Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσιμπούκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσιμπούκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

10. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 2ο]


Είχε πάει μεσημέρι πλέον και η ζέστη είχε γίνει ανυπόφορη. Ενημέρωσα τον κύριο Θανάση, πως θα έπρεπε να πάω στην ταβέρνα του χωριού για να παραλάβω την καθημερινή παραγγελία του μεσημεριανού φαγητού των εργατών, και πως μετά το φαγητό θα έπεφταν για απογευματινή ξεκούραση. Με ρώτησε γιατί δεν είχα κανονίσει αυτή την δουλεία να την κάνει κάποιος από τους δυο έλληνες επιστάτες. Του απάντησα πως δεν μου είχε περάσει από το μυαλό αυτή η ιδέα.

«Πραγματικά είσαι απίστευτο κουτάβι,» μου είπε. «Δεν είσαι καθόλου καλός στο να διαχειρίζεσαι ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ολοφάνερο πως είσαι μαθημένος να μην, δίνεις αλλά να παίρνεις εντολές». Δεν απάντησα και συνέχισε: «Θα πάμε μαζί να πάρουμε το φαγητό και να τους το πάμε και θα μιλήσω εγώ στους δικούς μας για τις νέες τους αρμοδιότητες».
«Μα, αυτό θα προκαλέσει υποψίες,» είπα, σηκώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής μου για να διαμαρτυρηθώ για αυτήν του την παρέμβαση.

Από τα μάτια του κατάλαβα πως θα έπεφτε χαστούκι, αλλά όταν πλέον συνειδητοποίησα τον λόγο ήταν πολύ αργά για να επανορθώσω. Ενστικτωδώς τραβήχτηκα πίσω και απέφυγα το χτύπημα.

Σηκώθηκε όρθιος και με πλησίασε. Τρόμαξα και αποτραβήχτηκα προς τα πίσω προστατεύοντας το πρόσωπο μου με τα χέρια μου.

«Τι σου είπα πριν μικρό και χαζό κουτάβι; Ε;! Δεν σου είπα πως θα με αποκαλείς πάντα, μα πάντα κύριο; Και δεν σου είπα επίσης πως θα δέχεσαι με σεβασμό την όποια τιμωρία σου; Θυμάσαι τι είχαμε πει γι’ αυτό το θέμα;» Δεν τόλμησα να απαντήσω και συνέχισε με αυστηρή φωνή: «Είπαμε, πως όποτε θα κάνεις την βλακεία να αποφεύγεις την τιμωρία σου, αυτή θα διπλασιάζεται. Οπότε έχουμε και λέμε: Ένα χαστούκι που δεν με αποκάλεσες κύριο, και ένα γιατί τραβήχτηκες για να τ’ αποφύγεις. Πόσο μας κάνει; Απάντησε χωριατόπαιδο!»

«Δύο, κύριε,» απάντησα όταν κατάλαβα πως έτσι είχαμε συμφωνήσει για το ιδιότυπο αυτό παιχνίδι. «Δύο χαστούκια κύριε».
«Κι’ όμως κάνεις λάθος κουταβάκι. Τα χαστούκια είναι τέσσερα. Μπορείς να καταλάβεις γιατί; Έλα, δεν είναι δύσκολο, θα σου δώσω λίγο χρόνο να το σκεφτείς».

Είχα αρχίσει να τρομάζω γιατί ήμουν σίγουρος πως μόνο δυο χαστούκια δικαιούμουν κι όχι τέσσερα όπως έλεγε. Άρχισα να πιστεύω πως τελικά ο κύριος Θανάσης ήταν στην πραγματικότητα κάποιος τρελός. Έστεκε όμως με αυστηρό βλέμμα απέναντί μου, χωρίς να κουνιέται, δίνοντας μου λίγο χρόνο να ηρεμήσω και να σκεφτώ πιο καθαρά. Τότε μου ήρθε η απάντηση μέσα στο μυαλό.

«Επειδή... Επειδή όταν σηκωθήκατε για να με δείρετε τραβήχτηκα προς τα πίσω και σκεπάστηκα με τα χέρια;»
«Ακριβώς!» είπε με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. «Οπότε είσαι έτοιμος να υποστείς σαν καλό εκπαιδευόμενο κουτάβι τα οχτώ χαστούκια της τιμωρίας σου;»
«Οχτώ;! Μα...»
«Ξέχασες πάλι να με αποκαλέσεις κύριο, μικρέ. Άρα...»
«Ο έλεος!» αναφώνησα θυμωμένα. Είχε αρχίσει να με κουράζει αυτό το παιχνίδι που μου τέντωνε τα νεύρα.

Αυτό ήταν. Ο κύριος Θανάσης είχε χάσει την υπομονή του. Τέντωσε το χέρι του και γραπώνοντας μου δυνατά τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι μου προς τα πίσω. Για άλλη μία φορά σήκωσα τα χέρια μου για να ελευθερωθώ, μόνο και μόνο για να λάβω τα άγρια λεκτικά του δαγκώματα.

«Κάτω τα χέρια κοπρόσκυλο για’ θα σου κόψω τ’ αρχίδια! Κάτω γιατί αλλιώς θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου. Κάτω το κέρατό μου!»

Υπάκουσα και άφησα τα χέρια μου να γλιστρήσουν στο πλάι. Είχα τρομάξει κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

«Μέτρα δυνατά και καθαρά τα χαστούκια. Ξεκινάμε».
Έσκασε το πρώτο χαστούκι στο μάγουλο.
«Ένα,» είπα, προσπαθώντας να καταπιώ την σκέψη πως θα καθόμουνα να φάω άλλα επτά δυνατά σκαμπίλια.
«Ένα... Κύριε! Πόσο δύσκολο είναι γαμώ το στανιό μου να το μάθεις αυτό ρε τσογλάνι; Ε; Θέλεις να με βγάλεις απ’ τα ρούχα μου; Κανονικά είναι δεκάξι τα χαστούκια σου γιατί τόλμησες πριν να μου υψώσεις την φωνή, χωρίς καν να με αποκαλέσεις με τον σωστό τρόπο. Τώρα θα πρέπει να στα κάνω τριάντα δύο–»
«Έλεος κύριε!» φώναξα. «Έλεος, λυπηθείτε με! Θα μάθω σας το υπόσχομαι, θα μάθω κύριε».
«Όντως μικρέ, θα σε λυπηθώ γιατί είσαι πρωτάρης και επειδή είναι εβδομάδα προσαρμογής. Αλλά θα φας τα δεκάξι χαστούκια σου και θα τα μετράς χωρίς να ξεχάσεις να με αποκαλείς με τον σωστό τρόπο. ’Ντάξει;»
«Μάλιστα κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε».
«Συνεχίζουμε λοιπόν,» είπε και έσκασε το δεύτερο χαστούκι.
«Δύο, κύριε». Τρίτο χαστούκι. «Τρία, κύριε». Τέταρτο, πέμπτο...

Συνεχίστηκε αυτό μέχρι και το δέκατο έκτο χαστούκι, οπότε ελευθέρωσε το κεφάλι μου και έκατσε πίσω στην θέση του. Έγειρα μπροστά και πιάστηκα από το τραπέζι για να μην πέσω. Ζαλιζόμουν και νόμιζα πως έχανα την ισορροπία μου.

«Δεν είναι τίποτα,» μου είπε ψύχραιμα καθώς άναβε ένα τσιγάρο. «Είναι γιατί από το κούνα-κούνα και που σφίχτηκες, ζόρισες τ’ αυτιά σου. Κάτσε ακίνητος για ένα λεπτό και θα σου περάσει. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Πάντως, στο μέλλον θα σου συνιστούσα να μην σφίγγεσαι. Αυτό χειροτερεύει την ένταση με την οποία το σώμα σου δέχεται τα χτυπήματα».

Σήκωσα το χέρι μου και σφούγγισα λίγα δάκρυα που είχαν τρέξει στα μάγουλα με το μανίκι του πουκάμισού μου.

«Χριστέ μου! Αυτό πόνεσε,» είπα.
«Σ’ εμένα απευθύνεσαι μικρέ;» ρώτησε ο κύριος Θανάσης.
«Όχι, στον εαυτό μου κύριε».
«Α! Οκέι τότε. Στον εαυτό σου μπορείς ν’ απευθύνεσαι όπως θέλεις. Αλλά έτσι και απευθυνόσουν σε μένα και είχες ξεχάσει πάλι το "κύριος", θα ’πρεπε να σε τιμωρήσω πάλι».
«Όχι κύριε, αυτό θα ήταν περιττό. Έχω μάθει το μάθημα μου κύριε».

«Καλώς. Πίσω στο θέμα μας λοιπόν. Όπως έλεγα. Θα πάμε στο χωριό να πάρουμε το φαΐ να ταΐσουμε τα παιδιά και να ξεκαθαρίσουμε το θέμα με τους δικούς μας. Πώς τους λένε;»
«Κώστας και Στέλιος κύριε».
«Και ποια τα πόστα τους;»
«Ο Κώστας είναι υπεύθυνος για τις ελιές και το λάδι κύριε. Ο Στέλιος ξέρει και από κλάδεμα γιατί είχε δικά του χωράφια παλιότερα και τον έχω για πιο γενικά καθήκοντα, κύριε».
«Οπότε θα βάλουμε τον Στέλιο να κάνει την δουλειά. Έχουν αμάξι;»
«Μάλιστα κύριε. Ο Κώστας έχει. Αλλά για δουλειές της φάρμας έχω το φορτηγάκι, κύριε».
«Οκ, ας μην χάνουμε χρόνο λοιπόν,» είπε καθώς πετάχτηκε όρθιος.

Παρόλο που είχε αρκετά κιλά παραπάνω, και είχε περάσει τα πενήντα, δεν μπόρεσα να μην προσέξω πως ήταν πολύ σβέλτος και κινητικός. Προφανώς θα πρέπει να ήταν αληθινός στρατόκαυλος όταν ήταν στον στρατό.



Τα πράγματα έγιναν όπως είπε. Παραλάβαμε το φαγητό, το παραδώσαμε, έπιασε τον Στέλιο, παρόλες τις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις μου, και του είπε για τις αλλαγές. Ο Στέλιος δέχτηκε χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις. Επιστρέψαμε σπίτι όταν η ώρα κόντευε τρεις.

