίγει, και τον από χρόνια γνώριμο βηματισμό του. Άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα και ευθείς φανερώθηκε εμπρός μου. Την έκλεισε και πέταξε αδιάφορα την αρμαθιά επάνω στο μικρό τραπεζάκι που βρισκότανε πίσω από την πόρτα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και μου χάιδεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά. Λατρεύω όταν μου το κάνει αυτό.

«Γεια σου μικρέ», μου είπε εύθυμα, «Γύρισε ο Αφέντης...»

Από την φωνή του κατάλαβα πως είχε ευχάριστη διάθεση και αποτόλμησα να σηκώσω το κεφάλι λίγο παραπάνω από το επιτρεπτό. Μου το άρπαξε αμέσως από το πιγούνι και το τέντωσε ψηλά ώστε να με κοιτάζει κατευθείαν μέσα στα μάτια.

«Ήσουν καλό αγοράκι σήμερα;» με ρώτησε.
«Μάλιστα Αφέντη», του απάντησα.
«Έκανες όλες τις δουλειές που σου ανέθεσα;»
«Μάλιστα Αφέντη».
«Είσαι απόλυτα σίγουρος;»
«Μάλιστα Αφέντη», απάντησα όλος σιγουριά.
«Για να δούμε...»

Έσκυψε και χάιδεψε απαλά το κορμί μου. Το στήθος και μετά μου τσίμπησε ελαφρά την ρόγα. Εννοείται πως ήμουν γυμνός, φορώντας μοναχά το μαύρο δερμάτινο μποξεράκι μου και το κολάρο της υποταγής γύρω από τον λαιμό μου.

Περπάτησε ως το σαλόνι όπου έβγαλε το μπουφάν του και το πέταξε στον καναπέ. Αμέσως έτρεξα από πίσω του, το μάζεψα και το κρέμασα στην κρεμάστρα. Έφτασε στον καναπέ και έκατσε αφήνοντας σχεδόν το σώμα του σε ελεύθερη πτώση.

Πήγα στο μπάνιο και πήρα την λεκάνη με το ζεστό νερό που είχα έτοιμη μαζί με τα υπόλοιπα σύνεργα και επέστρεψα στο σαλόνι. Έκατσα στα γόνατα μπροστά του και του έλυσα τα κορδόνια των παπουτσιών για να του τα βγάλω. Του έβγαλα τις κάλτσες και, αφού του φίλησα ευλαβικά το κάθε πόδι, τα άφησα να βυθιστούν απαλά στο ζεστό νερό. Ένας στεναγμός ανακούφισης βρήκε από το φαρδύ, δασύτριχο στήθος του Αφέντη. Δεν χρειαζόταν να απλώσω το χέρι μου για να σιγουρευτώ, αλλά ήξερα πως από την καύλα ο πούτσος του Αφέντη θα πρέπει να σκιρτούσε. Σηκώθηκα και έβγαλα τα παπούτσια του έξω στο μπαλκόνι για να αεριστούνε λιγάκι, και πέταξα τις κάλτσες στο καλάθι των άπλυτων, αφού πρώτα τις κόλλησα στην μύτη μου και πήρα μία βαθιά εισπνοή. Η μεθυστική μυρουδιά από τα αρρενωπότατα πόδια του Αφέντη προκάλεσε ένα έντονο σκίρτημα κάτω και από το δικό μου εσώρουχο.

Επέστρεψα στο δωμάτιο και έκατσα οκλαδόν στο πάτωμα, με την πλάτη μου να ακουμπάει στον καναπέ και αγκάλιασα με δεξί μου χέρι το πόδι του Αφέντη και ακούμπησα το κεφάλι μου στο γόνατό του. Άπλωσε πάλι το χέρι του και μου ανακάτεψε τα ατημέλητα μαλλιά.

«Πιστό μου αγόρι», είπε με χαρά. «Τι θα έκανε κι ο Αφέντης σου αν δεν είχε και εσένα;»
«Θα έβρισκε άλλον σκλάβο Αφέντη», απάντησα με ειλικρίνεια. «Ο Αφέντης θα έβρισκε αμέσως δεκάδες δούλους που πρόθημα θα υπηρετούσαν την εξοχότητά του, πολύ καλύτερους ίσως από τον ταπεινό του δούλο».
«Ναι... Αυτό είναι αλήθεια», απάντησε. «Αλλά προς το παρόν είμαι ευχαριστημένος μαζί σου μικρέ... Για αυτό μην τολμήσεις να αμφισβητήσεις ξανά τις επιλογές του Αφέντη σου. Αλλιώς θα σε τσακίσω στο ξύλο μικρέ. Ξηγηθήκαμε;»
«Μάλιστα Αφέντη», απάντησα αμέσως και του φίλησα το γόνατο.

Η διάθεσή του ήταν καλή και έτσι μπορούσα να μιλάω πιο ελεύθερα. «Είναι το νερό στην σωστή θερμοκρασία Αφέντη;» τον ρώτησα και ένευσε καταφατικά. «Θα ήθελε κάτι άλλο ο Αφέντης όσο μουλιάζουν τα πόδια του στο νερό;»
«Χμ... Να σου πω... Κάνε έναν φραπέ γιατί έχω λίγο γλαρώσει και δεν θέλω να με πάρει ο ύπνος από τώρα».

Πετάχτηκα αμέσως όρθιος και έτρεξα στην κουζίνα να του τον ετοιμάσω. Σε λίγο επέτρεψα κρατώντας τον δίσκο με τα δυο ποτήρια. Ένα με τον καφέ και ένα με δροσερό νερό, όπως του άρεσε.

«Κάτσε στα τέσσερα εδώ δίπλα μου μικρέ», με διέταξε. Κατάλαβα αμέσως τις προθέσεις του. Πήρα την κατάλληλη θέση: στα τέσσερα με την μέση τεντωμένη και ευθυγραμμισμένη. Ένοιωσα ένα ρίγος να διαπερνά την ραχοκοκαλιά μου καθώς τοποθετούσε το ποτήρι με τον παγωμένο καφέ και τα παγάκια επάνω στην πλάτη μου. Έβγαλα έναν σύντομο αναστεναγμό και ετοιμάστηκα για το δεύτερο ποτήρι που σύντομα προστέθηκε και αυτό στην πλάτη μου.