«Λοιπόν, πάει κι’ αυτό κουτάβι,» είπε ο Κύριος Θανάσης. «Ομολογώ πως ψιλοπείνασα. Έχει τίποτα να φάμε;»
«Ομολογώ πως δεν έχω ετοιμάσει τίποτα μαγειρευτό, κύριε. Σπάνια μαγειρεύω τα μεσημέρια, τουλάχιστον το καλοκαίρι μου έχει ζέστη. Συνήθως την βγάζω με καμιά σαλάτα, κύριε».
«Α, όλα κι’ όλα μικρέ. Από στερήσεις και σπαρτιατικές νοοτροπίες έχω χορτάσει στην ζωή μου. Θέλω να φάω κάτι καλύτερο απ’ αυτό που μου προτείνεις. Στο κάτω-κάτω, είμαι φιλοξενούμενός σου. Οφείλεις να με περιποιηθείς με το παραπάνω. Να σου πω: κότες έχεις;»
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα φοβούμενος για τα χειρότερα. Αλλά με διέψευσε.
«Ωραία! Τέλεια! Άρα θα έχεις και χωριάτικα αυγά. Λοιπόν. Θα πάς και θα μου κάνεις πατάτες τηγανιτές μ’ αυγά. Θα κόψεις και μια ντομάτα και θα περάσουμε τέλεια».
«Είστε σίγουρος κύριε; Μήπως θα σας πειράξει μ’ αυτή την ζέστη;»
«Δεν με πειράζει τίποτα. Τσακίσου γιατί πεινάω. Αλλά πρώτα πάμε μέσα να μου δείξεις το σπίτι και το δωμάτιό σου, να βάλω τον σάκο μου και να φορέσω κάτι πιο άνετο».

Τον ξενάγησα στο σπίτι του οποίου η παλαιά ατμόσφαιρα που ανέδυε του άρεσε. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ο συνδυασμός της πέτρας με το ξύλο, τα χίλια δυο μικρά ή μεγάλα μπιχλιμπίδια του παρελθόντος, κληρονομιά των παππούδων μου που φρόντισα να διασώσω και να τα φυλάξω ως ψηφίδες ενός παρελθόντος που δεν υπήρχε πια.

Είδε το δωμάτιο μου και ενέκρινε το παλιό διπλό κρεβάτι που είχα, φτιαγμένο από ξύλο και με δοκάρια στις άκρες, από τα οποία κρέμονταν κουνουπιέρες για να προστατεύομαι από τα κουνούπια τα βράδια.

Έβαλε τον σάκο του σε μια καρέκλα και με διέταξε να τσακιστώ να αρχίσω το μαγείρεμα, όσο αυτός θα άλλαζε σε κάτι πιο "άνετο".

Υπακούοντας στις εντολές του, και με τα μάγουλα μου ακόμη ζεστά από τα δυνατά σκαμπίλια που είχαν φάει πριν από λίγο, κλείστηκα στην κουζίνα όπου και έμεινα για κάνα μισάωρο φτιάχνοντας το φαγητό που μου είχε παραγγείλει. Όταν βγήκα, τον βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι φορώντας ένα λευκό φανελάκι και ένα κοντό αθλητικό σορτς. Είχε βγάλει και τα παπούτσια του και φορούσε τις κλασσικές στρατιωτικές σαγιονάρες, τις οποίες δεν πίστευα πως θα έβλεπα ποτέ ξανά στην ζωή μου.

«Έτοιμο το φαΐ μικρέ;» με ρώτησε ήρεμα.
«Μάλιστα, κύριε,» του απάντησα με κάπως δυνατή φωνή. Ο φαντάρος του παρελθόντος που κρυβότανε μέσα μου για χρόνια, είχε αρχίσει να ξυπνάει.
«Έτσι σε θέλω μικρέ!» απάντησε καθώς τινάχτηκε όρθιος. «Τσαγανό! Σιγουριά και ντομπροσύνη. Θα σε κάνω εγώ να πετάς. Φέρε να φάμε ’δώ έξω. Έχει ωραία δροσιά. Φυσάει πάντα έτσι το μεσημέρι;»
«Μετά τον Ιούλιο έχει συνήθως αυτό το ελαφρό αεράκι που ξεκινάει από το μεσημέρι και κρατάει μέχρι που να πάει να δύσει ο ήλιος, κύριε».
«Ωραία, πολύ ωραία. Στην Σαλονίκη, μιλάμε, πρέπει να ψήνεται ο τόπος...» Γύρισε και με κοίταξε. «Ακόμη ’δώ είσαι μικρέ; Τσακίσου λέμε!»

Πετάχτηκα μέσα και βάλθηκα να κουβαλάω την πιατέλα με τις πατάτες που στράγγιζαν πάνω σε απορροφητικό χαρτί. Το τηγάνι με τα αυγά να βράζουν ακόμη μέσα στο λάδι, και τέλος την σαλάτα και τις φέτες του ψωμιού.

Έκατσε και πήρε θέση στο τραπέζι που υπήρχε το κέντρο της βεράντας και άρχισε να τρώει με βουλιμία, ενώ εγώ καθόμουνα και τον κοίταζα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Φαίνεται να το αντιλήφθηκε και με μπουκωμένο στόμα μου είπε να παλουκωθώ και να φάω.

«Μπορώ;... Κύριε; » τον ρώτησα.
«Το ’σωσες... Φυσικά και μπορείς μικρέ. Είπαμε. Εδώ είν’ Ελλάδα. Μην κάνεις ό,τι βλακεία βλέπεις στις τσόντες και διαβάζεις στα χαζό-τέτοια του ιντερνέρ. Τώρα είναι ώρα φαγητού και θα φάμε. Εμπρός. Σε διατάζω».

Έπραξα όπως μου είπε. Σύντομα αδειάσαμε και γυαλίσαμε τα πιάτα με το ψωμί. Με ρώτησε αν είχα μπύρα και του έφερα αμέσως. Όταν την ήπιε, μου επέτρεψε να μαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα. Όταν τέλειωσα πρότεινε να πάμε μέσα για να ξαπλώσουμε.



Με έπιασε από το χέρι και με πήγε μέσα στο υπνοδωμάτιό μου. Είδα πως είχε ανοίξει τον σάκο του και είχε βγάλει λίγα από τα ρούχα του και τα είχε ταχτοποιήσει σε μία καρέκλα. Κατάλαβα πως είχε σκοπό να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε μαζί. Με έβαλε να ξαπλώσω σαν μικρό παιδί: Με κάθισε, με γύρισε και με έπραξε απαλά στο στήθος για να ξαπλώσω κάτω. Μετά, ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασε. Ένοιωσα αμήχανα, και μάλλον το κατάλαβε.

«Να σε ρωτήσω,» είπε. «Εσύ μόνο σουρωμένος κάνεις κρεβάτι;»
«Ε... εγώ, δηλαδή...»
«Μίλα ελεύθερα. Αν είναι να περάσουμε καλά οι δυο μας, θα πρέπει να μου πεις κάποια πράγματα για σένα. Έχεις κοκκινίσει ολόκληρος. Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Μάλιστα... κύριε! Μάλιστα. Μου συμβαίνει όταν νιώθω αμηχανία ή ντρέπομαι ή νιώθω άβολα... και τέτοια... κύριε».
«Δεν είχες ποτέ σου γκόμενο;»
«Όχι, κύριε».
«Νιώθεις άβολα δηλαδή που ξαπλώνουμε εδώ πέρα μαζί δηλαδή;»
«Για να είμαι ειλικρινής...»
«Να είσαι! Αυτό είναι διαταγή και κανόνας. Στον κύριό σου θα λες πάντα, μα πάντα την αλήθεια. Να το θυμάσαι αυτό. Είναι κα-νό-νας», συλλάβισε την τελευταία λέξη με έμφαση.

«Μάλιστα, κύριε. Για να είμαι ειλικρινής, νιώθω αρκετά άβολα. Δεν έχω συνηθίσει να μοιράζομαι το κρεβάτι μου με άλλον. Ό,τι και να γινότανε με άλλους άντρες, στο τέλος καταλήγαμε πάντα ο καθένας στο κρεβάτι του».
«Μάλιστα... Ωραία. Πολύ γουστάρω. Έχω τόσα πολλά να σου μάθω μικρό κουτάβι. Πραγματικά είσαι κελεπούρι για μένα. Λοιπόν,» είπε με έμφαση. «Για να σπάσει ο πάγος, και να σπάσει λίγο απότομα για να μην το ξημερώσουμε, πάρε μου ένα καλό τσιμπούκι να χαλαρώσω. Μια πίπα είναι ό,τι πρέπει μετά το γεύμα για να πάρω έναν καλό υπνάκο».
«Τώρα;»
«Εμ’ πότε; Αύριο; Τώρα φυσικά. Και σκύψε λίγο να φας το χαστούκι σου. Ξέρεις γιατί;»

Ήξερα, και έσκυψα γνωρίζοντας πως αν δεν το έκανα, θα ακολουθούσαν χειρότερα. Αφού με χαστούκισε, έβαλε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του και επανέλαβε την επιθυμία του για τσιμπούκι.

Αν και ομοφυλόφιλος, δεν ανήκα στην κατηγορία αυτών που με ευκολία, και υπό το προδοτικό φως της ημέρας, επιδίδονται με ευκολία στην σεξουαλική πράξη. Η σιγουριά όμως που ανέδυε ο κύριος Θανάσης, ο τρόπος με τον οποίον το βλέμμα, μα και η όλη στάση του σώματός του, πρόδιδαν πως περίμενε να εκτελεστεί η επιθυμία του, σύντομα με υπέταξαν.

Σηκώθηκα στα τέσσερα και πλησίασα τον καβάλο του. Έβαλα το χέρι μου επάνω του και τον ψηλάφισα. Δεν θυμόμουν και πολλά από την προηγούμενη φορά, και σίγουρα δεν θυμόμουν το πέος και τις διαστάσεις του. Έτσι, ένοιωσα μια έκπληξη όταν ένοιωσα το μέγεθός του πέους του που, ενώ ήταν ακόμη πεσμένο, γέμισε με ευκολία την παλάμη μου.

«Έτσι μπράβο μικρέ,» είπε βγάζοντας έναν μακρύ αναστεναγμό. «Παίξε μαζί του, κάνε χαδάκια. Δεν δαγκώνει. Αλλά μη μας πάρει και πολύ. Θέλω να κοιμηθούμε και καμιά ωρίτσα».
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα, και έστρεψα πάλι την προσοχή μου στο πέος του που τώρα σιγά-σιγά σκλήραινε.

Το χάιδευα πάνω από το γλιστερό ύφασμα του αθλητικού του κοντού σορτς και το ένιωθα να σηκώνεται και να πιέζει το ύφασμα με όλο και αυξανόμενη ένταση. Σύντομα κατάλαβα πως ήταν η ώρα να το ελευθερώσω από τα δεσμά του. Έπιασα το λάστιχο του σορτς και το τράβηξα προς τα κάτω, ασφαλίζοντάς το κάτω από τους όρχεις. Φάνηκε το λευκό του σλίπ, κάτω από το οποίο διαγραφόταν καθαρά τώρα το σχήμα του πέους. Ήταν μεγάλο και χοντρό. Έσκυψα και το φίλησα απαλά μερικές φορές.

«Ω, ναι! Μικρέ καυλιάρη... Αγαπάς τον πούτσο μου έτσι; Θέλεις πολύ να τον φας, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Όλος δικός σου μικρέ. Κάν’ τον ’να μπανάκι με την γλώσσα σου να δροσιστεί».

Με τον ίδιο τρόπο κατέβασα το λάστιχο του σλίπ και το ασφάλισα κάτω από τους μεγάλους όρχεις που συνόδευαν τον ανδρισμό του. Ένα μεγάλο και σκληρό πέος βρισκότανε τώρα μπροστά μου. Αν και χωρίς να έχει κάνει περιτομή, το κεφαλάκι βρισκόταν σχεδόν όλο εκτεθειμένο, κατακόκκινο και πρησμένο, έτοιμο να εκραγεί.

Άνοιξα το στόμα μου, και σκύβοντας μπροστά το έβαλα μέσα στο στόμα μου. Ένοιωσα την θερμότητά του να μεταφέρετε στα τοιχώματα του στόματός μου. Ήταν σαφές πως το αίμα που κυλούσε τώρα μέσα του, ήταν καυτό και έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να δροσιστεί. Άρχισαν να ανεβοκατεβάζω το στόμα μου, προσπαθώντας να το βάλω μέσα του όσο περισσότερο. Ήταν αδύνατον να το χωρέσω ολόκληρο. Λίγο παραπάνω από το μισό, και αυτό με το ζόρι. Συνέχισα έτσι για λίγο μέχρι που μου είπε να συνεχίζω να πιπιλάω μόνο το κεφαλάκι, όσο αυτός θα την έπαιζε για να χύσει.

Έπραξα όπως μου είπε και έγλυφα με την γλώσσα μου μόνο το κεφαλάκι, σκαλίζοντας παιχνιδιάρικα που και που την ουρήθρα του. Αυτός, με το χέρι του τυλιγμένο γύρω από το ζεστό αυτό κομμάτι κρέατος που παλλότανε από την πίεση, το έπαιζε μαστόρικα με έναν αυξομειωμένο ρυθμό που σύντομα τον έκανε να βγάλει μερικούς δυνατούς αναστεναγμούς που πρόδωσαν την άμεσα επερχόμενη έκρηξη τεστοστερόνης.

Πήγα να τραβηχτώ, αλλά με ένα γάβγισμα που μου πάγωσε το αίμα, με διέταξε να παραμείνω όπως ήμουν στην θέση μου. Κατανοώντας τα μελλούμενα, έκλεισα το στόμα και τα μάτια μου. Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το παχύρρευστο σπέρμα του να σκάει πάνω στο πρόσωπό μου. Εφτά με οχτώ δυνατές βολές που με πασάλειψαν παντού. Έμεινα ακίνητος, καθώς αργά κατέβαζε τον ρυθμό και προσπαθούσε να βρει την ανάσα του. Φοβισμένος από την αγριοφωνάρα του, δεν τόλμησα να κάνω το οτιδήποτε, ακόμη και να σκουπιστώ και να ανοίξω τα μάτια μου.

«Αχ, καύλα,» είπε σχεδόν αμέσως μετά. «Έτσι θέλω. Να σε βλέπω πασαλειμμένο με τα χύσια μου. Μικρέ, κανόνας: Το σπέρμα του κυρίου σου δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνει χαμένο. Αν τολμήσεις ποτέ σου ξανά να τραβηχτείς για να τ’ αποφύγεις, όπως έκανες τώρα, να ξέρεις πως δεν θα την γλιτώσεις με μερικά χαστούκια. Τώρα, σκούπισε τα μάτια σου μόνο, και τα χύσια από τα χέρια σου θα τα σκουπίσεις πάνω σου. Μετά έλα κι άραξε δίπλα μου χωρίς να σκουπιστείς καθόλου».

Έκανα όπως με διέταξε και ξάπλωσα δίπλα του. Κοίταζα το ταβάνι χωρίς να τολμάω να γυρίσω και να τον δω, σκεφτόμενος τα όσα είχαν μόλις γίνει. Δεν συνήθιζα να δέχομαι το σπέρμα αγνώστων αντρών επάνω μου, πόσο να το πάρω μέσα μου, είτε από μπροστά, είτε από πίσω. Αλλά αυτός σίγουρα θα είχε άλλα σχέδια. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του το πω, αλλά χωρίς να τον τσατίσω.

Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίον με είχε μόλις "χρησιμοποιήσει", με είχε αναστατώσει κάπως, ψυχικά και σωματικά. Απόδειξη του τελευταίου ήταν η στύση που είχα κάτω από την αγροτική μου φόρμα, και που την ένιωθα να πιέζει με δύναμη. Αναρωτήθηκα αν ο κύριος Θανάσης είχε παρατηρήσει το αντίσκηνο που είχε σχηματιστεί στον καβάλο μου. Η απάντηση ήρθε αμέσως με ένα ελαφρύ ροχαλητό. Προφανώς τον είχε πάρει ο ύπνος.

Έκλεισα και εγώ τα μάτια μου, προβάλλοντας στο μυαλό μου διάφορες κλασσικές φαντασιώσεις που είχα αποθηκευμένες στην νοητική βιβλιοθήκη του εγκεφάλου, μου για χρήση όταν είχα καύλες. Έβαλα το χέρι μου επάνω στην φόρμα μου και πίεσα τον πέος μου, ενισχύοντας έτσι την όλη αίσθηση της ηδονής.

Φοβούμενος να μην ξυπνήσω την κύριο Θανάση, δεν τόλμησα να κατεβάσω το φερμουάρ μου και να αυνανιστώ. Συνέχισα να χαϊδεύομαι απαλά πάνω από το ύφασμα, ενώ στο σπέρμα του κύριου Θανάση είχε υγροποιηθεί και έσταζε από το πρόσωπό μου. Και ενώ θα έπαιρνα όρκο πως θα ήταν αδύνατον να κοιμηθώ δίπλα σε αυτόν τον επιβλητικό άγνωστο που ροχάλιζε απαλά δίπλα στο αυτί μου, εξέπληξα τον εαυτό μου ξυπνώντας σχεδόν δυο ώρες μετά, νιώθοντας ένα ελαφρύ σκούντημα στα πλευρά μου.

Το τι έγινε μετά, και αργότερα το βράδυ όμως, είναι μία άλλη ιστορία...


[Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 3°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

3. Ο Καλός Σκλάβος


Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα κάτω και τον είδα να κάθεται στο πάτωμα, στα γόνατα, όπως έπρεπε να είναι. Κρατάει στα δυο του χέρια το δερμάτινο κολάρο με την αλυσίδα. Το κρατούσε όπως κρατάνε το σπαθί οι βασιλιάδες που το εμπιστεύονται σε κάποιον άξιο διάδοχο ή στρατηγό. Έκλεισα την πόρτα για να μην μας πάρει κάνα μάτι και άναψα τα κυρίως φώτα. Μόλις τον πλησίασα, σήκωσε τα δυο του χέρια ψιλότερα για να με διευκολύνει να πάρω το κολάρο. Το πήρα στα χέρια μου. Αμέσως σήκωσε το πρόσωπό του ψηλά με τα μάτια κλειστά για να μην αντικρίσει το, ιερό για αυτόν, πρόσωπό μου, και τέντωσε τον λαιμό του. Του το φόρεσα και το κούμπωσα. Όταν τέλειωσε η σύντομη αυτή τελετή υποταγής, έκατσε στα τέσσερα και περίμενε τις εντολές μου.

Τράβηξα ελαφρά την αλυσίδα και κατευθύνθηκα προς το συνηθισμένο μου μέρος στον καναπέ. Μόλις έκατσα, πλησίασε και μου έγλυψε με την γλώσσα τα δάχτυλα του χεριού μου, σήμα πως ήθελε να πάρει τον λόγο. Του το επέτρεψα.

«Επιτρέψτε στον σκλάβο σας, Αφέντη, να εκφράσει την χαρά του που του κάνατε και σήμερα την τιμή να τον επισκεφθείτε για να σας υπηρετήσει. Θέλετε να αρχίσω με τα τυπικά, Αφέντη;»

Του έδωσα την άδεια κι αμέσως άρχισε την γνωστή ρουτίνα. Μου έλυσε κι έβγαλε τα παπούτσια, έβγαλε τις κάλτσες, το σακάκι και το πουκάμισό μου και τα άφησε με προσοχή στην άκρη. Κατόπιν έπιασε της πατούσες μου και μία-μία άρχισε να τις μαλάζει. Δεν κρατιόμουνα. Βόγκηξα από την ηδονή. Ταυτόχρονα, ένοιωσα τον πούτσο μου να αναθαρρεύει κάτω από το παντελόνι μου. Τα πόδια μου, φαίνεται, πως είναι συνδεδεμένα με το πέος μου, και η χαρά του ενός μέλους ανακλάτε στο άλλο.

«Ο κύριος απολαμβάνει το μασάζ των ποδιών του;» ρώτησε το βλαμμένο κάνοντας το μεγάλο λάθος.