Η υπηρεσία αυτή, του ζωντανού επίπλου, ήταν από τις σπάνιες που χρησιμοποιούσε ο Αφέντης. Προσωπικά μου άρεσε γιατί με έφτανε στα όριά μου. Όσοι δεν έχουν δοκιμάσει να κάτσουν στα τέσσερα για πολύ ώρα ακίνητοι, δεν μπορούν να καταλάβουν την σωματική, άλλα και ψυχική κόπωση αυτής της δοκιμασίας.

Ο Αφέντης είχε ανοίξει την τηλεόραση και έκανε ζάπινγκ με το τηλεκοντρόλ. Σύντομα, ακούγοντας την εναλλαγή των προγραμμάτων, και ιδίως το δελτίο καιρού, κατάλαβα πως θα είχε περάσει πάνω από μισή ώρα κατά την οποίαν βρισκόμουν σε αυτή την στάση. Τα χέρια μου είχαν σχεδόν νεκρωθεί και τα μπράτσα μου με έκαιγαν. Τα γόνατά μου ούρλιαζαν από τον πόνο, ενώ οι κοιλιακοί μύες, αλλά κυρίως οι μύες της πλάτης μου, ένιωθαν ένα μούδιασμα από το γαλακτικό οξύ που είχαν απελευθερώσει για να αντιμετωπίσουν τις κράμπες και τους πόνους. Γνώριζα πως την επόμενη μέρα θα με πονούσαν πολύ.

Ξαφνικά πήρε τα ποτήρια από πάνω μου, τα τοποθέτησε στον δίσκο και μου έδωσε εντολή να σηκωθώ. Στην πρώτη μου προσπάθεια παραπάτησα και έπεσα μπρούμυτα μπροστά. Οι καρποί των χεριών μου με πόνεσαν καθώς το βάρος έφυγε απότομα από πάνω τους.

«Όπα μικρέ», είπε ο Αφέντης με ενδιαφέρον. «Πρόσεχε μην χτυπήσεις».
«Μάλιστα Αφέντη», απάντησα. «Συγνώμη Αφέντη».
Έκανα άλλη μία προσπάθεια και κατάφερα να σηκωθώ στα γόνατα.
«Έτσι μπράβο», μου είπε. «Έλα τώρα να μου στεγνώσεις τα πόδια γιατί το νερό σχεδόν πάγωσε».

Πλησίασα, και αφού έτριψα καλά τις πατούσες και τα δάχτυλά του κάνοντας παράλληλα ένα απαλό μασάζ, έβγαλα τα πόδια του ένα-ένα και τα στέγνωσα καλά με την πετσέτα που είχα φέρει μαζί μου από πριν. Μετά, σηκώθηκα και πήγα την λεκάνη μαζί με την πετσέτα στο μπάνιο όπου τα ταχτοποίησα στην θέση τους.

Επέστρεψα στο σαλόνι αφού πρώτα έκανα μία στάση στο υπνοδωμάτιο για να πάρω καθαρές και ζεστές κάλτσες και τις παντόφλες του Αφέντη. Τον πλησίασα. Έκατσα στα γόνατα και του φόρεσα τις κάλτσες και τις παντόφλες. Ακούμπησε τα πόδια του απαλά στο πάτωμα. Γύρισα και είδα το ποτήρια στον δίσκο άδεια.

«Θα ήθελε ο Αφέντης άλλον καφέ, νερό ή κάτι άλλο;»
«Όχι μικρέ», απάντησε γλυκά. «Πείνασα. Βάλε να φάω».

Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα. Έστρωσα το τραπέζι με το φαγητό. Του είχα κάνει αυτό που από το πρωί μου είχε ζητήσει: Μακαρονάκι κοφτό με κοτόπουλο και σαλάτα ρόκα, συνοδευόμενο από φέτα με ελαιόλαδο και ρίγανη. Ψωμί δεν έτρωγε με ζυμαρικά ποτέ. Έβαλα και το ποτήρι με το κρασάκι του, και όταν όλα ήταν έτοιμα, μπήκα πάλι στο σαλόνι όπου με μία βαθιά υπόκλιση του ανήγγειλα πως όλα ήταν έτοιμα.

Σηκώθηκε από τον καναπέ και ήρθε στην κουζίνα. Το ακολούθησα από κοντά και τον βοήθησα να κάτσει στην καρέκλα του. Αμέσως έκατσα στα γόνατα δίπλα του, έτοιμος να εκτελέσω την παραμικρή του εντολή. Έφαγε με όρεξη και με παίνεψε αρκετές φορές για το φαγητό, το οποίο όπως είπε, το πέτυχα πολύ καλά. Η καρδιά μου φτερούγισε από χαρά, βλέποντας τον Αφέντη τόσο ευχαριστημένο από τις υπηρεσίες μου. Κατά την διάρκεια του γεύματος με ρώτησε για την μέρα μου.

Του ανέφερα για την εργασία μου στην τράπεζα. Για την δύστροπη πελάτισσα που κράτησε το γκισέ μου απασχολημένο για πάνω από μία ώρα με ένα πρόβλημα που είχε με τις επιταγές της, και την αναίτια, όπως πίστευα, κατσάδα που έφαγα από τον κύριο Διευθυντή. Μετά του είπα που ήρθα σπίτι και μαγείρεψα το φαγητό. Μετά που πήγα στο γυμναστήριο για να γυμναστώ. Και τέλος για τις εργασίες οικοκυρικής που με είχε διατάξει. Λόγο του εύθυμου κλίματος τόλμησα να του αντιστρέψω την ερώτηση:

«Εσείς Αφέντη; Είχατε μία ευχάριστη ημέρα;»
«Εξαιρετική. Πολύ κουραστική βέβαια, αλλά η δουλειά έγινε κανονικά. Με παίδεψαν τα γνωστά ζώα βέβαια, αλλά δόξα τω Θεώ, όλα καλά πήγανε».

Ο Αφέντης εργαζότανε ως προϊστάμενος σε μία μεγάλη εταιρία με catering. Συνήθως περνούσε πολλές ώρες στο πόδι καταπονώντας την μέση και τα πόδια του. Για αυτό και το ποδόλουτρο ήταν καθημερινό και αδιάλειπτο τελετουργικό μετά την επιστροφή του στο σπίτι.