Με ταχύτητα γαζέλας ανασήκωσα τον κορμό μου, χάρη στους γυμνασμένους μου κοιλιακούς, που τόσο λάτρευε το δουλικό, και του άστραψα ένα γερό χαστούκι που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πλάι, παρότι καθότανε οκλαδόν.

«Αν τολμήσεις να ξαναμιλήσεις χωρίς πρώτα να πάρεις την άδειά μου, μα τον Θεό, θα σε σαπίσω στο ξύλο, σκουπίδι!» του γάβγισα με δύναμη. Έμεινε κάτω, πεσμένος, χωρίς να τολμήσει να στρέψει το βλέμμα του επάνω μου. «Λοιπόν; Τι περιμένεις; Να σου χαϊδέψει η μαμά το μάγουλο και να σου δώσει φέτα με Μερέντα για να περάσει ο πόνος;» συνέχισα με άγρια φωνή. «Συνέχισε με τα πόδια! Με πεθαίνουν σήμερα!»

Αμέσως τινάχτηκε και επέστρεψε στο έργο του. Μετά από σχεδόν ένα τέταρτο, αποτράβηξα τα πόδια μου δίνοντας το σήμα πως δεν ήθελα άλλο τρίψιμο.

Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Η απογραφή στο κατάστημα Σουπερ-Μάρκετ όπου εργαζόμουνα ως προϊστάμενος ήταν εξουθενωτική. Σχεδόν δύο εκατομμύρια διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων και δύο μέρες εργασίας με εκατόν δέκα υπάλληλους να καταμετρούνε τα πάντα στα ράφια, την αποθήκη και τα φορτηγά.

Όταν τελειώσαμε και σούταρα και τον τελευταίο υπάλληλο για να κάνει πρωτοχρονιά, το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν το πότε θα πάω στο σπίτι του σκλάβου μου να με περιποιηθεί όπως μόνο αυτός ξέρει. Του έστειλα μήνυμα να είναι σπίτι και να έχει τα πάντα έτοιμα. Όσο σκεφτόμουνα και την εξέλιξη της βραδιάς με την γυναίκα μου και τα πεθερικά, τόσο πριζονόμουνα περισσότερο. Έτσι, ήθελα όλα να είναι τέλεια, να με περιποιηθεί τέλεια ο σκλάβος μου ώστε να έχω δυνάμεις για το βράδυ.

«Πάμε μέσα στο κρεβάτι σου να ξαπλώσω. Θέλω να μου κάνεις μασάζ», του είπα καθώς σηκωνόμουνα.

Με την άνεση που είχα ως αφέντης του δουλικού, πήγα στην κρεβατοκάμαρά του, πέταξα κάτω τα άστρωτα σεντόνια και σωριάστηκα μπρούμυτα στο κρεβάτι του. Του έδωσα εντολή να μαλάξει την πλάτη μου.

Δεν μπορώ να πω. Από τότε που βρήκα πριν από δύο χρόνια αυτόν τον σκλάβο, τον Κώστα όπως είναι το όνομά του, κατάλαβα τι θα πει μασάζ. Είχε χάρισμα αυτό το παιδί. Ακόμη και αν δεν θα μου άρεζε να γαμάω αντρικά κωλαράκια, πάλι θα τον κράταγα για σκλάβο μου, μόνο και μόνο για τα θαυματουργά του χέρια. Βογκούσα πιο πολύ απ’ ό,τι αυτός όταν του γάμαγα την πίσω τρύπα. Με κάθε του μάλαξη, ένιωθα την κούραση και τα νεύρα να ρέουν από τους μύες μου σαν νερό. Πώς να μην το λατρεύω αυτό το αγόρι; Βέβαια, αυτό ποτέ δεν του το έδειχνα. Ξέρω πως θα ξενέρωνε στην στιγμή.

Μου το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε στο διαδίκτιο: «Θέλω έναν άντρα εκατό τις εκατό,» μου είχε πει. «Να είναι αφέντης, κύριος, απόλυτος άρχοντας. Να μην με βλέπει σαν φίλο, αλλά σαν σκλάβο. Να μου φέρεται όπως θέλει. Θέλει γαμήσι; Να με βάζει κάτω να με σκίζει χωρίς να βάλει καν λιπαντικό. Θέλει να βαρέσει χαστούκια; Να το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Να με βάλει να γαμηθώ με αγνώστους; Να το κάνει αμέσως. Θέλω να μην με βλέπει ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο που το χρησιμοποιεί για πάρτι του».

Είχα καιρό να συναντήσω αληθινό σκλάβο. Από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Λονδίνο, όταν σπούδαζα και ήρθα σε επαφή με τον κόσμο των υποτακτικών σκλάβων και των αυταρχικών αφεντικών. Δεν άργησα να καταλάβω τον αυταρχισμό μου και το γεγονός πως η «χρίση» άλλων, λειτουργούσε ως σούπερ διεγερτικό για μένα.

Συνάντησα αρκετούς «σκλάβους» στην ζωή μου που μόνο σκλάβοι δεν ήτανε. Μικρά (ή και μεγαλύτερα) αγόρια, που νομίζουν πως θα φάνε κάνα σκαμπιλάκι και αυτό το λένε «σκλάβος». Ανόητα πλάσματα!

Στον Κώστα βρήκα αυτό που έψαχνα, και μάλιστα στην Ελλάδα, και στην πόλη μου, την Αθήνα. Από την αρχή κατάλαβα πως αυτός ήταν πραγματικός σκλάβος, γεννημένος για υποταγή. Μάλιστα, στις πρώτες συναντήσεις μας, σχεδόν αυτός οδηγούσε τα πράγματα, βοηθώντας με να ελευθερώσω τον καταπιεσμένο αφέντη που έκρυβα μέσα μου. Τον βαρούσα χαστούκια και γέλαγε. «Αυτό μόνο μπορείς να κάνεις;» μου έλεγε. «Η αδερφή μου βαράει πιο δυνατά», και του έριχνα πιο δυνατά χαστούκια.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, και τώρα ζω πολύ πιο ήρεμα. Πραγματικά πιστεύω πως ο Κώστας συμβάλει στην καλή λειτουργία του γάμου μου. Αν δεν τον είχα να εκτονώνομαι, ίσως να γινόμουν και εγώ ένας από αυτούς τους βίαιους άντρες που δείχνουν στην τηλεόραση, από αυτούς που στέλνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο νοσοκομείο με κατάγματα και μώλωπες.

Κάτι τέτοιες στιγμές τσατίζομαι και ξυπνάει μέσα μου ο φαλλοκράτης. Γαμημένη χειραφέτηση και μαλακίες. Σε άλλες εποχές, θα είχα τον Κώστα σκλάβο μου στον στάβλο του σπιτιού μου, και όποτε ήθελα τις υπηρεσίες του θα πεταγόμουνα δυο βήματα ως το κρεβάτι του, ενώ η γυναίκα μου θα παρέμενε αμίλητη και κλειδωμένη στον γυναικωνίτη. Τώρα, πρέπει να της λέω ψέματα πως μετά την δουλειά έχω χαρτούρα στα φορτηγά, για να έχω κάλυψη να περνάω από τον σκλάβο μου και να με «ξαλαφρώνει». Αν ήξερε πόσο τυχερή είναι, θα έπρεπε αυτή, πρώτη από όλες, να πέσει στα πόδια του Κώστα και να τον ευχαριστεί για τις υπηρεσίες που μου προσφέρει. Τέλος πάντων. Και έτσι όπως είναι τα πράγματα, πάλι καλά να λέω. Παράπονο δεν έχω.

Τα μαγικά χέρια του Κώστα είχαν κάνει το θαύμα τους. Τα πόδια μου είχαν πάψει από ώρα να με πονάνε και ένιωθα την πλάτη μου σαν μια μάζα από απαλή κι εύπλαστη ζύμη. Όλη μου η ενέργεια είχε μεταμορφωθεί σε καύλα. Ένιωθα τον πούτσο μου, με τα είκοσι δύο ευλογημένα εκατοστά που του χάρισε ο Θεός, να είναι πέτρα και να πονάει από την πίεση που ασκούσε το βάρος του σώματός μου επάνω του. Ήρθε η ώρα να τυραννήσω λιγάκι το δουλικό.

Με ένα νεύμα μου σταμάτησε το μασάζ κι έκατσε στα γόνατα με τα χέρια στο πάτωμα και το κεφάλι να κοιτάζει κάτω. Γύρισα ανάσκελα και αμέσως ένιωσα αγαλλίαση στον καβάλο μου. Το πέος μου τώρα φαινότανε να πιέζει έντονα το ύφασμα του παντελονιού που εξείχε υψωμένο σχηματίζοντας ένα μικρό αντίσκηνο. Έβαλα το χέρι μου επάνω και τον μάλαξα. Ήτανε τέλεια! Ένιωθα χαλαρός και ξεκούραστος, και το μόνο που χρειαζότανε για να ολοκληρωθεί η κάθαρση ήταν να χύσω το ψωλόχυμα που έβραζε όλη μέρα στους όρχεις μου.

«Γουστάρεις ξεφτίλα να πιεις τα χύσια του αφέντη σου;» τον ρώτησα. Έμεινε σιωπηλός να κοιτάζει το πάτωμα. Μου άρεζε να τον τεστάρω συνέχεια. Ο σκλάβος δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει εκτός κι αν ο αφέντης του δώσει το δικαίωμα με ξεκάθαρη εντολή. «Απάντησε!» τον διέταξα.
«Θα ήταν υπερβολικά μεγάλη μου τιμή Αφέντη,» απάντησε το δουλικό.
«Ωραία, αλλά όχι ακόμη,» του είπα. Πριν φύγω για τις γιορτές, θέλω να σου αφήσω ένα ενθύμιο. Πάνε φέρε το μαστίγιο».

Χάθηκε περπατώντας στα τέσσερα και επέστρεψε μετά από λίγο με ένα μαστίγιο φτιαγμένο από αληθινό καραβόσκοινο. Ήταν βαρύ και η επιφάνιά του άγρια και βαμμένη από προηγούμενες χρήσεις, ποτισμένο από το αίμα του σκλάβου μου.

«Πάμε στο σαλόνι να είμαστε πιο άνετα,» του είπα.

Στο σαλόνι, στον αριστερό τοίχο της πολυκατοικίας που δεν συνόρευέ με άλλο κτήριο, ο σκλάβος είχε από χρόνια τοποθετήσει γέρα στον τοίχο με μεγάλες βίδες, κρίκους στους οποίους μπορούσε να δένεται, κι έτσι να ακινητοποιείται χωρίς να ακούγονται «περίεργοι» ήχοι σε άλλα διαμερίσματα. Τον σήκωσα και τον έδεσα με την κοιλιά στον τοίχο. Σήκωσα τα χέρια του ψηλά και τα έδεσα στους κρίκους με τα σχοινιά που κρέμονταν πάντα έτοιμα για χρήση. Όταν τέλειωσα το δέσιμο και τον είχα έτοιμο, τον ρώτησα αν ήταν έτοιμος να φάει το ξύλο του. Δεν απάντησε καθόλου. Σωστή κίνηση. Ο αφέντης χέστηκε αν ο σλάβος είναι έτοιμος ή όχι να φάει ξύλο. Ο αφέντης δέρνει όποτε κι όπως γουστάρει, γιατί απλά, έτσι γουστάρει!

Σήκωσα ψηλά το βαρύ σχοινί, ζύγισα το εκπαιδευμένο πια χέρι μου και το κατέβασα με δύναμη. Τον πέτυχα στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο σκλάβος έβγαλε μια ψιλή, πνιγμένη κραυγή πόνου και απόλαυσα το θέαμα των μυών της πλάτης του να συσπώνται και τα χέρια του να πετάνε φλέβες στα μπράτσα και τους καρπούς από το σφίξιμο. Χωρίς να περιμένω επανέλαβα την κίνηση. Πάλι η ίδια αντίδραση. Μετά από καμιά εικοσαριά χτυπήματα που είχαν κοκκινίσει την πλάτη του με κόκκινες, παχιές γραμμές, είδα πως τα πόδια του τρέμανε ελαφρώς. Ο πόνος και το σφίξιμο είχαν κουράσει τους τσιτωμένους τένοντες. Ο πούτσος μου, πιο σκληρός από ποτέ, πίεζε διεγερτικά το ύφασμα του εσωρούχου και του υφασμάτινου παντελονιού μου. Συνεχίζω ξαναμμένος και πιο άγριος.

Του ρίχνω δυο ντουζίνες απανωτές, δυναμώνοντας το κάθε χτύπημα, κλιμακωτά. Το ίδιο κλιμακωτά ανεβαίνουν και οι «ψιλές» κραυγές πόνου που προσπαθεί να καταπνίξει. Με διεγείρει ο ήχος της κραυγής του, και θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να μπορούσαμε να ήμασταν σε κάποιο απόμερο μέρος όπου δεν θα χρειαζότανε να καταπιέζει τον πόνο του.

Νιώθω μία ενόχληση στο δεξί μου μπράτσο. Μάλλον το παράκανα. Σταματάω το μαστίγωμα και το μαλάζω με το αριστερό. Ο πόνος υποχωρεί κάπως. Ηρεμώ. Στρέφω το βλέμμα μου στον σκλάβο μου που τώρα έχει καταρρεύσει. Τα πόδια του, ανίκανα να τον κρατήσουν έχουν παραλύσει και κρέμονται νεκρά. Τα χέρια του, τεντωμένα από το βάρος το σώματος που κρέμεται αποκλειστικά και μόνο από αυτά. Όλο του το σώμα συσπάται άρρυθμα. Στην ησυχία που έρχεται μετά το σταμάτημα των χτυπημάτων ακούω τους πνιγμένους λυγμούς που βαίνουν από το λαρύγγι του σκλάβου μου. Καύλα!

Ήρθε η ώρα. Θα του γαμήσω το λαρύγγι! Θα του ξεσκίσω το στόμα! Θα του τον καρφώσω τόσο άγρια που θα βγει από το πίσω μέρος του λαιμού του. Πετάω κάτω το σχοινί και του λύνω με άτσαλες κινήσεις τα δεσμά. Με το που λύνω τον τελευταίο κόμπο, το σώμα του γλιστράει στο πάτωμα, σαν να είναι ένα κομμάτι ύφασμα που πέφτει.

Τον αρπάζω από τα κατάμαυρά του μαλλιά και σηκώνω το κεφάλι του ψηλά. Βγάζει μια κραυγή πόνου, πιο μπάσα αυτή την φορά. Βοηθάει με τους μύες της πλάτης και ανασηκώνεται κάπως. Πιέζω το πρόσωπό του πάνω στον καβάλο μου.

«Αυτό δεν ήθελες; Παλιόπουστρα; Λέγε! Αυτό δεν ήθελες; Ε;» Ψιθυρίζει ένα αδύναμο «μάλιστα». Τα παίρνω! «Δεν άκουσα; Δεν άκουσα λέω! Δεν βλέπω και πολύ ενθουσιασμό! Τι έγινε; Μήπως δεν σου κάνω; Κουράστηκες; Θέλεις να φωνάξω την μανούλα να σου κάνει μάκια-μάκια να περάσει;!» Σε κάθε πρόταση η φωνή μου ανεβαίνει κλίμακες. Πραγματικά τα έχω πάρει. Έχω φτιαχτεί γαμώ το μου! Το μασάζ, το ξύλο, η καύλα! Θέλω να χύσω τώρα! Τώρα που να πάρει! Αλλιώς, μα τον Θεό, θα τον σκοτώσω στ’ αλήθεια!

«Λέγε μωρή παλιόπουστρα», του φωνάζω, «Δεν θέλεις πούτσο; Αρνείσαι να δεχτείς την αμοιβή που προσφέρει ο αφέντης σου; Μίλα!»
«Όχι αφέντη,» αποκρίνεται με επιτηδευμένα πιο δυνατή φωνή. «Δεν θα αρνιόμουνα ποτέ την ευλογία του σπέρματός σας κύριε! Είμαι δούλος σας κύριε και ζω για να σας υπηρετώ».
«Τότε μάζεψε τον γαμημένο εαυτό σου και έλα να μου τον γλύψεις καριόλη!»

Με μερικά βήματα φτάνω στον καναπέ και θρονιάζομαι επάνω του, με την λεκάνη μου να είναι σχεδόν στον αέρα, και ανοίγω τα σκέλια μου όσο μπορώ. Το δαρμένο, και ελαφρός ματωμένο, σκλαβάκι μου, έρχεται σερνάμενο στα τέσσερα με την αλυσίδα του κολάρου του να βγάζει έναν γλυκό μεταλλικό ήχο. Φτάνει. Παίρνει θέση ανάμεσα στα σκέλια μου. Δεν τολμάει να στρέψει το βλέμμα του αρκετά ψηλά για να αντικρίσει τα μάτια μου, αλλά σιωπηλά εκλιπαρεί για την εντολή μου. Τρέμει. Μερικοί μύες του συσπώνται ακόμη. Γαληνεύω. Γίνομαι πιο τρυφερός. Απλώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω τα μαλλιά. Έχει όμορφα, απαλά μαλλιά. «Όλος δικός σου,» του λέω σχεδόν ψιθυριστά.

Απλώνει τα τρεμάμενα χέρια του. Χαϊδεύει το αντίσκηνο που υπάρχει κάτω από την μέση μου. Το πιέζει απαλά, πιο δυνατά, πιο δυνατά. Το μαλάζει και το χαϊδεύει.

Ο γλυκέ Θεέ! Αν οι χαρές του πούτσου είναι αμαρτία, δέχομαι την μεταθανάτια τιμωρία. Είμαι σχεδόν έτοιμος να αλλάξω θέσεις με το δουλικό μου. Είμαι έτοιμος, εγώ, να τον παρακαλέσω να τελειώνει. Δεν κρατιέμαι!

Σχεδόν δύο χρόνια σχέσης όμως, λειτουργούν καταλυτικά και για τους δυο μας. Από την μία κρατιέμαι και δεν βγάζω άχνα, κι από την άλλη, αυτός, ξεκουμπώνει με επιδέξιες κινήσεις τα κουμπιά και λύνει την και την ζώνη. Ο πούτσος μου, βρίσκοντας τώρα ως μόνο εμπόδιο το ύφασμα από το λευκό μου μποξεράκι, ανασηκώνεται αρκετά εκατοστά. Τώρα δεν έχω πια αντίσκηνο, αλλά ολόκληρη σκηνή από μεγάλο τσίρκο. Τεράστιο και πανύψηλο.

Σκύβει και ακουμπάει τα χείλη του πάνω στο ύφασμα. Δίνει ένα ζεστό φιλί. Συνεχίζει προς τα κάτω με τα χείλη να νοτίζουν το ύφασμα. Ξανανεβαίνει. Ξανά φιλί. Πιέζει το πρόσωπό του πάνω την ζεστή σάρκα που κρύβεται κάτω από ένα λεπτό κομμάτι υφάσματος. Η πλάτη του τρέμει. Αλλά είναι ένα τρέμουλο διαφορετικό. Έχει ρίγος. Ρίγος που προκαλείται από την καύλα. Τον έχω ξαναδεί να αντιδράει έτσι. Ξέρω πως και ο ίδιος κρατιέται. Προσπαθεί να επιτείνει την καύλα μου, την καύλα του αφέντη του. Ακόμη και αυτή την στιγμή που έχει το ελεύθερο, ενεργεί ως σωστός, αληθινός σκλάβος. Βάζει πάνω απ’ όλα την ηδονή, την καύλα του αφέντη του. Η καρδιά μου έχει μαλακώσει πέρα από το επιτρεπτό. Τελευταία στιγμή σταματάω το χέρι μου που πάει για άλλη μια φορά να του χαϊδέψει τα απαλά, κατάμαυρα μαλλιά.

Πλέον δεν φιλάει, αλλά εκτελεί μία επιδέξια χορογραφία πάνω στο σώμα που καυλωμένου πούτσου μου. Επιδέξια φιλάκια εδώ κι εκεί, γλειψίματα, τριψίματα, πιέσεις σε διάφορα σημεία. Νιώθω ένα δάκρυ να φεύγει από το ένα μου μάτι. Δεν είναι αδυναμία, είναι έκσταση πριν από την έκσταση. Με γνωρίζει πια υπερβολικά καλά το μπάσταρδο, σκέφτομαι.