Όταν είδα πως είχε αδειάσει τα πιάτα, τον ρώτησα αν θα ήθελε και άλλη μερίδα ή κάτι άλλο. Απάντησε αρνητικά και σηκώθηκε για να πάει να κάτσει πάλι στο σαλόνι, αφήνοντάς με να συμμαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα, αφού πρώτα έτρωγα και εγώ την μερίδα μου.

Ως σωστός δούλος όφειλα να περιμένω πάντα τον Αφέντη να φάει πρώτος. Ακόμη και όταν ερχότανε αργά στο σπίτι, μερικές φορές μετά τα μεσάνυχτα λόγο της εργασίας του, εγώ όφειλα να τον περιμένω νηστικός.

Αφού τελείωσα με τις εργασίες στην κουζίνα, επέστρεψα και πάλι στο σαλόνι. Είδα πως ο Αφέντης είχε γδυθεί και μείνει μόνο με τα εσώρουχα. Μάζεψα τα ρούχα του και τα πήρα στο μπάνιο στο καλάθι μαζί με τα υπόλοιπα άπλυτα. Πήγα πάλι στο υπνοδωμάτιο και γύρισα με το μπουρνούζι του που το πήρε πρόθυμα από τα χέρια μου και το φόρεσε. Ξάπλωσε πάλι στον καναπέ με το κεφάλι του να ξεκουράζεται στην παλάμη του και με το άλλο να κρατάει το τηλεκοντρόλ και να κάνει ζάπινγκ.

«Ο Αφέντης... ας μου επιτρέψει να του θυμίσω πως σήμερα έχει μία ταινία που του αρέσει στο...»
«Α, ναι!» ξαναφώναξε ενθουσιασμένος. «Σε μία ώρα», είπε κοιτάζοντας με πλάγιο βλέμμα το ρολόι στον τοίχο. «Καλά που μου το θύμησες».
«Παρακαλώ Αφέντη. Χαρά μου».

Με κοίταξε στα μάτια με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη. Αμέσως έσκυψα το κεφάλι μου ως όφειλα.

«Ήσουν πράγματι καλό παιδί σήμερα;»
«Έκανα ό,τι με προστάξατε Αφέντη».
«Δεν έκανες κανένα λάθος, καμία παρατυπία;»
«Νομίζω πως όχι, Αφέντη».
«Κρίμα», είπε. «Νομίζω πως ένα χέρι ξύλο θα σου άναβε λίγο τα αίματα».
«Η επιθυμία του Αφέντη είναι διαταγή», είπα καθώς υποκλίθηκα ελαφρώς.
«Γύρνα!» μου είπε με σοβαρό τόνο στην φωνή του.

Δεν χρειάστηκα δεύτερη κουβέντα. Αμέσως γύρισα και τούρλωσα τον κώλο μου ψηλά, να τον έχει ακριβώς μπροστά του. Τέντωσε το χέρι του και χάιδεψε τα κωλομέρια μου πάνω από το δερμάτινο εσώρουχο.

«Αχ... Αυτό το κωλαράκι σου με τρελαίνει...»
«Σας ανήκει Αφέντη», απάντησα υποταγμένα. «Παρακαλώ χρησιμοποιήστε όπως σας αρέσει».
«Και φυσικά αυτό θα κάνω μικρέ», είπε γεμάτος σιγουριά.

Γράπωσε με τα δυο του χέρια το εσώρουχο και το κατέβασε με ένα απότομο τίναγμα στα γόνατα. Χάιδεψε τα γυμνωμένα κωλομάγουλα, σφίγγοντας τα δυνατά με τα μεγάλα χέρια του, σε σημείο που να τρίζω τα δόντια μου για να καταπνίξω τα βογκητά του πόνου.



Σήκωσε το χέρι του ψηλά και μου άστραψε το πρώτο σκαμπίλι. Μετά ακολούθησε και άλλο, και άλλο, και άλλο. Στην αρχή απαλά, αλλά όσο περνούσε η ώρα βαρούσε όλο και πιο δυνατά. Σύντομα ο πόνος έγινε οξύς και έσφιγγά με δύναμη το σαγόνι μου, που παρόλη την προσπάθεια, δεν κατάφερναν να κρατήσουν τους λαρυγκισμούς μου, ενώ από τα μάτια μου μερικά δάκρυα είχαν δραπετεύσει και έτρεχαν από τα μάγουλα.

Μετά από περίπου δέκα λεπτά ο Αφέντης σταμάτησε. Χάιδεψε απαλά τα κατακόκκινα κωλομάγουλα.

«Πω, πω...» είπε με ικανοποίηση. «Καίνε βλέπω». Και συνέχισε να τα χαϊδεύει. «Ξέρεις τι θέλω να το κάνω τώρα αυτό το κωλαράκι;» με ρώτησε μέσα από τα δόντια.
«Όχι Αφέντη», απάντησα ψέματα. Γνώριζα καλά τι ήθελε. «Ο κώλος μου σας ανήκει. Παρακαλώ χρησιμοποιήστε τον όπως θέλετε».
«Αχ!! Καυλάκι μου!» φώναξε με την βαθιά μπάσα φωνή που τον χαρακτήριζε, ιδίως όταν ήταν ερεθισμένος. «Να ξερες πόσο σε καμαρώνω! Είσαι τέλεια εκπαιδευμένος, όπως ακριβώς πρέπει».
«Σας ευχαριστώ Αφέντη», απάντησα μην μπορώντας να κρύψω την χαρά μου για αυτήν την φιλοφρόνηση. «Ό,τι είμαι το χρωστάω σε σας Αφέντη. Εσείς είστε ο άνθρωπος που με επιμονή και κόπο ανέχθηκε την απειρία μου και ασχολήθηκε μαζί μου τόσο εντατικά. Σας είμαι αιώνια υπόχρεος Αφέντη».
«Ναι... Αλλά ήξερα πως δεν θα μ’ απογοήτευες μικρέ... Σε έκοψα από την πρώτη μέρα πως θα είσαι σκληρό καρύδι. Όχι σαν κάτι άλλα αγοράκια».
Δεν απάντησα αλλά καύλωνα από περηφάνια για τα λόγια του Αφέντη.
«Ξέρεις καλά τι θέλω μικρέ! Έτσι δεν είναι;»
«Μαντεύω Αφέντη, αλλά δεν τολμώ να εκφράσω την γνώμη σας. Είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο».
Τράβηξε απότομα τα μαλλιά μου, αναγκάζοντας με να τεντώσω τον λαιμό μου και μου ψιθύρισε κοντά στο αυτί: «Θα το δούμε μικρέ...»