Τελικά, απλώνει το λυτρωτικό του χέρι και, με μία απαλή κίνηση, γραπώνει το φαρδύ λάστιχο της μέσης και τραβάει το εσώρουχο προς τα κάτω. Το λάστιχο περνάει κάτω από τον πούτσο ο οποίος γραπώνει το ύφασμα. Δεν πτοείται. Δεν κάνει καμία κίνηση να διευκολύνει την απογύμνωση του ανδρισμού μου. Ξέρει πόσο μου αρέσει αυτή η λεπτομέρεια στην χορογραφία του. Βάζει παραπάνω δύναμη η οποία συσσωρεύεται στο παχύ και σκληρό κομμάτι κρέατος που έχω από παιδί ανάμεσα στα σκέλια μου, ώσπου, με ένα απότομο τίναγμα, αυτό κατεβαίνει κάτω, δημιουργεί την κατάλληλη γωνία και το λάστιχο απελευθερώνεται από το σάρκινο γάντζο. Το ύφασμα κατεβαίνει απότομα, και ο πούτσος μου πετάγεται σαν έλασμα ψηλά στον αέρα. Το μάτι του σκλάβου μου γυαλίζει απόκοσμα.

Το μεγάλο, ευλογημένο από τον δημιουργό, πέος μου, στέκει πανύψηλο με τους περήφανους είκοσι δύο πόντους του, και το αφύσικο φάρδος στην βάση του. Ο πουτσοκέφαλός μου, εντελώς απογυμνωμένος από την βάλανο, γυαλίζει από τα φυσικά λιπαντικά που βγάζουν οι αμέτρητοι, αφανείς στο γυμνό μάτι, πόρους του δέρματος του, σαν κόσμημα. Οπάλιο.

Απλώνει το χέρι του και κλείνει τα δάχτυλά του γύρω από τον κορμό του πούτσου και του κουνάει πάνω κάτω. Συσπώμαι και κλείνω σφιχτά τα μάτια. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει να χύσω πριν τον βάλει στο στόμα του. Δεν πρέπει! Προσπαθώ να κρατηθώ ανακαλώντας στην μνήμη μου άσχετες εικόνες. Πετυχαίνει κάπως. Νιώθω τον πουτσοκέφαλο να υγραίνεται απότομα και να ζεσταίνεται ταυτοχρόνως. Στο μυαλό μου συντελείται ένα μικροκοσμικό Μπίγκ-μπάνγ. Μια έκρηξη εξαφανίζει τα πάντα και χάνομαι στο σκοτάδι.

Μέσα-έξω. Γλυκιά θερμότητα, απότομο ξεπάγιασμα. Ξανά: Μέσα-έξω, θερμό-κρύο. Ξανά, ξανά, ξανά, ξανά... Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την μπάλα από το μαύρο του μαλλί να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά με συνοδεία υγρών ήχων που δραπετεύουν από το στόμα του. Δίνει ρέστα! Είναι, χωρίς αμφιβολία, για μένα, ο καλύτερος πουτσογλείφτης στην μέχρι τώρα ζωή μου. Ζει για να γλύφει καυλιά. Όχι ό,τι να ’ναι, αλλά το δικό μου καυλί!

Δεν είναι μονότονος και βαρετός. Κάνει κόλπα: Το βγάζει τελείως έξω από το στόμα του, και μουσκεμένο όπως είναι το φυσάει απαλά. Παγώνει! Και απότομα ανοίγει διάπλατα το στόμα του και το κατεβάζει με δύναμη και ταχύτητα εξαφανίζοντας τουλάχιστον το μισό μέσα του, χτυπώντας πάτο στο λαρύγγι του. Κατεβάζει το σώμα του, σχηματίζει ευθεία με τον λαιμό, ανοίγει δίοδο στον φάρυγγα και πιέζει. Ακόμη λίγα εκατοστά από τον πούτσο μου καταφέρνουν να εξαφανιστούν μέσα στο ορθάνοιχτο στόμα του. Πνίγεται. Συσπάται ολόκληρος. Κλείνει τα μάτια από τα οποία μερικά δάκρυα δραπετεύουν κι επιμένει. Πιέζει πιο δυνατά. Ξαφνικά γλιστράει προς τα μπρος. Η δίοδος άνοιξε και όλο το πέος μου χάνεται μέσα του. Καύλα!

Κοντεύω να τρελαθώ. Βογκάω και αρχίζω να κάνω μικρές, αλλά απότομες συσπάσεις. Σηκώνω τα μπράτσα μου και με τα χέρια μου γραπώνω άγρια και δυνατά τα μαλλιά μου και τα τραβάω. Σφίγγω τα δόντια μου και τεντώνω τον λαιμό μου. Χτυπιέμαι από ηδονή. Το καταλαβαίνει.

Τραβιέται και το βγάζει πάλι όλο έξω. Σκύβει και βουτάει τα βαριά, γεμάτα ζεστό ψωλόχυμα, αρχίδια μου μέσα στο στόμα του και τα μαλάζει με την γλώσσα του. Επιτείνει την αγωνία μου.

Τινάζω το χέρι μου και του γραπώνω τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι του προς τα πίσω και του σκάω δυο γρήγορα χαστούκια στο κάθε μάγουλο. Χωρίς να περιμένω αντίδραση του πιέζω πάλι το κεφάλι προς τα κάτω. Βλέπω, έστω από τα πλάγια, το χαμόγελό του. Είναι στο στοιχείο του, και είναι πανευτυχής.

Συνεχίζει το έργο του. Τα δευτερόλεπτα περνούν και γίνονται λεπτά. Δεν ξέρω πόσα: δύο, πέντε, δέκα; Ιδέα δεν έχω, και χέστηκα! Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν ανέβει. Βαριανασαίνω και βγάζω βαθύ λαρυγγισμούς. Έχει βάλει το μοτέρ στο φουλ και δίνει ρέστα! Αυτό ήταν. Το νιώθω. Έρχεται.

Η φωνή μου γίνεται αφύσικα ψιλή και κοφτή. Συσπώμαι και τρέμω ολόκληρος. Αυτόματα απλώνω το χέρι μου και καρφώνω το κεφάλι του πάνω στον πούτσο μου που με γαργαλάει ευχάριστα. Δεν χρειάζεται βέβαια γιατί αυτός από μόνος του πιέζει πιο δυνατά τον λαρύγγι του πάνω στον καυτό και πρησμένο πουτσοκέφαλο.

«Χύνωωωω...» καταφέρνω να ψελλίσω καθώς νιώθω τον πίδακα της λευκής λάβας να διασχίζει με ταχύτητα φωτός την μικρή τρυπούλα της ουρήθρας μου, για να χαθεί σε μία άλλη, μαύρη τρυπά, που αχόρταγα καταπίνει την υγρή λευκότητα. Σπέρματα, γαλαξίες ολόκληροι χάνονται για πάντα μέσα στην τρύπα που οδηγεί στα εσώψυχα του σκλάβου μου. Συσπώμαι ξανά. Δεύτερη ριπή. Ανασαίνω. Ξανά. Τρίτη ριπή. Τέταρτη! Βογκάω! Πέμπτη, έκτη! Ανασαίνω. Ακολουθούν μερικοί ακόμη, όχι τόσο έντονοι, σπασμοί. Το στήθος μου κατεβαίνει καθώς εκπνέω μια μεγάλη ποσότητα αέρα από τα πνευμόνια μου. Έχω τα μάτια μου κλειστά, και στην κυριολεξία, βλέπω αστεράκια. Εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, αστεράκια να αναβοσβήνουνε. Επιτέλους. Καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου που πλημμυρίζουν από φως.

Ακούω υγρούς ήχους. Στρέφω τα μάτια μου προς τα κάτω. Ο αχόρταγος σκλάβος μου ρουφάει με δύναμη το μεγάλο κομμάτι ζεστού κρέατος, που σιγά-σιγά χάνει την σκληράδα του. Προσπαθεί απεγνωσμένα να παρατείνει την ζωή της στύσης μου. Με την γλώσσα του να μαζεύει επιδέξια τις τελευταίες σταγόνες λευκής απόλαυσης που στάζουν από την λεπτή σχισμή της ουρήθρας μου, και με γλυκά, απαλά φιλιά που δίνει στον πουτσοκέφαλο, απολαμβάνει τα τελευταία δευτερόλεπτα της αμοιβής του.

Χαλαρώνω τους μύες και το σώμα μου βουλιάζει προς τα πίσω. Τα πόδια μου λύνονται και γλιστράω ελαφρός προς τα κάτω. Τα χέρια του σκλάβου μου σταματάνε την κάθοδο πιέζοντας μου τα γόνατα. Με απαλές κινήσεις και μαλάξεις της γλώσσας του, καθαρίζει το πέος μου από τυχών υπολείμματα σπέρματος. Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Μετά από λίγα λεπτά που φάνηκαν σαν αιώνες, ένοιωσα την ζωτική μου δύναμη να επιτρέψει στο σώμα μου. Σφίχτηκα και έσυρα τον εαυτό μου πίσω στον καναπέ, φέρνοντας το ταυτόχρονα σε καθιστική στάση. Ο σκλάβος μου καθόταν οκλαδόν ανάμεσα στα σκέλια μου, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στον, κοιμούμενο τώρα πια, γίγαντα που ο Θεός προίκισε ανάμεσα στα σκέλια μου. Άπλωσα το χέρι μου και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Δέχτηκε το χάδι με χαρά αυτή την φορά, νιώθοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής του την ικανοποίηση της γνώσης πως πραγματικά άξιζε το χάδι και την επιβράβευση. Είδα το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του.

«Έτσι μπράβο!» του είπα με βαριά φωνή. «Είσαι ένας πολύ καλός σκλάβος. Ένας πραγματικός σκλάβος που κάθε αφέντης θα ήταν περήφανος να έχει». Το χαμόγελό του μεγάλωσε.

Όταν ένοιωσα πως είχα συνέλθει πλήρως, ανήγγειλα την απόφαση για την αναχώρησή μου. Το δουλικό αμέσως άρχισε τις διεργασίες. Σήκωσε το εσώρουχο μου τοποθετώντας τον πούτσο μου, με φανερή αγάπη, στην σωστή του θέση. Κατόπιν με έντυσε φορώντας μου τα ρούχα ένα-ένα, και τέλος, αφού μου φόρεσε και το πουκάμισο, και σηκώθηκα όρθιος για να τον διευκολύνω, έδεσε την ζώνη μου και κούμπωσε το παντελόνι.

Σήκωσα το χέρι μου για να δω την ώρα στο ρολόι. Όλα πήγαιναν... ρολόι. Στην ώρα την σωστή που έπρεπε να τελειώσει.

«Λοιπόν,» απηύθυνα τον λόγο στον σκλάβο μου, «σήμερα ήσουν πολύ καλός. Πραγματικά δεν μπορούσα να ελπίζω σε τίποτα καλύτερο από αυτό που πρόσφερες σήμερα. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να φύγω. Να ξέρεις πως ο Αφέντης σου είναι περήφανος για σένα και θα σε σκέφτεται συχνά τις επόμενες μέρες. Θέλω να είσαι καλό παιδί και να είσαι φρόνιμο για όσο θα λείπω. Κατάλαβες σκλάβε; Μίλα».
«Μάλιστα αφέντη,» αποκρίθηκε με χαμηλωμένο βλέμμα.

Περπάτησα ως την πόρτα με τον σκλάβο να με ακολουθεί στα τέσσερα. Γύρισα και τον κοίταξα. Του είπα να τεντώσει το κεφάλι του. Με κλειστά μάτια έκανε όπως τον διέταξα κι έλυσα το κολάρο του. Ήτανε ελεύθερος πια.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω το πρόσωπό του με αδικαιολόγητη αγάπη. Αυτό το πλασματάκι μου προσέφερε πολύ χαρά στην ζωή. Ήθελα να του χαϊδέψω τα μαλλιά, να του πω πόσο καλός είναι, και πόσο τυχερός ήμουν που τον βρήκα και τον έκανα δικό μου. Αλλά... Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Ο μικρός ήταν αυτό που ήτανε: ένα υποτακτικής ψυχολογίας αδέσποτο. Φτιαγμένο να υπακούει και να εκτελεί εντολές. Δεν ήταν ένα μικρό κουτάβι που ήθελε χάδια και παιχνίδια.

Άπλωσα το χέρι και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Είδα το χαμόγελό του να εξαφανίζεται στιγμιαία. Το περίμενα. Στιγμιαία κι εγώ γραπώνω μια μεγάλη τούφα από τα μαλλιά του, και με το άλλο χέρι του αστράφτω απότομα πολλά μαζεμένα χαστούκια σε κάθε μάγουλο. Κατόπιν, με ένα τίναγμα, τον πετάω προς τα πίσω για να σκάσει φαρδύς-πλατύς ανάσκελα στο πάτωμα.

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω χωρίς να πω άλλη λέξη. Γυρνάω και ρίχνω μία τελευταία γρήγορη ματιά καθώς κλείνω την πόρτα. Προλαβαίνω και βλέπω τον σκλάβο να έχει γραπώσει το πέος του και να αυνανίζεται σε ξέτρελους ρυθμούς.

Μπαίνω στο ασανσέρ. Καθώς κατεβαίνω κάτω εξετάζομαι προσεχτικά στον καθρέφτη για τυχών «προδοτικά» σημάδια. Τίποτα. Καθαρός. Σκέφτομαι τον μικρό και σκάω ένα χαμόγελο στον εαυτό μου. Πρωτοχρονιά αύριο, σκέφτομαι. Βγάζω το κινητό και στέλνω μήνυμα στην γυναίκα μου να ζεστάνει το φαγητό γιατί σχόλασα και σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Το βράδυ, κάνω έρωτα στην γυναίκα μου. Έτσι, για το καλό του χρόνου. Έχω όμως τα μάτια μου κλειστά. Μόνο που πίσω από τα κλειστά μου μάτια, βλέπω το σώμα του πιστού και καλού μου σκλάβου...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

2. Ο Κουνιάδος


Ο κύριος καθόταν από πάνω μου και με κοιτούσε απαξιωτικά. Για άλλη μια φορά είχα κάνει το ίδιο λάθος, και απ’ ό,τι φαινόταν, αυτή την φορά δεν θα ήταν το ίδιο επιεικής μαζί μου.

«Άχρηστο καθίκι», φώναξε ξαφνικά, και σήκωσε την ζώνη του για να με χτυπήσει.

Η ζώνη έσκασε με ορμή πάνω στο σώμα μου, προκαλώντας μου δυνατό πόνο, τόσο οξύ που τσίριξα. Προτού προλάβω να συνέλθω, ακολούθησε δεύτερο χτύπημα που αυτή την φορά με πέτυχε σχεδόν στο πρόσωπο. Ενστικτωδώς σήκωσα τα χέρια μου για να το προστατεύσω ενώ ταυτόχρονα παρακάλεσα για έλεος.

«Συγγνώμη», κλαψούρισα. «Δε θα το ξανακάνω. Τ’ ορκίζομαι».
«Γαμώ το στανιό σου μαλακισμένο! Μόλις τό ’κανες ξανά!» είπε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Άλλο ένα χτύπημα με βρήκε στο σώμα. «Ρε! Ίσα κι όμοια είμαστε βρε ξεφτιλισμένε;! Πότε θα καταλάβεις την θέση σου σιχαμερό υποκείμενο;»
«Συγγνώμη, κύριε!» φώναξα προσπαθώντας να διορθώσω το λάθος μου. «Έλεος κύριε, έλεος!»
«Έτσι μπράβο! Πού θα πάει; Σαν τα ζώα κι εσύ, θα μάθεις...»

Σήκωσε το χέρι που κρατούσε την άκρη της ζώνης του ψηλά στο αέρα και το κατέβασε με όλη του την δύναμη. Ο πόνος ήταν πέραν του ορίου μου κι ένοιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται από τα πρώτα δάκρυα.

«Λοιπόν. Για να σιγουρευτούμε πως έμαθες το μάθημά σου, θα φάς μια ντουζίνα στην πλάτη. Θα τις μετράς και κάθε φορά θα λές ευχαριστώ...»
«Κύριε!»
«Ακριβώς! "Ευχαριστώ, κύριε!" Να το θυμάσαι αυτό παλιομαλακισμένο!»

Γύρισα κι έκατσα στα τέσσερα με την γυμνή μου πλάτη εκτεθειμένη στην τιμωρία του κυρίου μου. Δευτερόλεπτα μετά έσκασε το πρώτο χτύπημα.

«Μία κύριε. Ευχαριστώ κύριε», είπα σφίγγοντας τα δόντια μου. Ακολούθησε το δεύτερο χτύπημα: «Δύο κύριε. Ευχαριστώ κύριε». Όταν είπα και το τελευταίο: «Δώδεκα κύριε. Ευχαριστώ κύριε», η πλάτη μου έκαιγε σαν να την είχαν βάλει φωτιά, ενώ μερικές κόκκινες σταγόνες που ένοιωσα να κυλάνε στο πλάι με διαβεβαίωσαν πως αύριο θα πονούσα τρομερά.

Ο κύριος έκανε δυό βήματα πίσω κι έσκασε στον καναπέ όπου καθότανε πριν τον νευριάσω κι αρχίσει να με τιμωρεί —όπως μου άξιζε να τιμωρηθώ. Πήρε μερικές αναπνοές πριν μιλήσει:

«Βλέπεις τί μ’ αναγκάζεις να κάνω; Ε; Πές μου: ήταν απαραίτητο όλ’ αυτό τώρα; Ε; Όλα αυτά για να μάθεις να λές μία γαμημένη λέξη; Μία τόσο απλή γαμημένη λέξη; Μίλα».
«Συγγνώμη κύριε», απάντησα. «Ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο κύριε. Είμαι ένας ηλίθιος κύριε».
«Μήπως ξέχασες κάτι τελευταίο;»
«Συγγνώμη κύριε. Σας ευχαριστώ για την υπομονή που δείχνετε απέναντι σ’ ένα ανάξιο σκουπίδι σαν εμένα κύριε. Σας είμαι αιώνια ευγνώμον κύριε», συμπλήρωσα αμέσως.
«Έτσι μπράβο. Ίσως να υπάρχει ελπίδα για σένα τελικά. Έλα, ας συνεχίσουμε από εκεί όπου είχαμε μείνει».

Έτσι όπως ήμουνα στα τέσσερα, σύρθηκα μπροστά στα ανοιχτά σκέλια του κυρίου μου κι έσκυψα να του φιλήσω τα πόδια.

«Έτσι μπράβο, καλό σκλαβάκι», είπε με πιο ήρεμη φωνή, κι αφέθηκε στις υπηρεσίες της γλώσσας μου που ευλαβικά του έγλυφε τα πόδια.

Μετά από κάνα δεκάλεπτο, ο κύριος μου άρπαξε τα μαλλιά και με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι μου. Προσπάθησα να κρατήσω το βλέμμα μου χαμηλά, ώστε να μην αντικρίσω το δικό του, αυτό θα ήτανε μεγάλο λάθος. Δεν είχα το δικαίωμα να κοιτάζω το κύριό μου στα μάτια. Όπως σωστά λέει κι ο ίδιος: "ίσα και όμοια είμαστε;" Φάνηκε να ικανοποιείτε από την προσπάθειά μου να μην εστιάσω στο βλέμμα του.

«Ίσως τελικά, κάτι να έμαθες, έ;» είπε.
«Προσπαθώ, κύριε».
«Έτσι μπράβο, κάνουμε προόδους. Για σήκω όρθιος να σε δούμε». Υπάκουσα και σηκώθηκα όρθιος. «Μπα-μπά; Τί έχουμ’ εδώ;» είπε ο κύριος με χλευαστικό τόνο στην φωνή του. «Φαίνεται πως σου αρέσει το ξυλίκι έ; Παλιοπουστράκι; Βλέπω το βρακί σου έχει γίνει τέντα».

Πράγματι, το πέος μου ήταν σκληρό σαν πέτρα και πιεζότανε από το ύφασμα του σλίπ που φορούσα.