Ελευθέρωσε το κεφάλι μου και με έσπρωξε μπροστά. Κατέβηκε από τον καναπέ, και αφού τράβηξε και έβγαλε με σύντομες κινήσεις το εσώρουχο μου, μου άνοιξε τα πόδια και ήρθε κολλητά από πίσω μου. Ένιωθα τον φουσκωμένο καβάλο από το άσπρο μποξεράκι του να τρίβεται στην σχισμή του πισινού μου.

«Θα σου τον καρφώσω όλο μέσα μικρέ», γρύλισε σχεδόν μέσα από τα σφιγμένα του δόντια. «Θα σου τον καρφώσω όλο μέσα, και μάλιστα χωρίς λιπαντικό. Αλλά επειδή ήσουν καλό παιδί θα σου βάλω λίγο σάλιο να ανοίξεις πρώτα».

Χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισε να φτύνει πάνω στον πρωκτό μου και να μου βάζει δάχτυλο. Σύντομα τα δάχτυλα έγιναν δύο, και όταν έφτασε στο τρίτο, βγήκανε από μέσα μου αφήνοντάς με ορθάνοιχτο να περιμένω.

Τον άκουσα να κατεβάζει το εσώρουχό του. Με την φαντασία μου, είδα το τεράστιο πέος του να στέκεται περήφανο ψηλά, έτοιμο να βρει θαλπωρή στην ζεστή τρυπούλα μου.

Βάρεσε μερικά πουτσοσκαμπίλα στα κωλομάγουλα παρατείνοντας βασανιστικά την προσμονή μου.

«Έτοιμος;» ρώτησε καθώς ακουμπούσε τον πρησμένο πουτσοκέφαλο στον σφικτήρα μου.
«Για σας, πάντα έτοιμος Αφέντη».
«Ε, τότε... Πάρτον!!!» φώναξε, και πίεσε το πέος του μέσα μου με όλο του το βάρος.

Για μια στιγμή τα χέρια μου λύγισαν από το βάρος του κορμιού του και τα χείλη μου «φίλησαν» το πάτωμα. Άνοιξα διάπλατα το στόμα μου και έβγαλα έναν κλαψιάρικο αναστεναγμό, καθώς προσπαθούσα να καταπνίξω ένα ουρλιαχτό. Ο πόνος ήταν δυνατός. Το μεγάλο και χοντρό πέος του Αφέντη, σε συνδυασμό με το τσούξιμο λόγω της απουσίας εφαρμογής κάποιου λιπαντικού, μου προκάλεσαν δυνατό αίσθημα δυσφορίας, προκαλώντας ταυτόχρονα την βίαιη και ακανόνιστη συστολή του σφικτήρα μου. Ακριβώς αυτός ήταν και ο σκοπός του Αφέντη, μιας και αυτές οι συσπάσεις είναι που τον διεγείρανε τόσο πολύ.

«Έτσι!» αναφώναξε. «Να σ’ ακούω να σκούζεις μικρέ! Για να ξέρεις ποιος είναι ο γαμιάς σου!»

Σύντομα, χάρις στις ρυθμικές κινήσεις του Αφέντη, ο πόνος υποχώρησε κάπως, ενώ το τσούξιμο παρέμενε σε ανεκτά επίπεδα. Πού και που ο Αφέντης τέντωνε το σώμα και με το χέρι του βαρούσε δυνατά σκαμπίλια στα κωλομέρια.

Σύντομα ένοιωσα τον ρυθμό του να επιταχύνεται και κατάλαβα πως η ώρα για να τελειώσει ήταν κοντά. Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα ένοιωσα τα στιβαρά του χέρια να σφίγγουν με δύναμη τους άνω γοφούς μου, κολλώντας το σώμα μου πάνω στο δικό του, και με ρυθμικές παλινδρομήσεις συνοδευόμενες από δυνατά αγκομαχητά, έχυσε το υπερπολύτιμο σπέρμα του μέσα μου.

Μετά τον τελευταίο σπασμό της λεκάνης του, παρέμεινε για λίγο μέσα μου στην στάση μου είχαμε, ώσπου το πέος του μαλακώσει και χάσει εντελώς την στύση του. Τελικά, τραβήχτηκε και βγήκε από μέσα μου. Αφέθηκα και κατέρρευσα στο πάτωμα προσπαθώντας να βρω την αναπνοή μου. Γλιστρούσα στα κρύα πλακάκια καθώς το σώμα μου είχε μουσκέψει από τον ίδρωτα.

Άκουσα τον Αφέντη πίσω μου να αρπάζει μερικά χαρτομάντιλα από την κούτα που βρισκότανε στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ και να σκουπίζει το πέος του. Όταν τέλειωσε, τα πέταξε κάτω, σήκωσε το εσώρουχό του, ταχτοποίησε το φανελάκι του μέσα από το λάστιχο και άραξε αναπαυτικά στον καναπέ.

Μάλλον θα πρέπει να κοίταξε την ώρα γιατί μου είπε: «Ωραία περάσαμε. Και πάνω στην ώρα. Σε κάνα δεκάλεπτο αρχίζει το έργο. Καθάρισε δω πέρα, και τον εαυτό σου, και έλα ν’ αράξουμε».

Βρήκα το κουράγιο να σηκωθώ όρθιος, νιώθοντας ταυτόχρονα τον πρωκτό μου να στέλνει σουβλιές πόνου στον εγκέφαλό μου. Αυτός ο πόνος με ερέθιζε με αποτέλεσμα το πέος μου να εξακολουθεί να είναι σκληρό.

Όταν ο Αφέντης το παρατήρησε αυτό είπε: «Χμ... Δεν ξεκαύλωσες ε; Πόσες μέρες έχεις να χύσεις μικρέ;»
«Εννέα μέρες Αφέντη», απάντησα.

Μετρούσα την κάθε ημέρα. Εγώ ήξερα το πόσο υπέφερα. Αλλά ως γνωστόν, το πέος, μαζί με το υπόλοιπο σώμα, ανήκει στον Αφέντη και όχι σε εμένα. Αυτός μόνο αποφασίζει το πότε μπορώ να αυνανιστώ και να εκσπερματώσω.

«Τόσο πολύ ε; Χμ... Καλά. Σου επιτρέπω να αυνανιστής, εδώ, μπροστά μου. Θέλω να σε δω να χύνεις το φορτίο σου. Και θέλω να προσπαθήσεις να πετύχεις το πρόσωπό σου, και κυρίως το στόμα σου».

Χαρούμενος που ο Αφέντης επιτέλους μου έδινε άδεια να αυνανιστώ, ξάπλωσα στο πάτωμα ανάσκελα με τα σκέλια μου προς το μέρος του, γράπωσα το πέος μου και άρχισα να αυνανίζομαι.

Ο οργασμός μου ήρθε με την υπερταχεία. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ανασήκωνα με σπασμωδικές κινήσεις την λεκάνη μου, εκτοξεύοντας έναν πίδακα λευκής κρέμας επάνω μου. Το περισσότερο έπεσε κοντά στο πιγούνι και στο στέρνο μου, αλλά λίγο κατάφερε να φτάσει μέχρι το στόμα. Η γωνία που κράταγα το πέος μου καθώς έχυνα δεν ήτανε η σωστή.

«Βλέπω πολύ πράγμα πήγε χαμένο... Με στεναχώρησες μικρέ», είπε ο αφέντης. Η καρδιά μου σφίχτηκε από στεναχώρια. Κρίμα, σκέφτηκα, και ήτανε μια τόσο υπέροχη ημέρα. Κρίμα που απογοήτευσα τον Αφέντη στο τέλος. «Δεν πειράζει όμως... Θα σε συγχωρήσω για σήμερα γιατί ήσουν καλό παιδί και ευχαρίστησες τον Αφέντη σου. Σκούπισε τα χύσια με τα χέρια σου και φάτα όλα. Μετά συμμάζεψε και έλα να κάτσουμε να δούμε την ταινία. Άιντε! Τώρα!»

«Με λαιμαργία σκούπισα και κατάπια κάθε σταγόνα του σπέρματός μου. Όταν σιγουρεύτηκα πως ήμουν καθαρός, σηκώθηκα και καθάρισα τα πεταμένα χαρτομάντιλα. Πήγα πήρα την βιλέντα και καθάρισα το μέρος από τον ιδρώτα, και αφού ξαναφόρεσα το εσώρουχό μου, πλησίασα και έκατσα στα γόνατα στο πάτωμα.

«Γύρνα», με πρόσταξε.

Γύρισα και τον κοίταξα στο πρόσωπο. Με κοιτούσε τρυφερά. Μετά είδα το χέρι του που χτυπούσε απαλά με την παλάμη του τον καναπέ. Μου έκανε νόημα να σηκωθώ και να κάτσω δίπλα του. Το έκανα νιώθοντας την καρδιά μου να φτερουγίζει από χαρά.

Μόλις έκατσα άπλωσε το χέρι του, και καθώς ξάπλωνε ανάσκελα με ανάγκαζε να ξαπλώσω ανάσκελα πάνω του. Ταχτοποίησε το κεφάλι του στο μπράτσο του καναπέ καθώς εγώ βόλευα το κεφάλι μου πάνω στο στέρνο του. Μου χάιδεψε τα μαλλιά. Πόσο το λάτρευα αυτό!

Πήρα μία βαθιά αναπνοή που την αφίσα να βγει αργά, μακρόσυρτα.

«Και τώρα ας απολαύσουμε το έργο», είπε, καθώς τέντωνε το χέρι του ανεβάζοντας τον ήχο με το τηλεκοντρόλ. Η ταινία άρχιζε και ήδη έπαιζαν οι τίτλοι...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

6. Συνέντευξη με έναν slave...


Ο αγαπητός και εκπληκτικός blogger Pisoglendis, μου πήρε συνέντευξη και την δημοσίευσε στο blog του με τον τίτλο: «Συνέντευξή με έναν slave».



Τον ευχαριστώ για την τιμή και εύχομαι μέσα από τις λίγες αυτές κουβέντες που ανταλλάξαμε να ξεκαθαρίστηκαν κάποια πράγματα σχετικά με το BDSM. Μην διστάσετε να αφήσετε εκεί τα σχόλια ή τις ερωτήσεις σας.



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

5. Εκπαιδεύοντας... [μέρος 2o]


[Δημοσιεύω την συνέχεια της ιστορίας που μου έστειλε ο "dimitris27", ένας αναγνώστης του blog μου, η οποία περιγράφει την αρχή της εκπαίδευσης ενός slave. Μου άρεσε πολύ κι εύχομαι να σας αρέσει και σε σας. Αφήστε τα σχόλιά σας και πείτε στον φίλο "dimitris27" την γνώμη σας]


Φίλε Αλέξανδρε,
Αυτή είναι η συνέχεια της ιστορίας για το πώς ξεκίνησε μια σχέση μεταξύ ενός Μaster και ενός slave. Είναι το δεύτερο μέρος. Θα έχει και συνέχεια. Εύχομαι να σου αρέσει.


Είχαν πέρασαν δύο βδομάδες και ακόμη δεν είχα ακούσει νέα από τον σκλάβο μου. Έχει χιονίσει και ο καιρός περνάει δύσκολα στο μέρος που είμαι. Μόλις τελείωσα την δουλεία μου και γύρισα σπίτι κουρασμένος. Είπα να φάω κάτι και μετά, αφού ελέγξω τα email μου, να την πέσω λιγάκι. Και εκεί που έλεγχα τα εισερχόμενα, είδα το γνωστό όνομα του δούλου μου. Μου έλεγε τι είχε γίνει και δεν είχε επικοινωνήσει μαζί μου τόσο καρό. Μου ζητούσε συγνώμη, και ότι ήθελε να συναντηθούμε για να αναθερμάνουμε αυτό που ξεκινήσαμε. Έτσι του έστειλα μήνυμα πως για να τον συγχωρέσω θα έπρεπε να το αξίζει. Κανονίσαμε να έρθει στην πόλη και να βρεθούμε το ίδιο βράδυ σε μια καφετέρια. Θα πήγαινε πρώτος για να με περιμένει και δεν θα έφευγε όσο και αν αργούσα. Αν έφευγε δεν θα με ξανάβλεπε.

Έτσι, έκανα μπάνιο, ξυρίστηκα και περίμενα να έρθει h ώρα. Κατά τις οκτώμισι ξεκίνησα για την καφετέρια, και ενώ πέρασε μια ώρα από την κανονική ώρα που είχαμε κανονίσει, τον βρήκα να περιμένει στο τραπέζι χωρίς να πίνει κάτι. Τα είπαμε, και μετά από μια ώρα περίπου, ξεκινήσαμε για το σπίτι μου. Πρώτος πήγαινα εγώ και ακολουθούσε από πίσω, πιστός σαν σκυλάκι, χωρίς να βγάλει κιχ. Άνοιξα την πόρτα και του είπα να περιμένει στην πόρτα χωρίς να κουνηθεί, αλλιώς θα υπήρχε τιμωρία. Μόλις τελείωσα με αυτό που είχα να κάνω, τον φώναξα μέσα στο μπάνιο για επιθεώρηση, να δω πόσο έτοιμος και καθαρός είναι. Έτσι, ενώ έκανα έλεγχο, εντόπισα, σε ελάχιστο βαθμό, ότι δεν ήταν έτοιμος και τον άρπαξα από τα μαλλιά και τον έβαλα μέσα στην μπανιέρα, άνοιξα το ζεστό νερό να τρέχει και του έβαλα το λάστιχο μέσα του, με πίεση, και του έκανα ένα καλό κλύσμα. Του είπα πως αν δεν καθαρίσει εντελώς, θα τον διώξω με τις κλωτσιές από το σπίτι.

Μόλις καθάρισε εντελώς, του είπα να σκουπιστεί και να έρθει μέσα στο δωμάτιο στα τέσσερα. Εν τω μεταξύ, εγώ πήγα στο δωμάτιο και περίμενα να έρθει ο άχρηστος σκλάβος μου για να με περιποιηθεί. Εντός δύο λεπτών, εμφανίστηκε στην πόρτα του δωματίου μου σαν καλό σκυλάκι, με το λουράκι του στο στόμα έτοιμο για την υποταγή του. Του ζήτησα να έρθει κοντά μου και να μου γλύψει τα πόδια μου και να περιποιηθεί τα δαχτυλάκια των ποδιών μου ένα-ένα. Έτσι και έκανε. Ήρθε κοντά μου και άρχισε να γλύφει το πόδι και τα δάχτυλα ένα-ένα. Μόλις πήγε να αρχίσει να γλύφει το άλλο πόδι, ένιωσε ένα χέρι να του τραβάει τα μαλλιά δυνατά.

«Σου Είπα να σταματήσεις από το πρώτο πόδι και πήγες στο άλλο άχρηστε σκλάβε;» Συνέχισε να γλύφει το πρώτο πόδι και μόλις είδα ότι ήταν εντάξει του είπα να αρχίσει και το άλλο.

Μόλις τελείωσε, του είπα να κάτσει σαν σκυλάκι στα πίσω πόδια του και να ανοίξει το στόμα του. Έτσι και έκανε. Μόλις το άνοιξε, του έβαλα το εσώρουχο μου και μετά του έβαλα και ταινία γύρω-γύρω, φιμώνοντάς τον. Στην συνέχεια, του έδεσα τα χέρια πίσω από τις πλάτες και τον οδήγησα στο κρεβάτι, όπου και τον έδεσα γονατιστό στο πάτωμα και τα χέρια από την απέναντι πλευρά του κρεβατιού. Του έδεσα τα αρχίδια με το ειδικό cock ring και από εκεί του κρέμασα δύο βαρίδια. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά πάνω του. Ναι, όντως, το κωλαράκι του είχε το φυσικό του χρώμα και κάτι έπρεπε να γίνει γι αυτό. Έτσι έλαβε δράση το χέρι μου και, χτύπημα με το χτύπημα, του έκανα το κωλαράκι κατακόκκινο, και έτσι έπαιρνε το χρώμα που ήθελα να έχει.

Καθώς ήταν γονατιστός, πήρα τον δονητή και του έβαλα λίγο λιπαντικό. Τον ρώτησα αν είναι έτοιμος να νιώσει κάτι δυνατό και του έχωσα τον δονητή μέσα του, τέρμα, όσο πάει. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή, όσο μπορούσε να βγάλει δηλαδή με το βρακί μου στο στόμα του. Του τον έχωσα δυνατά και τον έπαιζα γρήγορα και δυνατά μέσα του. Μόλις ένιωσα ότι ήταν έτοιμος για τον πιο μεγάλο δονητή, έβγαλα αυτόν που είχε μέσα, και αμέσως του έβαλα έναν πιο μεγάλο. Τον έβλεπα να λιώνει από πόνο και από καύλα, και τον έχωνα πιο δυνατά μέσα του. Μόλις τέλειωσα με τους δονητές, τον άφησα εκεί δεμένο και του είπα πως κάνω ένα διάλειμμα για κάνα εικοσάλεπτο και ότι θα επιστρέψω.

Μόλις επέστρεψα, του είπα ότι θα του δώσω ένα δωράκι, επειδή μέχρι τώρα ήταν πολύ καλό και υπάκουο σκλαβάκι. Του έβγαλα την ταινία και το σώβρακο και του είπα να κλείσει τα μάτια του και να ανοίξει το στόμα του. Του έβαλα τον πούτσο μου μέσα στο στόμα του και του είπα να με γλείψει όσο πιο καλά μπορεί, και αλίμονο αν νιώσω ένα δόντι του πάνω του. Εκεί που με έγλυφε, του είχα μια έκπληξη. Άρχισα να τον κατουράω, κατευθείαν μέσα στο λαρύγγι του. Μόλις το ένιωσε αυτό, πήγε να τον βγάλει έξω. Του είπα, με ύφος, να μην τολμήσει και τον βγάλει έξω από το στόμα του, ούτε να πετάξει έξω από αυτό το πολύτιμο κάτουρό μου, αλλιώς, αλίμονό του! Έτσι και έκανε. Τα ήπιε όλα μέχρι την τελευταία σταγόνα. Με έγλειψε για περίπου τριάντα λεπτά, μέχρι που έχυσα το πολύτιμο σπέρμα μου στο στόμα του και τα κατάπιε όλα. Του είπα ότι το βράδυ θα το περάσει μαζί μου και ότι θα κοιμηθεί στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι μου, σαν καλό σκυλάκι που ήταν...

(συνεχίζεται)



dimitris27


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

4. Εκπαιδεύοντας... [μέρος 1o]


[Με μεγάλη μου χαρά, δημοσιεύω την πρώτη ιστορία που μου έστειλε ένας αναγνώστης του blog μου, η οποία περιγράφει την αρχή της εκπαίδευσης ενός slave. Μου άρεσε πολύ κι εύχομαι να σας αρέσει και σε σας. Αφήστε τα σχόλιά σας και πείτε στον φίλο "dimitris27" την γνώμη σας.]


Φίλε Αλέξανδρε,
Αυτή είναι μια ιστορία για το πώς ξεκίνησε μια σχέση μεταξύ ενός Μaster και ενός slave. Είναι το πρώτο μέρος, και θα έχει και συνέχεια. Εύχομαι να σου αρέσει.


Ονομάζομαι Δημήτρης και είμαι είκοσι επτά ετών. Επειδή τα απογεύματα δεν έχω και πολλά πράγματα να ασχοληθώ, κάθομαι και ασχολούμαι με τον υπολογιστή μου και σερφάρω σε κανάλια πονηρού περιεχομένου. Μπαίνω σε chat-rooms και ψάχνομαι. Έχω βρεθεί με άτομα από τα rooms αυτά, είτε για καφέ, είτε για γνωριμίες και κάτι σεξουαλικό. Βασικά, για να πω την αμαρτία μου, έχω και μια άλλη πλευρά στην σεξουαλική μου ζωή. Αυτή η πλευρά λέγεται bizarre ή kinky.

Στην kinky πλευρά, με ενδιαφέρει το bondage, S/M και το Master-slave relationship. Έτσι, μετά από πολύ ψάξιμο, γνώρισα ένα άτομο από άλλη πόλη της Ελλάδος. Να διευκρινίσω κάτι, σε αυτό το παιχνίδι είμαι πάντα ο Master. Έτσι, μετά από λίγο καιρό που μιλούσαμε, αποφασίσαμε να βρεθούμε. Κανονίσαμε να βρεθούμε στο σπίτι μου. Στο σπίτι μου έχω διαμορφώσει ένα δωμάτιο σε ειδικό χώρο για τέτοιου είδους παιχνίδια. Πριν την συνάντηση, του έδωσα μερικές οδηγίες για το πώς και πότε να έρθει. Του είπα να βάλει μπλουτζίν, μπλούζα, όχι εσώρουχο, άσπρες κάλτσες και σπορτέξ παπούτσια.

Την επόμενη μέρα, και καθώς ετοίμαζα το δωμάτιο για το session, χτύπησε το κουδούνι. Πήγα στην πόρτα και εκείνος με περίμενε στο σκαλάκι στα γόνατα όπως του είχα πει. Του άνοιξα την πόρτα και του είπα να απλώσει τα χέρια του. Το έκανε και του έβαλα χειροπέδες στα χέρια και του έδωσα να κρατάει ένα κολάρο στα χέρια του. Μετά του είπα να έρθει μέσα, στα γόνατα, μέχρι το δωμάτιό μου. Εκείνος υπάκουσε και άρχισε να με ακολουθεί στα γόνατα του μέχρι το δωμάτιό. Εγώ ξάπλωσα στο κρεβάτι και περίμενα.

Εκείνος περίμενε να του φορέσω το κολάρο, εγώ του είπα ότι θα του κάνω πρώτα μια επιθεώρηση να δω αν φοράει ό,τι του είχα υποδείξει. Του είπα να ξεκουμπώσει το παντελόνι και εκείνος το έκανε. Δεν φορούσε εσώρουχο. Μετά του ζήτησα να μου δείξει τις κάλτσες του, αλλά αντίκρισα κάτι που με δυσαρέστησε. Δεν φορούσε άσπρες κάλτσες. Του ζήτησα εξηγήσεις. Μου είπε ότι δεν βρήκε.

«Και είναι αυτή δικαιολογία άχρηστε δούλε;» τον ρώτησα νευριασμένος. «Μόλις κέρδισες είκοσι χτυπήματα με το μαστίγιο ανάξιε δούλε,» του είπα.

Στην συνέχεια του ζήτησα να σηκωθεί και να πάει στην άλλη άκρη του δωματίου. Εγώ κάθισα στο κρεβάτι και του ζήτησα να μου κάνει στριπ-τιζ. Χωρίς μουσική. Αν εμένα ευχαριστημένος, δεν θα τον τιμωρούσα. Εκείνος ξεκίνησε και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του ένα-ένα χορεύοντας. Όταν τα έβγαλε όλα, του είπα να έρθει σε μένα, γονατιστός, μπροστά μου, και να μου ξεκουμπώσει το φερμουάρ του παντελονιού μου με τα δόντια του μέσα σε τρία λεπτά. Αν δεν το έκανε, θα κέρδιζε τρία λεπτά τιμωρία ορθοστασίας, με γυρισμένη την πλάτη στον τοίχο, με το ένα πόδι στον αέρα και τα χέρια πίσω από το κεφάλι.

Έτσι άρχισε με τα δόντια του να προσπαθεί να ξεκουμπώσει το φερμουάρ μου. πέρασαν 3 λεπτά και δεν κατάφερε να το πιάσει καν με τα δόντια. Μόλις του είπα την λήξη του χρόνου, εκείνος πήγε στον τοίχο και πήρε την στάση που του υπέδειξα.

Μετά τα τρία λεπτά τον διέταξα να έρθει προς το μέρος μου. Τον είπα να κάτσει όρθιος και με τα πόδια του ανοιχτά. Πήρα ένα σχοινάκι και έδεσα τα αρχίδια του με αυτό και το αφίσα να κρέμεται. Μετά, πήρα ένα βαρίδιο γυμναστικής του ενός κιλού και το έδεσα στην άκρη του σχοινιού που κρεμότανε κάτω. Του είπα να κάτσει ακίνητος έτσι για λίγο. Αφού είδα ότι άντεχε, και έπαιρνε και άλλο, του πρόσθεσα ακόμη ένα του ενός κιλού. Μετά πήγα από πίσω του και πήρα το cane και του είπα να σκύψει λίγο προς τα μπρος χωρίς να κουνηθεί. Του είπα ότι θα ξεκινήσουμε σιγά-σιγά, με λίγα χτυπήματα, και ότι έπρεπε να μετράει δυνατά και καθαρά. Έτσι ξεκίνησε.

«Ένα. Δύο, τρία, τέσσερα, πέντε,» κτλ. Και ενώ μετρούσε, ξαφνικά διέκοψε την αρίθμηση και έβγαλε ένα ουρλιαχτό πόνου, επειδή τον πόνεσαν τα βαρίδια. Και όπως είναι κατανοητό, έπρεπε να αρχίσει το μέτρημα πάλι από την αρχή. Έτσι, μετά από τρεις προσπάθειες, κατάφερε να μετρήσει έως το δέκα. Μόλις τελείωσε, του είπα ότι τα πρωτάκια μετράνε πιο καλά και πιο γρήγορα από αυτόν.

Του ζήτησα να γυρίσει προς το μέρος μου και να γονατίσει μπροστά στον πούτσο μου. Του ζήτησα να με γλύψει, αλλά χωρίς να ακουμπήσει τα δόντια του επάνω στον πούτσο μου. Μόλις ένιωθα ότι ακουμπάνε επάνω μου τα δόντια του, έτρωγε μια δυνατή σφαλιάρα στο πρόσωπο. Αν το ξανάκανε, του χτυπούσα τα αρχίδια με την γροθιά μου.

Στην συνέχεια, τον ξάπλωσα στο κρεβάτι που είχα στο δωμάτιο και τον έδεσα μπρούμυτα με τα ποδιά και τα χέρια ανοιχτά, σαν «Χ». Του έδεσα το στόμα και τα μάτια, και στην συνεχεία πήρα τα dildos. Του έβαλα αρκετό λιπαντικό και μετά, σιγά-σιγά, άρχισα να του βάζω τον πιο μικρό, για λίγο, μέχρι να αρχίσει να χαλαρώνει. Μετά από είκοσι λεπτά, πήρε και τον μεγαλύτερο από όλους.

Πήρα μια πιο βαριά και μεγάλη βέργα από ξύλο, και του είπα ότι αρχίζει το heavy play με αυτό. Θα έφευγε με πολλά σημάδια στον κώλο του και αρκετές μελανιές. Έτσι άρχισα να χτυπάω αργά και σιγά, και όσο περνούσε η ώρα ανέβαινε ο ρυθμός. Μέτρησε περίπου ογδόντα χτυπήματα, μετά, χάσαμε τον λογαριασμό. Εγώ όμως μέτρησα περίπου είκοσι σημάδια που φαινόντουσαν έντονα, και τα οποία θα γινότανε μελανιές μετά από λίγες ώρες.

Μετά έδεσα τα ποδιά του ώστε να είναι ψηλά στον αέρα, με τις πατούσες του στο πρόσωπο μου, να τις βλέπω και να καυλώνω, έτοιμες για την τιμωρία. Του άρεσε, λέει, αυτό με τα ποδιά και ότι άντεχε πολύ από αυτό. Μπορώ να πω έφαγε περισσότερο ξύλο στα ποδιά παρά στον κώλο. Δεν μπορούσε να περπατήσει για τέσσερις μέρες μετά από αυτό, μου είπε αργότερα. Αυτό ήταν το πρώτο δυνατό session με ξύλο στον κώλο και στα ποδιά.

Σε αλλά sessions κάναμε πασάλειμμα με κερί σε όλο το σώμα, ειδικά στις ρώγες. Μανταλάκια, ξύλο με ξυλάκια από bamboo και βαράκια στις ρώγες. Αυτό που με άρεσε πολύ, ήταν όταν τον τύλιξα ολόκληρο με ειδική, διαφανή μεμβράνη περιτυλίγματος, και άφησα μόνο τον πούτσο του ελεύθερο στα χέρια μου και στις ορέξεις μου. Του έβαλα sounds στην ουρήθρα, μέχρι να πάει όλο μέσα. Του έριξα κερί στο κεφαλάκι του πούτσο και στον κορμό. Τον έκανα να χύσει δύο φορές και τον κράτησα καυλωμένο για πολλή ώρα ακόμα.

Μετά δοκιμάσαμε το breath play. Αν και το φοβάμαι αυτό, ήθελε πολύ να το δοκιμάσει. Έτσι το κάναμε και αυτό αλλά όχι για πολύ ώρα. Του έκλεινα το στόμα και την μύτη με τα χέρια μου για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβω ότι δεν αντέχει άλλο. Μπορώ να πω ότι το βρήκα αρκετά ερεθιστικό όταν τον είδα εντελώς ανήμπορο να αντισταθεί.

Στο τέλος του είπα πως θέλω να με κάνει να χύσω μέσα σε δέκα λεπτά. Αν δεν τα κατάφερνε, δεν θα του έβαζα το κολάρο. Το κολάρο σήμαινε πολλά για μένα και έπρεπε να περάσει όλες τις δοκιμασίες για να δικαιούται να το φορέσει ως επίσημος δούλος μου, αλλιώς, την επόμενη φορά... Και θα περνούσε τα ίδια από την αρχή. Μέχρι να τα καταφέρει. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε, και δεν έγινε η τελετή. Ανυπομονώ όμως να του επαναλάβω τις τιμωρίες και πάλι.

(συνεχίζεται)



dimitris27