«Δεν είναι λίγο παράλογο εγώ ν’ ασχολούμαι με την πούτσα σου, αντί εσύ ν’ ασχολείσαι με την δική μου; Απάντησε!»
«Μάλιστα κύριε. Έχετε δίκιο κύριε. Με την άδειά σας να σας υπηρετήσω όπως θέλετε κύριε», απάντησα υποτακτικά.
«Θα το ’θελες πολύ αυτό πουστράκι, έ; Αλλά όχι, δεν έχεις κερδίσει ακόμη αυτό το προνόμιο ώστε να μου την γλύψεις. Στο κάτω-κάτω, τέτοια πούτσα, δεν γίνεται να την χαραμίζω στο κάθε σκουπίδι που βρίσκω μπροστά μου. Έ; Έχω άδικο; Μίλα!»
«Ναι, κύριε. Θα το ήθελα πάρα πολύ κύριε. Αλλά αν δεν μου αξίζει, να μην μου επιτρέψετε να σας γλύψω κύριε».
«Καλώς. Βλέπω πως μαθαίνεις, αργά μεν, αλλά μαθαίνεις. Σήκω!»

Ο κύριος σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ήξερα τι με περίμενε, κι έτσι δεν μου προκάλεσε έκπληξη η διαταγή του να κάτσω στο κέντρο του δωματίου, πάνω στα γυμνά πλακάκια.

«Εύχομαι, για το δικό σου το καλό να διψάς, γιατί αλλιώς ξέρεις τι σε περιμένει».

Με μία απότομη κίνηση κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του κι αμέσως μετά τράβηξε από το άνοιγμα του εσωρούχου το πέος του. Στην θέα του και μόνο ένοιωσα ρίγος. Εκεί, μπροστά μου είχα το αντικείμενο του πόθου μου. Τον μεγάλο και χοντρό πούτσο του κυρίου μου. Το πόσο πολύ ήθελα να το βάλω μέσα στο στόμα μου, μόνο εγώ μπορούσα να το γνωρίζω. Αλλά όχι, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να λάβω το υπέροχο πέος του.

«Κανέ: αααα...» είπε ο κύριος καθώς με σημάδευε με το πέος του.

Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το ζεστό του κάτουρο να με χτυπάει, στο στήθος στην αρχή και μετά να αναβαίνει. Στόχος ήταν το ορθάνοιχτο στόμα μου, κι ήλπιζα να το πετύχει σύντομα, γιατί ό,τι χυνότανε έξω και κατέληγε στο πάτωμα, θα έπρεπε μετά να σκύψω και να το γλύψω.

Ένοιωσα το ζεστό υγρό να πετυχαίνει το στόμα μου και την αλμυρή γεύση των ούρων του στην γλώσσα μου. Υπό την συνοδεία του γέλιου του κυρίου μου, κατάπινα όση περισσότερη ποσότητα ούρων κατέληγε στο στόμα μου, ενώ το υπόλοιπο το ένιωθα να κυλάει από πηγούνι μου, να πέφτει στο στήθος μου, και να τρέχει μέχρι κάτω μουσκεύοντας το σλίπ μου. Απότομα όπως άρχισε, έτσι και τελείωσε. Ο κύριος τίναξε το πέος του και το εξαφάνισε πάλι πίσω από το ύφασμα του παντελονιού του.

«Δεν τα πήγες κι άσχημα», είπε, «αλλά κοίτα χάλι. Το καλό που σου θέλω να το κάνεις λαμπίκο το πάτωμα. Εδώ δες! Παντού κάτουρα! Αν είναι δυνατόν... Ξεκίνα! Τί περιμένεις;»

Έπεσα στα τέσσερα κι άρχισα με την γλώσσα μου να γλύφω το πάτωμα. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, κατάφερα μετά από λίγα λεπτά να έχω καθαρίσει εντελώς. Ο κύριος φάνηκε ευχαριστημένος.

«Πολύ ωραία. Και τώρα βάλε κι ένα πλυντήριο τα ρούχα πού ’ναι στο καλάθι, κι έλα πάλι μέσα. Α! Και μην τολμήσεις να σκουπιστείς! Το καλό που σου θέλω».
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα, και έκατσα να εκτελέσω τις εντολές του.

Όταν μπήκα ξανά στο σαλόνι, ο κύριος είχε γδυθεί και καθότανε στον καναπέ με τα πόδια ορθάνοιχτα και το μεγαλοπρεπές του όργανο να κρέμεται περήφανα ανάμεσα από τα σκέλια του. Μου έκανε νόημα με το δάχτυλο του να πλησιάσω. Μόλις έφτασα στα δυό μέτρα, έκατσα στα γόνατα όπως είθισται να κάθομαι μπροστά στον κύριό μου και περίμενα να με διατάξει.

«Έλα να μου τον γλύψεις», είπε ξερά. Πλησίασα σερνάμενος ανάμεσα στα σκέλια του κυρίου μου κι ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Επιτέλους βρισκόμουνα μπροστά στο μεγαλοπρεπές του πέος. Έσκυψα και μύρισα το μεθυστικό άρωμά του. Η στύση μου κόντευε να τρυπήσει το σλίπ. «Πάρτοοο...» είπε ναζιάρικα.

Άνοιξα το στόμα μου και χωρίς να το ακουμπήσω με τα χέρια το πήρα μέσα μου. Ήτανε ζεστό, ζεστό και απαλό στην γλώσσα, σαν μεταξένιο. Άρχισα να λικνίζομαι με τρόπο ώστε το πέος του, που σκλήραινε κάθε δευτερόλεπτο όλο και πιο πολύ, να μπαινοβγαίνει στο στόμα μου. Σύντομα έφτασε το πλήρες μέγεθός του που ήτανε είκοσι ολόκληρα εκατοστά, ενώ το πάχος του ήτανε σαν να έβαζα στο στόμα μου ένα μπουκάλι αναψυκτικού.

Οι φλέβες του πούτσου του, πρησμένες και διογκωμένες, έστελναν το ζεστό αίμα στο «τέρας» του που τώρα μου γαμούσε το λαρύγγι. Αν υπήρχε κάτι για το οποίο καμάρωνα, ήτανε η ικανότητά μου στο βαθύ λαρύγγι. Μπορούσα άνετα να χώνω πράγματα στον ουρανίσκο μου χωρίς ν’ αναγουλιάζω και να κάνω εμετό. Το μόνο που ήθελα είναι κάθε τόσο και λιγάκι να τραβιέται για να παίρνω μια ανάσα.

«Ω, ναι! Ναι! Έτσι παλιοκαριόλι! Έτσι! Πάρ’ τ’ όλο μέσα!» φώναζε ο κύριος κυριευμένος από καύλα. «Θα στο ξεσκίσω ’γω αυτό το στοματάκι! Θα σε πνίξω με τα χύσια μου!»

Δεν άργησε πολύ να εκπληρωθεί η προφητεία του, καθώς με ένα απότομο τίναγμα της λεκάνης, κάρφωσε τον πούτσο του στα βάθη του λάρυγγά μου, κι ενώ γράπωσε με το χέρι το κεφάλι μου ώστε να μην μπορέσω να κάνω πίσω, άρχισε να χύνει το ψωλόχυμά του μέσα μου.

Το ζεστό και πηχτό υγρό χτύπησε στα βάθη του οισοφάγου, προκαλώντας μου αίσθηση όπως αυτή που έχει κανείς όταν προσπαθεί να ξεφορτωθεί κάποιο φλέμα. Μαθημένος όμως όπως ήμουνα, σύντομα κατάφερα να στείλω τα ζουμιά του κυρίου μου μέσα στο στομάχι μου.

Κατάπια όλη την ποσότητα με την οποία με ευλόγησε και συνέχισα να πιπιλίζω τον πούτσο του προσπαθώντας να τον στραγγίσω από κάθε σταγόνα σπέρματος που μπορεί να είχε απομείνει, συνοδευόμενος από τα αγκομαχητά του κυρίου.

Τραβήχτηκε αργά από μέσα μου, αφήνοντάς με μ’ ένα τρομερό αίσθημα κενότητας. Με δυσκολία κατάφερα να συγκρατήσω την ορμή μου να πεταχτώ μπροστά και να το ξαναβάλω στο στόμα μου, η τιμωρία θα ήτανε αβάσταχτα σκληρή.

Χαστούκισε απαλά μερικές φορές το μάγουλό μου με το χέρι του και είπε: «Μπράβο. Καλό πουστράκι. Ξέρεις πώς να τσιμπουκόνεις έναν μεγάλο πούτσο. Μπορεί να μην είσαι τελείως στο να με υπηρετείς, αλλά θα σ’ εκπαιδεύσω, και μια μέρα θα γίνεις τέλειο σκλαβάκι. Ε; Τί λες; Μίλα».
«Όπως ορίζετε κύριε. Είναι τιμή μου να σας υπηρετώ».
«Μπράβο. Έτσι σε θέλω», είπε. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε την ώρα στο ρολόι. «Πέρασε η ώρα. Άντε, καιρός να του δίνεις, Αλλιώς θ’ αργήσεις στο σπίτι κι η αδερφή μου θα τα πάρει στο κρανίο».

Σηκώθηκα και ντύθηκα με γοργές κινήσεις. Είχε δίκιο, η ώρα είχε περάσει γρήγορα. Κατευθύνθηκα προς την πόρτα όπου στεκόταν ήδη και την ώρα που έπεσα στα τέσσερα να του φιλήσω μια τελευταία φορά τις πατούσες, μου είπε: «Σε κάνα δίωρο που θα έρθω για να φάμε το παστίτσιο της Μαιρούλας θα σε τσεκάρω. Το καλό που σου θέλω να μυρίζεις κάτουρο, αλλιώς... ξέρεις».

Στον δρόμο σταμάτησα το αμάξι κάπου απόμερα και βάρεσα μια μαλακία να εκτονωθώ. Έγλυψα τα χύσια από το χέρι μου για να ενωθούνε με τα δικά του μέσα μου. Παρηγορήθηκα κάπως. Μπορεί να μην τον παντρεύτηκα όπως θα ήθελα, κατάφερα όμως να τον κάνω κουνιάδο μου παίρνοντας την στραβοκάνα την αδερφή του. Ας είναι...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet