Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαστούκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαστούκια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

11. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 3ο]


Ο κύριος Θανάσης με τσιγκλούσε στα πλευρά για να ξυπνήσω. Χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσω το πού βρισκόμουνα και τι είχε συμβεί. Γύρισα και τον είδα να ανασηκωμένο να με κοιτάζει.

«Ξύπνησε το κουτάβι μου;» Έσκασε ένα χαμόγελο και συνέχισε: «Θα πάς μέσα σαν καλό παιδί να ’τοιμάσεις δυο μερακλίδικα καφεδάκια; Βαρύ με ολίγη τον δικό μου».
«Με πήρε ο ύπνος; Δεν το πιστεύω. Τι ώρα είναι;»
Έφαγα το σκαμπίλι μου χωρίς προειδοποιήσεις κι εξηγήσεις και μου απάντησε κοιτάζοντας κι ο ίδιος το ρολόι του: «Έξη και δέκα».
«Πώ-πω... Πέρασε η ώρα, κύριε», απάντησα τρίβοντας το μάγουλό μου. «Θα πρέπει να πάω να δω τι κάνουν τα παιδιά. Και να κάνω έναν έλεγχο να σιγουρευτώ πως αλλάξανε τα μπέκ», είπα, μιλώντας ουσιαστικά στον εαυτό μου.
«Κουταβάκι. Δεν με νοιάζει τι έχεις και τι δεν έχεις να κάνεις. Αλλά με νοιάζει να πιω τον καφέ μου. Γι’ αυτό τσακίσου μέσα να ετοιμάσεις έναν βαρύ με ολίγη, για να μην μας ακούσουν μέχρι το χωριό. Κατάλαβες; Μετά πάνε όπου θες, αλλά σε μια ώρα θα ’σαι πίσω για το επόμενο μάθημά σου. Δεν έκανα τόσο δρόμο για το τίποτα. Άσε και που μετά το στοματάκι σου, θέλω να γαμήσω και λίγο το σφιχτό το κωλαράκι σου. Κατάλαβες;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Άιντε τσακίσου».

Πετάχτηκα όρθιος, βίαια αφυπνισμένος από το δυνατό χαστούκι που είχα φάει και μπήκα στην κουζίνα να ετοιμάσω τον καφέ του.
«Να τον σερβίρεις στην βεράντα», άκουσα την εντολή του δυνατά καθώς έβγαινε έξω.
Ταυτόχρονα με τον καφέ του, ετοίμασα σ’ ένα πλαστικό ποτήρι και έναν φραπέ μέτριο για τον εαυτό μου, να τον πάρω μαζί μου έξω.

Βγήκα και τον βρήκα να κάθεται με τα πόδια του απλωμένα σε μια καρέκλα. Είχε τυλίξει και ανάψει ένα στριφτό τσιγάρο που το φουμάριζε με ένα πολύ αρρενωπό στιλ που για κάποιον λόγο μου άρεσε. Του άφησα τον καφέ και του είπα πως θα πήγαινα να κάνω τις δουλειές μου. Κοίταξε πάλι το ρολόι του και μου επανέλαβε την εντολή. Στις επτάμιση έπρεπε να είμαι πίσω.

Πήρα τον φραπέ μου στο χέρι και κατέβηκα τα σκαλιά. Άρχισα να περπατάω προς τα ανατολικά όπου είχαμε το μπαμπάκι. Αμέσως μετά είχα καμιά εικοσαριά στρέμματα καλαμποκιού, που δυστυχώς απ’ ό,τι φαινότανε δεν θα έβγαζε καλή ποσότητα φέτος. Παρόλα αυτά έπρεπε να το ποτίζω με την ελπίδα πως έστω και τελευταία στιγμή θα μπορούσα να αυξήσω κάπως την παραγωγή.

Έκανα κάνα τεταρτάκι για να φτάσω. Είχα τελειώσει τον καφέ. Πέταξα το κυπελλάκι σε ένα τρύπιο βαρέλι που είχα δίπλα από την γεώτρηση και άλλαξα τις βάνες. Γέμισα το ντεπόζιτο με βενζίνη και τράβηξα μερικές φορές το σχοινί, όσο να πάρει μπροστά το μοτέρ. Αφού βεβαιώθηκα πως έβγαζε κανονικά νερό και τα μπέκ ψεκάζανε σωστά, πήρα πάλι να περπατάω προς τον νότο να δω πως είχε πάει το καθάρισμα στα δέντρα. Μετά από κάνα δεκάλεπτο είδα τα παιδιά που πράγματι είχαν κάνει καλή δουλειά και είχαν τελειώσει σχεδόν το μισό χωράφι.

Με πλησίασε ο Φαρούκ για να με ρωτήσει διάφορες μικρολεπτομέρειες, ενώ ο Κώστας πλησίασε σύντομα κι αυτός κοντά μας για να μου πει για τις ελιές. Ήταν όλες σε καλή κατάσταση και θα έβγαζαν καλό καρπό. Γύρω στο εξήντα τοις εκατό για λάδι, και το υπόλοιπο για φάγωμα, με πολύ λίγη φίρα. Αφού τελείωσα και μ’ αυτούς και τους ευχήθηκα καλό βράδυ, μιάς και στις οχτώ θα σχολάγανε για να πάνε να ξεκουραστούν, πήρα τον δρόμο του γυρισμού.

Με όλα αυτά είχα ξεχαστεί, και μόνο όταν πάτησα το πόδι μου στην βεράντα και είδα τον κύριο Θανάση να με περιμένει στη ίδια στάση όπως τον είχα αφήσει, θυμήθηκα την προθεσμία του. Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου για να πιάσω το κινητό μου τηλέφωνο και να δω την ώρα αλλά με πρόλαβε.

«Επτά και είκοσι έξι. Στην ώρα σου μικρέ. Το γλίτωσες το ξύλο». Έκανε μια παύση για να ρεμβάσει το τοπίο πριν πάρει πάλι τον λόγο. «Πως πήγε η επιθεώρηση; Όλα καλά;»
«Δώξα τω Θεώ, όλα καλά, κύριε».
«Κανένα πρόβλημα δηλαδή;»
«Όλα υπό έλεγχο κύριε».
«Χμ... Ξαφνικά νιώθω σαν να παίρνω βραδινή αναφορά στο στρατόπεδο», είπε και γέλασε λίγο. «Κάτσε να τα πούμε τότε. Έλα, μην ντρέπεσαι».
Κατέβασε τα πόδια του από την καρέκλα και μου έκανε νόημα να κάτσω. Έπραξα όπως ζήτησε και έκατσα απέναντί του.



«Πώς νιώθεις;» με ρώτησε ο κύριος Θανάσης.
«Αμήχανα, κύριε», του απάντησα.
«Το βλέπω. Έχεις κοκκινίσει στο πρόσωπο. Εκτός κι αν σ’ έκαψε ο ήλιος. Σ’ έκαψε ο ήλιος μήπως μικρέ;»
«Όχι, κύριε».
«Καλώς. Πάντως να ξέρεις: το καλύτερο φάρμακο είναι τα χύσια. Αλλά ξέχασα. Σου έβαλα το μεσημέρι». Γέλασε λίγο με το αστείο του και συνέχισε: «Λοιπόν... Θυμασαι που μου ’λεγες ’κείνο το βράδυ στην Σαλονίκη για το πόσο σε καυλώνουν οι σκληρές ιστορίες που διαβάζεις στο ιντερνέτ, και πως ήθελες κάποτε να τις δοκιμάσεις;»
«Για να είμαι ειλικρινής, όχι, κύριε. Όπως σας είπα: δεν το σηκώνω το πιοτό κύριε, και δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα, κύριε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η εκκωφαντική μουσική και η όλη βαβούρα στο μπαρ, κύριε».

«Είδες τι ωραία που έμαθες να μιλάς αγόρι μου;» ρώτησε με αυτοθαυμασμό. «Μωρέ θα σε στρώσω μια χαρά εγώ. Δεν πειράζει. Πάντως τώρα είσαι ξεμέθυστος, οπότε πες μου αν κάνω λάθος. Γουστάρεις ή δεν γουστάρεις τ’ άγρια παιχνιδάκια;»
«Δεν γνωρίζω κύριε. Είναι αλήθεια πως όταν τα διαβάζω ή τα βλέπω στο ιντερνέτ νιώθω μια ηδονή–»
«Κομμένα τα πρωτευουσιάνικα σου σε μένα μικρέ. Θα μιλάς καυλιάρικα κι αντρίκεια. Πες: με καύλωναν».
«Μάλιστα κύριε. Συγνώμη κύριε. Ήθελα να πω πως με καυλώνουν κύριε, αλλά δεν μπορώ να... να πω με σιγουριά αν μου αρέσουν ή όχι, μιας και δεν τα έχω ποτέ μου δοκιμάσει, κύριε».

«Ωραία... Και αυτό ακριβώς θέλεις από μένα. Έτσι δεν είναι κουτάβι;»
«Ε...»
«Τι έ; Με θέλεις για ρομαντική βόλτα στα χωράφια και να μετρήσουμε τ’ άστρα; Εγώ άλλα θυμάμαι να έψαχνες: ηγεσία, καθοδήγηση, πειθαρχία, αντρική, δυναμική φιγούρα. Όχι φλωράκια και πουστράκια...»
«Έχετε δίκιο κύριε. Απλώς... Απλώς φοβάμαι λιγάκι...»
«Φοβάσαι εμένα;»
Ένευσα καταφατικά το κεφάλι μου.
«Καλά κάνεις και με φοβάσαι. Ο σεβασμός πάντα εμπεριέχει και λίγο το στοιχείο του φόβου. Αλλά αυτό και μόνο. Αν με φοβάσαι πως είμαι κάνας τρελός, κάνας διεστραμμένος που θα σε σφάξει και θα θάψει το πτώμα σου στα χωράφια, κάνεις λάθος... Αλώστε: σιχαίνομαι το φτυάρισμα». Γέλασε δυνατά και αυτό με βοήθησε να ηρεμίσω κάπως. Αυθόρμητα, πήρα τον λόγο.

«Ίσως να φοβάμαι και τον εαυτό μου λίγο, κύριε. Δεν ξέρω... Φοβάμαι μήπως δεν μου αρέσει, μήπως... μήπως γελοιοποιηθώ... ξέρετε τι εννοώ; Έ; Κύριε;»
«Και βέβαια μικρέ. Αλλά όπως σου είπα: είμαι εκ-παι-δευ-της! Ξέρω πώς να εκπαιδεύω κουτάβια, οπότε είσαι σε καλά χέρια. Όσο για το αν θα γελοιοποιηθείς, αυτό είναι καθαρά δικό σου θέμα. Για μερικούς άντρες, παραδείγματος χάριν, το να γαμηθούν από τον κώλο είναι ό,τι χειρότερο, ενώ αντιθέτως, για σένα και τους ομοίους σου, είναι καύλα. Επειδή όμως βλέπω πως σοβαρεύει η συζήτηση, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

»Από τώρα και μέχρι αύριο τ’ απόγευμα που θα φύγω, είσαι ο εκπαιδευόμενός μου. Μου ανήκεις για να σε κάνω ό,τι γουστάρω. Δεν θα σε σκοτώσω, ούτε θα σου σπάσω κάνα πόδι, οπότε μη φοβάσαι. Αλλά από ’κεί και πέρα δεν σου εγγυώμαι τίποτα.

»Ό,τι και αν σου κάνω, ό,τι εντολή και αν σου δώσω, εσύ θα την εκτελείς αμέσως χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς δισταγμούς, δικαιολογίες και άλλα χαζά. Για κάθε άρνηση ή παράπτωμα στο οποίο θα πέφτεις, θα δέχεσαι και την ανάλογη τιμωρία. Την τιμωρία την ορίζει ο κύριός σου, δηλαδή εγώ, κατά πως το κρίνει, και η απόφασή του δεν δέχεται καμία κριτική από την πλευρά σου. Ισχύει ό,τι ισχύει και τώρα: σε κάθε προσπάθεια αποφυγής της τιμωρίας, αυτή αυτομάτως θα διπλασιάζεται. Να το θυμάσαι αυτό. Γιατί άλλο ένα χαστούκι που γίνεται δυο, και άλλο μια ντουζίνα με την ζώνη μου θα γίνονται είκοσι τέσσερις... Καμιά απορία ως εδώ;»
«Προς το παρόν, όχι κύριε. Συνεχίστε και θα σας πω άμα είναι, κύριε».

«Ωραία, συνεχίζω λοιπόν. Δεν θα έχεις το δικαίωμα να μιλάς χωρίς την άδεια μου. Επειδή ξέρω πως αυτό θα σου είναι λίγο δύσκολο στην αρχή, θα είμαι υπομονετικός και θα έχεις εβδομάδα προσαρμογής. Θα τρως όπως και τώρα ένα χαστούκι όποτε θα πέφτεις στο παράπτωμα αυτό. Όταν θα θέλεις να πάρεις τον λόγο, να με ρωτήσεις κάτι ή να αναφέρεις κάτι, θα το ρωτάς πρώτα».
«Μα πώς θα το κάνω αυτό;» φώναξα λίγο πιο δυνατά από το αναμενόμενο. Αυτό που μου έλεγε μου φαινότανε παράλογο. Πως θα ρωτούσα τον λόγο όταν απαγορευόταν να μιλάω;
«Σκύψε να φας το χαστούκι σου», είπε, «και θα σου πω. Και για να μάθεις να μην με διακόπτεις άλλη φορά θα φας και μια ανάποδη». Με είδε που δίσταζα. «Σκύψε είπα για’ θα φας τις διπλάσιες και πάει λέγοντας...»

Έσκυψα και μου άστραψε μια ανάποδη, και χωρίς να προλάβω να συνέλθω, μου σκάει άλλο ένα δυνατό σκαμπίλι στο άλλο μάγουλο. Πόνεσα και έβγαλα μια ψιλή κραυγή.

«Έτσι μπράβο. Και συνεχίζω με την ελπίδα να μην με ξαναδιακόψεις. Λοιπόν, όταν θα θέλεις να πάρεις τον λόγο, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πεις την λέξη "κύριε". Αυτό όλο: "Κύριε", και μετά μια παύση. Αν σου δώσω τον λόγο, θα πεις ή θα ρωτήσεις αυτό που θέλεις, αν όχι, τότε απλά το βουλώνεις και περιμένεις. Δεν έχεις το δικαίωμα να ξαναρωτήσεις την άδεια για να μιλήσεις αν δεν περάσουν πέντε λεπτά, ή τελειώσουμε ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνουμε εκείνη την στιγμή.

»Για παράδειγμα. Αν σε γαμάω από τον κώλο και εσύ πονάς, θα πεις: "Κύριε," και άμα σου πω: "ναι; τι;" ή οτιδήποτε που μπορεί να σημαίνει πως σου δίνω τον λόγο, εκφράζεις αυτό που θέλεις. Πάντα βέβαια με τον απαραίτητο σεβασμό. Πως τσούζει ο κώλος σου και θέλεις λιπαντικό, ή πως νιώθεις πως πρέπει να πας τουαλέτα, ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά! Αν σε αγνοήσω, δεν θα σημαίνει πως δεν σε άκουσα. Ακούω και προσέχω πάντα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να νομίζεις εσύ! Εκεί που ’σαι ’σύ, εγώ ’μαι δυο βήματα παραπέρα. Όπότε, αν σε γράφω στ’ αρχίδια μου, είναι γιατί απλά γουστάρω να σε γράφω και πως αυτό είναι όλο μέρος της πραγματικότητας. Καταλαβαίνεις κουτάβι;»
«Νομίζω, κύριε».

«Ωραία. Τέλος, οι κώδικες. Μερικές φορές, όταν θα βλέπω πως ζορίζεσαι ή πως είσαι κοντά στα όρια σου θα σε ρωτάω "χρώμα". Εσύ θα δίνεις μία από τις τρεις απαντήσεις: πράσινο, κίτρινο ή πορτοκαλή, και τέλος κόκκινο. Αυτά τα χρώματα αντίστοιχα σημαίνουν: αντέχω άνετα, πονάω αλλά νιώθω πως αντέχω, και τέλος, πονάω αφόρητα και θέλω να σταματήσουμε τώρα. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω;»
«Μάλιστα κύριε, νομίζω πως κατάλαβα, κύριε».
«Ωραία. Νιώθεις κάπως καλύτερα τώρα;»
«Οφείλω να ομολογήσω πως ναι, κύριε. Φαίνεστε να ’στε καλός γνώστης αυτών τον πραγμάτων. Μπορώ να λέω κάποιο χρώμα και χωρίς να ρωτήσω την άδειά σας για να μιλήσω;»
«Σωστή ερώτηση. Η απάντηση είναι όχι. Αυτές τις ερωτήσεις τις κάνω μόνο εγώ. Και μην φοβάσαι, ξέρω πότε να τις κάνω. Εξάλλου, πρέπει να έχει και λίγη αγωνία το παιχνίδι, δεν νομίζεις;»
«Μα άμα πονάω πολύ; Άμα είμαι στα όρια να πεθάνω;»
«Σκύψε...»

Έσκυψα. Με χαστούκισε και συνέχισε: «Πρώτον, δεν υπάρχει περίπτωση να πεθάνεις, και δεύτερον, γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχει πάντα η λέξη κλειδί. Είναι μία λέξη που όταν την πεις, σταματάνε τα πάντα. Αλλά, σε προειδοποιώ: να μην την χρησιμοποιείς χωρίς λόγο, γιατί έτσι και το καταλάβω, θα σε κάνω να μετανιώσεις την ώρα και την στιγμή που αποφάσισες να βγεις στο φως αυτού του κόσμου. Κατάλαβες μικρέ;»
«Μάλιστα, κύριε».

«Ωραία. Η λέξη θα είναι... Χμ... Κάτσε να το σκεφτούμε αυτό. Πρέπει να είναι κάτι ασυνήθιστο, κάτι άσχετο που να μην το λες συχνά και να μην σημαίνει τίποτα...»
«Κύριε;»
«Ναι, μικρέ;»
«Να προτείνω κάτι, κύριε;»
«Για πές...»
«"Θεσσαλονίκη", κύριε. Είναι η πόλη σας. Εύκολο να την θυμάμαι, και άσχετη να την πω σε ακατάλληλη στιγμή, κύριε. Τι λέτε, κύριε;»
«Λέω: Οκέι. Μπήκες στο κλίμα βλέπω. Ρώτησες σωστά για να πάρεις την άδειά μου να μιλήσεις, και η λέξη είναι απλή, εύκολη, και άσχετη με εμάς εδώ. Πολύ καλά. Λοιπόν... Στο μέλλον, ό,τι και να συμβεί, όσο και αν γκαρίζεις και σκούζεις από πόνο ή καύλα, αυτή η λέξη δεν θα λέγεται παρά μονάχα όταν είναι πραγματική ανάγκη. Συνεννοηθήκαμε μικρέ;»
«Μάλιστα! Κύριε».

«Πολύ ωραία. Λοιπόν, φτάνει για σήμερα. Βαρέθηκα να σου εξηγώ τέτοια εύκολα και αυτονόητα πράγματα. Το καλό που σου θέλω να μην έχεις άλλες δουλειές για απόψε... Έχεις;»
«Όχι κύριε. Μόνο το βραδινό των παιδιών από το—»
«Αυτό κανονιστικέ είπαμε», με διέκοψε. «Δεν είναι πια δική σου δουλειά να τους ταΐζεις. Λοιπόν. Από τώρα και μέχρι αύριο το πρωί, είσαι δικός μου. Καταλαβαίνεις μικρέ; Είσαι κατάδικός μου και θα κάνεις ό,τι σου λέω και ό,τι σε διατάξω, χωρίς αντιρρήσεις και χαζομάρες. Για κάθε σου ανυπακοή θα έχεις τιμωρία. Συμφωνήσαμε μικρέ;»

Δίστασα για λίγα δευτερόλεπτα. Η εμπειρία του που μου είχε κάνει μία κάποια εντύπωση, και λίγο ο φόβος να του πω όχι και να φανώ σαν ένας χαζός πουστράκος του χωριού που δεν ξέρει τελικά τι θέλει, με έκαναν να αποφασίσω και να συναινέσω.



Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε για να ξεπιάσει τους μύες του. Παρόλη την κοιλιά που είχε αποκτήσει στην μέση του, το υπόλοιπο σώμα ήταν ακόμη σφιχτό. Είδα τους μύες των χεριών και των ποδιών του να σφίγγονται και να πετάγονται επιβλητικά, και δεν μπόρεσα να μην τους θαυμάσω με κρυφή ζήλια.

«Φαντάζομαι θα έχεις μπάνιο έ, μικρέ;»
«Μάλιστα, κύριε. Φυσικά και έχω μπάνιο. Γιατί, κύριε;»
«Εσύ τι κάνεις συνήθως στο μπάνιο μικρέ; Πλάθεις κουλούρια; Για να μου κάνεις ένα καλό μπάνακι φυσικά».
«Εγώ, κύριε;»
«Ναι, εσύ. Τι είπαμε; Δεν είπαμε πως είσαι δικός μου; Πως θα κάνεις ό,τι σου ζητήσω. Ε, λοιπόν, θέλω να κάνω μπάνιο. Θέλω να πας μέσα, ν’ ανάψεις το θερμοσίφωνο για να ζεστάνεις λίγο το νερό, το θέλω χλιαρό, να ετοιμάσεις το μπάνιο, και όταν γυρίσω πίσω σε λίγα λεπτά, να μπω στο νερό, να χαλαρώσω, να μουλιάσω, και μετά να με τρίψεις παντού με το σφουγγάρι και να με πλύνεις πολύ-πολύ καλά. Καταλαβαίνεις μικρέ;»
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα.
«Τράβα μέσα λοιπόν, όσο εγώ πάω να πάρω κάτι απ’ τ’ αμάξι».

Έπραξα όπως με διέταξε ο κύριος. Άναψα το θερμοσίφωνο και έστρωσα μια πετσέτα στα πλακάκια δίπλα στην μπανιέρα. Ευτυχώς που είμαι σχετικά καθαρός στα οικιακά μου και η μπανιέρα δεν ήθελε καθάρισμα. Βγήκα από την μπανιέρα την ώρα που ο κύριος Θανάσης έμπαινε στο σπίτι. Κρατούσε στο δεξί του χέρι μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα η οποία φαινότανε κάπως βαριά, ακόμη και για τον ίδιο. Την ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και την άνοιξε. Δεν μπορούσα να δω το περιεχόμενο της από την μεριά που βρισκόμουνα.

«Έλα δω μικρέ», είπε κοφτά. Τον πλησίασα και με διέταξε να κάτσω κάτω στα γόνατά μου. «Κλείσε τα μάτια σου και τέντωσε τον λαιμό σου», είπε.

Έκανα ό,τι με διέταξε. Ένοιωσα να τυλίγει και να σφίγγει κάτι γύρω στον λαιμό μου. Δεν ήτανε δύσκολο να καταλάβω πως μου έβαζε κάποιο λουρί, όπως αυτά που φοράνε όλοι οι σκλάβοι και που είχα δει χιλιάδες φορές σε φωτογραφίες στο ιντερνέτ.

Όταν τέλειωσε και μου είπε να ανοίξω τα μάτια μου, διαπίστωσα πως πράγματι, όχι μόνο είχε βάλει ένα μαύρο δερμάτινο λουρί γύρω από τον λαιμό μου, αλλά το είχε κλειδώσει κιόλας με μία μικρή κλειδαριά ώστε να μην μπορώ να το βγάλω. Όταν εξέφρασα τον φόβο μου για το τι θα συνέβαινα αν κάποιος με έβλεπε έτσι και δεν θα μπορούσα να το βγάλω, με είπε το βουλώσω και να μην φοβάμαι. Είπε πως τώρα αναλάμβανε αυτός τα ινία. Ψαχούλεψα το λουρί για λίγο ακόμη με τα χέρια μου, όταν με σταμάτησε λέγοντας πως θα το συνηθίσω πολύ-πολύ γρήγορα.

«Σε λίγο καιρό δεν θα μπορείς χωρίς αυτό γύρω απ’ τον λαιμό σου μικρέ», είπε. «Τώρα, βγάλε αυτή την φόρμα και το πουκάμισο και μείνε γυμνός, μόνο με το βρακί σου». Έκανα όπως διέταξε και γδύθηκα. «Για πλησίασε».

Πλησίασα και με άρπαξε δυνατά από το μπράτσο. Με μύρισε μερικές φορές και μόρφασε.

«Βρωμάς», είπε. Θα κάνεις κι εσύ μπάνιο μετά από μένα. Δεν θέλω βρομιάρικα σκυλιά στην δούλεψή μου. Κατάλαβες;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Ωραία. Πάμε. Πρέπει να ’χει αρκετό ζεστό νερό τώρα. Πάμε μέσα».
Μπήκαμε στο μπάνιο όπου με διέταξε να τον γδύσω. Έκανα όπως είπε, και θαύμασα για άλλη μια φορά το μεγάλο πέος και τους επίσης μεγάλους όρχεις του. Το κατάλαβε και τραβώντας μου τα μαλλιά μου τα έτριψε στα μούτρα.

«Για να πάρεις αυτό τον πούτσο και να γευτείς την κρέμα απ’ αυτά τ’ αρχίδια, θα πρέπει πρώτα να κάνεις πράγματα για να τα κερδίσεις. Κατάλαβες μικρέ; Αυτό το εργαλείο δεν είναι για τον καθένα. Γι’ αυτό να προσέχεις τον κύριό σου για να λαμβάνεις και τ’ ανάλογα βραβεία».

Μπήκε στο μπάνιο αφού πρώτα με έβαλε να το γεμίσω με χλιαρό νερό. Όσο αυτός ήταν στο μπάνιο, με διέταξε να κάθομαι στα γόνατα δίπλα από την μπανιέρα. Τράβηξε μάλιστα την πετσέτα που είχα απλώσει στο πάτωμα λίγο παραπέρα ώστε να κάθομαι στα γυμνά πλακάκια.

Όταν μετά από κάνα τέταρτο ένοιωσε πως είχε μουλιάσει αρκετά, με διέταξε να του λούσω τα μαλλιά και κατόπιν να τον τρίψω παντού με το σφουγγάρι. Έκανα ό,τι με διέταξε, πλένοντας ακόμη και τα γεννητικά του όργανα. Όταν γύρισε για να του τρίψω την πλάτη και τους μηρούς, μου τόνισε να προσέχω ώστε να μην νιώσει σε καμία περίπτωση πως αμφισβητούσα ή προσέβαλα τον ανδρισμό του, εμμένοντας υπερβολικά στα κωλομέρια του. Αν έκρινα σωστά από τις αντιδράσεις του, πρέπει να το πήγα αρκετά καλά για πρώτη φορά. Βγήκε από το νερό και αφού τον σκούπισα καλά με μία πετσέτα, με διέταξε να μπω στο μπάνιο για να πλυθώ και εγώ.

Πήγα να γυρίσω το πόμολο για να αδειάσω το νερό όταν με σταμάτησε με μία απότομη διαταγή.

«Δεν έχεις ακούσει για το πρόβλημα της λειψυδρίας στην χώρα μικρέ; Οικονομία στο νερό».
«Μα κύριε, πως θα κάνω μπάνιο τότε;» τον ρώτησα ανυποψίαστος.
«Χαζός είσαι μικρέ; Δεν βλέπεις πως η μπανιέρα είναι γεμάτη;»
«Μα...»
Ένα δυνατό σκαμπίλι με έκανε να ξεχάσω τις αντιρρήσεις μου.
«Μπες μέσα και πλύσου», με διέταξε.

Έβγαλα το σλίπ μου και μπήκα μέσα στο νερό που είχε πλέον κρυώσει αρκετά, αλλά ευτυχώς λόγω της καλοκαιρινής ζέστας δεν ήτανε δυσάρεστα παγωμένο.

Δεν πρόλαβα να ξαπλώσω, όταν ένα άλλο δυνατό σκαμπίλι με έπιασε στα πράσα.

«Σου είπε κανένας βρε μαλακισμένο να βγάλεις το κωλοσώβρακό σου!»
«Ε... Όχι, κύριε. Αλλά...»
Ακολούθησε δεύτερο χαστούκι. Πιάστηκα από την μπανιέρα για να μην γλιστρήσω μέσα στο νερό.
«Τι είπαμε; Δεν θα αντιμιλάς! Σου έδωσα τον λόγο; Όχι! Θα απαντάς μονάχα σε ό,τι σε ρωτάνε. Κατάλαβες;!»
«Μάλιστα, κύριε», κλαψούρισα. Με είχε πονέσει διπλά.

Είχα μπερδευτεί και με είχε βρίσει. Η στάση του από έμπειρος αφέντης είχε γίνει στα ξαφνικά μάτια μου, παράλογη και κακή.

Μου πέταξε το σλίπ στα μούτρα και με διέταξε να το φορέσω, έστω και βρεγμένο.

«Δεν ζήτησα να δώ τον βρομόκωλό σου, και περισσότερο, δεν ζήτησα να δω την βρομερή ψωλή σου. Τι νομίζεις δηλαδή; Πως είμαι καμιά βρωμόπουστρα σαν και σένα που γουστάρει να βλέπει και να παίρνει ψωλές; Απάντησε!»
«Όχι, κύριε», ψέλλισα.

Κατάλαβα εκείνη την στιγμή τι εννοούσε. Θα έπρεπε να του συμπεριφέρομαι σαν κάποιος πραγματικά βαρύς μάγκας, κι όχι σαν κάποιος που γουστάρει το κορμί μου ερωτικά. Δεν ήμουν μια καυλιάρα ύπαρξη γι’ αυτόν, αλλά ένας πούστης που θα του κάνει τις δουλειές σαν σκλάβος, και θα την "τρώει" μόνον όταν ο κύριος το γουστάρει.

«Τώρα, κάνε μπάνιο και πλύσου καλά. Το βρακί δεν θα το βγάζεις μπροστά μου ποτέ! Μόνο αν σου το ζητήσω εγώ! Αυτό το βρομοψωλάκι που έχεις δεν θέλω να το βλέπω μπροστά μου όταν δεν το ζητάω. Συνεννοηθήκαμε;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Τότε τι περιμένεις;» με ρώτησε. «Πλύσου και έλα σε πέντε λεπτά στο σαλόνι. Καθαρό νερό θα χρησιμοποιήσεις μόνο για να ξεπλυθείς. Και μην τολμήσεις να βγάλεις το βρακί από πάνω σου».

Ξεκίνησα να βρέχομαι όταν πλησίασε πάλι δίπλα μου. Από το βλέμμα του κατάλαβα πως θα έπεφτε χαστούκι. Μου το έδωσε και μου εξήγησε τον λόγο.

«Όταν σου θα σου μιλάω, ακόμη και όταν δεν είναι ερώτηση που θέλει απάντηση, εσύ πάντα θα λές: "Μάλιστα κύριε". Κατάλαβες; Πάμε μια δοκιμή».
«Μάλιστα, κύριε».
«Ωραία... Πάω στο σαλόνι».
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα.
«Τι ωραία νύχτα που έχει σήμερα...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Και τι γαμημένο κοπρόσκυλο που έχω στην μπανιέρα...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Ένα μικρό-μικρό και απαίδευτο κουτάβι...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Έτσι μπράβο... Μπήκες στο κλίμα. Πάω στο σαλόνι. Το καλό που σου θέλω να μην αργήσεις μικρέ», είπε και γύρισε να φύγει.
«Μάλιστα, κύριε».

Πλύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Η ιδέα πως λουζόμουνα στα νερά όπου είχα μόλις πριν από λίγο πλύνει τον κύριο Θανάση, με έκανε να νιώθω λίγο άβολα στην αρχή. Το πέος μου όμως που σκλήρυνε ελαφρά κάτω από το βρεγμένο ύφασμα του σλίπ, δήλωνε πως κατά βάθως, ίσως να το γούσταρα το όλο σκηνικό.

Τέλειωσα σχετικά γρήγορα και βάλθηκα να σκουπίζομαι με την πετσέτα. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν έφταιγε το βρεγμένο ύφασμα ή η όλη φάση του πλυσίματος στα βρομόνερα και η αυταρχική επιβολή του κυρίου Θανάση επάνω μου, αλλά ήταν γεγονός πως είχα μία πλήρη στύση να με πιέζει κάτω από το σλίπ.

«Ακόμη δεν τελείωσες μικρέ;» ακούστηκε η φωνή του κυρίου Θανάση από το σαλόνι. «Σ’ άκουσα να βγαίνεις από το νερό. Τι σκατά κάνεις τόσην ώρα;»
«Έρχομαι κύριε», φώναξα από το μπάνιο. «Σκουπίζομαι».
«Έλα τώρα όπως είσαι. Τώρα όμως!»

Ο τόνος της φωνής του πρόδιδε πως δεν θα έπρεπε να τολμήσω να τον παρακούσω. Πέταξα την πετσέτα όπως-όπως και έτρεξα στο σαλόνι. Δεν είχα όμως σκουπίσει καλά τα πόδια μου, και όπως μπήκα τρέχοντας, γλίστρησα και σύρθηκα στο πάτωμα. Ευτυχώς η πτώση μου δεν ήταν άσχημη και δεν χτύπησα, ούτε κόπηκα κάπου. Απλώς πόνεσα λίγο στα πισινά όπως έσκασα στο πάτωμα. Ο κύριος Θανάσης ήρθε και στάθηκε από πάνω μου και με κοίταζε με ένα βλέμμα περιέργειας που με έκανε να νιώσω λίγο άβολα. Έτσι όπως στεκότανε από πάνω μου, δεν έκανα καμιά προσπάθεια να σηκωθώ και έμεινα να τον κοιτάζω παγωμένος.

«Τελικά είσαι ένα πραγματικά αδέξιο κουτάβι μικρέ», είπε. «Αλλ’ αυτό είναι που μ’ αρέσει πάνω σου... Και τι βλέπω εδώ; Το κουταβάκι έχει καύλες;»

Κοίταξα ντροπιασμένος τον καβάλο μου που εξείχε επιδεικτικά και πρόδιδε όσα θα προτιμούσα να είχα αποκρύψει.

«Τι σε καύλωσε τόσο πολύ κουταβάκι; Το να λούζεσαι στα νερά που πλύθηκε ο κύριός σου; Έννοια σου...» είπε και χαμογέλασε μειλίχια. «Έννοια σου και θα πλυθείς σε πολλά άλλα που θα σου δώσει ο κύριός σου κουτάβι. Τώρα σήκω, σκουπίσου, καθάρισε την ζημιά, βάλε καθαρό σώβρακο και έλα να με ντύσεις. Μετά, θα σου πω τι θα κάνουμε αυτή την βραδιά. Σε προειδοποιώ πως θα αγριέψουν αρκετά τα πράγματα, γι’ αυτό να ’σαι προετοιμασμένος».

Έκανα όπως με διέταξε. Πήρα μια πετσέτα, σκουπίστηκα για να βγουν οι λίγες σκόνες που είχαν κολλήσει επάνω στο νοτισμένο σώμα μου, σκούπισα και τις νεροπατημασιές μου στο πάτωμα και πήγα στο δωμάτιό μου όπου έβγαλα το βρεγμένο και φόρεσα ένα καθαρό μαύρο σλίπ.

Όταν μπήκα στο σαλόνι τον βρήκα να κάθεται αραχτός στην πολυθρόνα, γυμνός ακόμα, με την βαλίτσα ανοιγμένη μπροστά του.

«Έτοιμος μικρέ;» με ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε».
«Τότε έλα να με ντύσεις».

Τον πλησίασα και είδα την βαλίτσα. Είχε μέσα λογής-λογής πράγματα όπως δερμάτινες ζώνες, μερικές με μυτερά μεταλλικά καρφιά, μαστίγια, αλυσίδες, ραβδιά και άλλα είδη βασανισμού. Πάνω-πάνω ξεχώριζε ένα μαύρο δερμάτινο σλίπ. Ο κύριος Θανάσης έσκυψε και αφού το έπιασε το έτεινε προς τα μένα. Το πήρα στα χέρια μου και το περιεργάστηκα λίγο. Ήταν από σκληρό, σχεδόν άκαμπτο δέρμα. Είχε ένα μικρό φερμουάρ στο πάνω μπροστινό μέρος και ένα μεγάλο κοκάλινο κουμπί.

«Θέλετε να το φορέσω κύριε;» τον ρώτησα με περιέργεια.
«Μίλησες χωρίς να με ρωτήσεις μικρέ, αυτό σημαίνει τιμωρία. Σκύψε...»

Έσκυψα και έφαγα το χαστούκι μου. Μετά από τόσα χαστούκια σε μία και μόνο μέρα, το μάγουλο μου είχε γίνει πολύ ευερέθιστο, και παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες το χαστούκι δεν θα θεωρούτανε πολύ δυνατό, εγώ πόνεσα και μάλιστα αρκετά.

«Άλλη φορά δεν θα μιλάς χωρίς να ζητήσεις την άδειά μου...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Είσαι ένα σκουπίδι...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Είσαι ένα σιχαμερό πλάσμα. Δεν είσαι άντρας, ούτε καν αγόρι. Είσαι ένα σίχαμα. Όχι μόνο γουστάρεις να τον παίρνεις από πίσω, ντροπιάζοντας το φύλο σου, την οικογένεια και την χώρα σου, αλλά είσαι και ένα χαζό πλάσμα που δεν μπορεί να ζήσει από μόνο του. Χρειάζεσαι κάποιον αληθινό άντρα, ένα που να σε διατάζει, να σε οργανώνει, και να σε κουμαντάρει στην ζωή σου...»
«Μάλιστα, κύριε».

«Μπράβο... Τουλάχιστον μπήκες στο νόημα της απάντησης όταν σου μιλάω», είπε, και συνέχισε: «Αυτό είναι το δικό μου εξάρτημα. Αυτό το φοράει μονάχα ένας δυνατός, σκληρός άντρας που έχει τα αρχίδια να το γεμίσει. Τι σκατά να γεμίσει το δικό σου το ψωλάκι;» είπε και γέλασε.

Δεν ήμουν κανένας ιδιαίτερα προικισμένος άντρας, αλλά ούτε και θα το χαρακτήριζα ως μικρό. Παρόλα αυτά, κατάφερε και με έκανε να νιώσω μικρός και άχρηστος.

«Έλα να μου το φορέσεις», είπε.

Τον πλησίασα και με δικές του βοηθητικές κινήσεις, το πέρασα στα πόδια του, το σήκωσα ως επάνω και το κούμπωσα με προσοχή να μην τον πληγώσω στο όργανο.

«Έτσι μπράβο... Σιγά-σιγά θα μαθαίνεις... και μην ανησυχείς... Έχουμε όλη την βραδιά μπροστά μας...» είπε, πιάνοντας το πιγούνι μου στο δυνατό του χέρι και πιέζοντας με να τον κοιτάξω στα μάτια. Είδα με φόβο, πως δεν αστειευότανε...


[Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 4°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

10. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 2ο]


Είχε πάει μεσημέρι πλέον και η ζέστη είχε γίνει ανυπόφορη. Ενημέρωσα τον κύριο Θανάση, πως θα έπρεπε να πάω στην ταβέρνα του χωριού για να παραλάβω την καθημερινή παραγγελία του μεσημεριανού φαγητού των εργατών, και πως μετά το φαγητό θα έπεφταν για απογευματινή ξεκούραση. Με ρώτησε γιατί δεν είχα κανονίσει αυτή την δουλεία να την κάνει κάποιος από τους δυο έλληνες επιστάτες. Του απάντησα πως δεν μου είχε περάσει από το μυαλό αυτή η ιδέα.

«Πραγματικά είσαι απίστευτο κουτάβι,» μου είπε. «Δεν είσαι καθόλου καλός στο να διαχειρίζεσαι ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ολοφάνερο πως είσαι μαθημένος να μην, δίνεις αλλά να παίρνεις εντολές». Δεν απάντησα και συνέχισε: «Θα πάμε μαζί να πάρουμε το φαγητό και να τους το πάμε και θα μιλήσω εγώ στους δικούς μας για τις νέες τους αρμοδιότητες».
«Μα, αυτό θα προκαλέσει υποψίες,» είπα, σηκώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής μου για να διαμαρτυρηθώ για αυτήν του την παρέμβαση.

Από τα μάτια του κατάλαβα πως θα έπεφτε χαστούκι, αλλά όταν πλέον συνειδητοποίησα τον λόγο ήταν πολύ αργά για να επανορθώσω. Ενστικτωδώς τραβήχτηκα πίσω και απέφυγα το χτύπημα.

Σηκώθηκε όρθιος και με πλησίασε. Τρόμαξα και αποτραβήχτηκα προς τα πίσω προστατεύοντας το πρόσωπο μου με τα χέρια μου.

«Τι σου είπα πριν μικρό και χαζό κουτάβι; Ε;! Δεν σου είπα πως θα με αποκαλείς πάντα, μα πάντα κύριο; Και δεν σου είπα επίσης πως θα δέχεσαι με σεβασμό την όποια τιμωρία σου; Θυμάσαι τι είχαμε πει γι’ αυτό το θέμα;» Δεν τόλμησα να απαντήσω και συνέχισε με αυστηρή φωνή: «Είπαμε, πως όποτε θα κάνεις την βλακεία να αποφεύγεις την τιμωρία σου, αυτή θα διπλασιάζεται. Οπότε έχουμε και λέμε: Ένα χαστούκι που δεν με αποκάλεσες κύριο, και ένα γιατί τραβήχτηκες για να τ’ αποφύγεις. Πόσο μας κάνει; Απάντησε χωριατόπαιδο!»

«Δύο, κύριε,» απάντησα όταν κατάλαβα πως έτσι είχαμε συμφωνήσει για το ιδιότυπο αυτό παιχνίδι. «Δύο χαστούκια κύριε».
«Κι’ όμως κάνεις λάθος κουταβάκι. Τα χαστούκια είναι τέσσερα. Μπορείς να καταλάβεις γιατί; Έλα, δεν είναι δύσκολο, θα σου δώσω λίγο χρόνο να το σκεφτείς».

Είχα αρχίσει να τρομάζω γιατί ήμουν σίγουρος πως μόνο δυο χαστούκια δικαιούμουν κι όχι τέσσερα όπως έλεγε. Άρχισα να πιστεύω πως τελικά ο κύριος Θανάσης ήταν στην πραγματικότητα κάποιος τρελός. Έστεκε όμως με αυστηρό βλέμμα απέναντί μου, χωρίς να κουνιέται, δίνοντας μου λίγο χρόνο να ηρεμήσω και να σκεφτώ πιο καθαρά. Τότε μου ήρθε η απάντηση μέσα στο μυαλό.

«Επειδή... Επειδή όταν σηκωθήκατε για να με δείρετε τραβήχτηκα προς τα πίσω και σκεπάστηκα με τα χέρια;»
«Ακριβώς!» είπε με ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. «Οπότε είσαι έτοιμος να υποστείς σαν καλό εκπαιδευόμενο κουτάβι τα οχτώ χαστούκια της τιμωρίας σου;»
«Οχτώ;! Μα...»
«Ξέχασες πάλι να με αποκαλέσεις κύριο, μικρέ. Άρα...»
«Ο έλεος!» αναφώνησα θυμωμένα. Είχε αρχίσει να με κουράζει αυτό το παιχνίδι που μου τέντωνε τα νεύρα.

Αυτό ήταν. Ο κύριος Θανάσης είχε χάσει την υπομονή του. Τέντωσε το χέρι του και γραπώνοντας μου δυνατά τα μαλλιά, τράβηξε το κεφάλι μου προς τα πίσω. Για άλλη μία φορά σήκωσα τα χέρια μου για να ελευθερωθώ, μόνο και μόνο για να λάβω τα άγρια λεκτικά του δαγκώματα.

«Κάτω τα χέρια κοπρόσκυλο για’ θα σου κόψω τ’ αρχίδια! Κάτω γιατί αλλιώς θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου. Κάτω το κέρατό μου!»

Υπάκουσα και άφησα τα χέρια μου να γλιστρήσουν στο πλάι. Είχα τρομάξει κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.

«Μέτρα δυνατά και καθαρά τα χαστούκια. Ξεκινάμε».
Έσκασε το πρώτο χαστούκι στο μάγουλο.
«Ένα,» είπα, προσπαθώντας να καταπιώ την σκέψη πως θα καθόμουνα να φάω άλλα επτά δυνατά σκαμπίλια.
«Ένα... Κύριε! Πόσο δύσκολο είναι γαμώ το στανιό μου να το μάθεις αυτό ρε τσογλάνι; Ε; Θέλεις να με βγάλεις απ’ τα ρούχα μου; Κανονικά είναι δεκάξι τα χαστούκια σου γιατί τόλμησες πριν να μου υψώσεις την φωνή, χωρίς καν να με αποκαλέσεις με τον σωστό τρόπο. Τώρα θα πρέπει να στα κάνω τριάντα δύο–»
«Έλεος κύριε!» φώναξα. «Έλεος, λυπηθείτε με! Θα μάθω σας το υπόσχομαι, θα μάθω κύριε».
«Όντως μικρέ, θα σε λυπηθώ γιατί είσαι πρωτάρης και επειδή είναι εβδομάδα προσαρμογής. Αλλά θα φας τα δεκάξι χαστούκια σου και θα τα μετράς χωρίς να ξεχάσεις να με αποκαλείς με τον σωστό τρόπο. ’Ντάξει;»
«Μάλιστα κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε».
«Συνεχίζουμε λοιπόν,» είπε και έσκασε το δεύτερο χαστούκι.
«Δύο, κύριε». Τρίτο χαστούκι. «Τρία, κύριε». Τέταρτο, πέμπτο...

Συνεχίστηκε αυτό μέχρι και το δέκατο έκτο χαστούκι, οπότε ελευθέρωσε το κεφάλι μου και έκατσε πίσω στην θέση του. Έγειρα μπροστά και πιάστηκα από το τραπέζι για να μην πέσω. Ζαλιζόμουν και νόμιζα πως έχανα την ισορροπία μου.

«Δεν είναι τίποτα,» μου είπε ψύχραιμα καθώς άναβε ένα τσιγάρο. «Είναι γιατί από το κούνα-κούνα και που σφίχτηκες, ζόρισες τ’ αυτιά σου. Κάτσε ακίνητος για ένα λεπτό και θα σου περάσει. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Πάντως, στο μέλλον θα σου συνιστούσα να μην σφίγγεσαι. Αυτό χειροτερεύει την ένταση με την οποία το σώμα σου δέχεται τα χτυπήματα».

Σήκωσα το χέρι μου και σφούγγισα λίγα δάκρυα που είχαν τρέξει στα μάγουλα με το μανίκι του πουκάμισού μου.

«Χριστέ μου! Αυτό πόνεσε,» είπα.
«Σ’ εμένα απευθύνεσαι μικρέ;» ρώτησε ο κύριος Θανάσης.
«Όχι, στον εαυτό μου κύριε».
«Α! Οκέι τότε. Στον εαυτό σου μπορείς ν’ απευθύνεσαι όπως θέλεις. Αλλά έτσι και απευθυνόσουν σε μένα και είχες ξεχάσει πάλι το "κύριος", θα ’πρεπε να σε τιμωρήσω πάλι».
«Όχι κύριε, αυτό θα ήταν περιττό. Έχω μάθει το μάθημα μου κύριε».

«Καλώς. Πίσω στο θέμα μας λοιπόν. Όπως έλεγα. Θα πάμε στο χωριό να πάρουμε το φαΐ να ταΐσουμε τα παιδιά και να ξεκαθαρίσουμε το θέμα με τους δικούς μας. Πώς τους λένε;»
«Κώστας και Στέλιος κύριε».
«Και ποια τα πόστα τους;»
«Ο Κώστας είναι υπεύθυνος για τις ελιές και το λάδι κύριε. Ο Στέλιος ξέρει και από κλάδεμα γιατί είχε δικά του χωράφια παλιότερα και τον έχω για πιο γενικά καθήκοντα, κύριε».
«Οπότε θα βάλουμε τον Στέλιο να κάνει την δουλειά. Έχουν αμάξι;»
«Μάλιστα κύριε. Ο Κώστας έχει. Αλλά για δουλειές της φάρμας έχω το φορτηγάκι, κύριε».
«Οκ, ας μην χάνουμε χρόνο λοιπόν,» είπε καθώς πετάχτηκε όρθιος.

Παρόλο που είχε αρκετά κιλά παραπάνω, και είχε περάσει τα πενήντα, δεν μπόρεσα να μην προσέξω πως ήταν πολύ σβέλτος και κινητικός. Προφανώς θα πρέπει να ήταν αληθινός στρατόκαυλος όταν ήταν στον στρατό.



Τα πράγματα έγιναν όπως είπε. Παραλάβαμε το φαγητό, το παραδώσαμε, έπιασε τον Στέλιο, παρόλες τις αντιρρήσεις και τις ενστάσεις μου, και του είπε για τις αλλαγές. Ο Στέλιος δέχτηκε χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις. Επιστρέψαμε σπίτι όταν η ώρα κόντευε τρεις.

«Λοιπόν, πάει κι’ αυτό κουτάβι,» είπε ο Κύριος Θανάσης. «Ομολογώ πως ψιλοπείνασα. Έχει τίποτα να φάμε;»
«Ομολογώ πως δεν έχω ετοιμάσει τίποτα μαγειρευτό, κύριε. Σπάνια μαγειρεύω τα μεσημέρια, τουλάχιστον το καλοκαίρι μου έχει ζέστη. Συνήθως την βγάζω με καμιά σαλάτα, κύριε».
«Α, όλα κι’ όλα μικρέ. Από στερήσεις και σπαρτιατικές νοοτροπίες έχω χορτάσει στην ζωή μου. Θέλω να φάω κάτι καλύτερο απ’ αυτό που μου προτείνεις. Στο κάτω-κάτω, είμαι φιλοξενούμενός σου. Οφείλεις να με περιποιηθείς με το παραπάνω. Να σου πω: κότες έχεις;»
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα φοβούμενος για τα χειρότερα. Αλλά με διέψευσε.
«Ωραία! Τέλεια! Άρα θα έχεις και χωριάτικα αυγά. Λοιπόν. Θα πάς και θα μου κάνεις πατάτες τηγανιτές μ’ αυγά. Θα κόψεις και μια ντομάτα και θα περάσουμε τέλεια».
«Είστε σίγουρος κύριε; Μήπως θα σας πειράξει μ’ αυτή την ζέστη;»
«Δεν με πειράζει τίποτα. Τσακίσου γιατί πεινάω. Αλλά πρώτα πάμε μέσα να μου δείξεις το σπίτι και το δωμάτιό σου, να βάλω τον σάκο μου και να φορέσω κάτι πιο άνετο».

Τον ξενάγησα στο σπίτι του οποίου η παλαιά ατμόσφαιρα που ανέδυε του άρεσε. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ο συνδυασμός της πέτρας με το ξύλο, τα χίλια δυο μικρά ή μεγάλα μπιχλιμπίδια του παρελθόντος, κληρονομιά των παππούδων μου που φρόντισα να διασώσω και να τα φυλάξω ως ψηφίδες ενός παρελθόντος που δεν υπήρχε πια.

Είδε το δωμάτιο μου και ενέκρινε το παλιό διπλό κρεβάτι που είχα, φτιαγμένο από ξύλο και με δοκάρια στις άκρες, από τα οποία κρέμονταν κουνουπιέρες για να προστατεύομαι από τα κουνούπια τα βράδια.

Έβαλε τον σάκο του σε μια καρέκλα και με διέταξε να τσακιστώ να αρχίσω το μαγείρεμα, όσο αυτός θα άλλαζε σε κάτι πιο "άνετο".

Υπακούοντας στις εντολές του, και με τα μάγουλα μου ακόμη ζεστά από τα δυνατά σκαμπίλια που είχαν φάει πριν από λίγο, κλείστηκα στην κουζίνα όπου και έμεινα για κάνα μισάωρο φτιάχνοντας το φαγητό που μου είχε παραγγείλει. Όταν βγήκα, τον βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι φορώντας ένα λευκό φανελάκι και ένα κοντό αθλητικό σορτς. Είχε βγάλει και τα παπούτσια του και φορούσε τις κλασσικές στρατιωτικές σαγιονάρες, τις οποίες δεν πίστευα πως θα έβλεπα ποτέ ξανά στην ζωή μου.

«Έτοιμο το φαΐ μικρέ;» με ρώτησε ήρεμα.
«Μάλιστα, κύριε,» του απάντησα με κάπως δυνατή φωνή. Ο φαντάρος του παρελθόντος που κρυβότανε μέσα μου για χρόνια, είχε αρχίσει να ξυπνάει.
«Έτσι σε θέλω μικρέ!» απάντησε καθώς τινάχτηκε όρθιος. «Τσαγανό! Σιγουριά και ντομπροσύνη. Θα σε κάνω εγώ να πετάς. Φέρε να φάμε ’δώ έξω. Έχει ωραία δροσιά. Φυσάει πάντα έτσι το μεσημέρι;»
«Μετά τον Ιούλιο έχει συνήθως αυτό το ελαφρό αεράκι που ξεκινάει από το μεσημέρι και κρατάει μέχρι που να πάει να δύσει ο ήλιος, κύριε».
«Ωραία, πολύ ωραία. Στην Σαλονίκη, μιλάμε, πρέπει να ψήνεται ο τόπος...» Γύρισε και με κοίταξε. «Ακόμη ’δώ είσαι μικρέ; Τσακίσου λέμε!»

Πετάχτηκα μέσα και βάλθηκα να κουβαλάω την πιατέλα με τις πατάτες που στράγγιζαν πάνω σε απορροφητικό χαρτί. Το τηγάνι με τα αυγά να βράζουν ακόμη μέσα στο λάδι, και τέλος την σαλάτα και τις φέτες του ψωμιού.

Έκατσε και πήρε θέση στο τραπέζι που υπήρχε το κέντρο της βεράντας και άρχισε να τρώει με βουλιμία, ενώ εγώ καθόμουνα και τον κοίταζα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Φαίνεται να το αντιλήφθηκε και με μπουκωμένο στόμα μου είπε να παλουκωθώ και να φάω.

«Μπορώ;... Κύριε; » τον ρώτησα.
«Το ’σωσες... Φυσικά και μπορείς μικρέ. Είπαμε. Εδώ είν’ Ελλάδα. Μην κάνεις ό,τι βλακεία βλέπεις στις τσόντες και διαβάζεις στα χαζό-τέτοια του ιντερνέρ. Τώρα είναι ώρα φαγητού και θα φάμε. Εμπρός. Σε διατάζω».

Έπραξα όπως μου είπε. Σύντομα αδειάσαμε και γυαλίσαμε τα πιάτα με το ψωμί. Με ρώτησε αν είχα μπύρα και του έφερα αμέσως. Όταν την ήπιε, μου επέτρεψε να μαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα. Όταν τέλειωσα πρότεινε να πάμε μέσα για να ξαπλώσουμε.



Με έπιασε από το χέρι και με πήγε μέσα στο υπνοδωμάτιό μου. Είδα πως είχε ανοίξει τον σάκο του και είχε βγάλει λίγα από τα ρούχα του και τα είχε ταχτοποιήσει σε μία καρέκλα. Κατάλαβα πως είχε σκοπό να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε μαζί. Με έβαλε να ξαπλώσω σαν μικρό παιδί: Με κάθισε, με γύρισε και με έπραξε απαλά στο στήθος για να ξαπλώσω κάτω. Μετά, ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασε. Ένοιωσα αμήχανα, και μάλλον το κατάλαβε.

«Να σε ρωτήσω,» είπε. «Εσύ μόνο σουρωμένος κάνεις κρεβάτι;»
«Ε... εγώ, δηλαδή...»
«Μίλα ελεύθερα. Αν είναι να περάσουμε καλά οι δυο μας, θα πρέπει να μου πεις κάποια πράγματα για σένα. Έχεις κοκκινίσει ολόκληρος. Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Μάλιστα... κύριε! Μάλιστα. Μου συμβαίνει όταν νιώθω αμηχανία ή ντρέπομαι ή νιώθω άβολα... και τέτοια... κύριε».
«Δεν είχες ποτέ σου γκόμενο;»
«Όχι, κύριε».
«Νιώθεις άβολα δηλαδή που ξαπλώνουμε εδώ πέρα μαζί δηλαδή;»
«Για να είμαι ειλικρινής...»
«Να είσαι! Αυτό είναι διαταγή και κανόνας. Στον κύριό σου θα λες πάντα, μα πάντα την αλήθεια. Να το θυμάσαι αυτό. Είναι κα-νό-νας», συλλάβισε την τελευταία λέξη με έμφαση.

«Μάλιστα, κύριε. Για να είμαι ειλικρινής, νιώθω αρκετά άβολα. Δεν έχω συνηθίσει να μοιράζομαι το κρεβάτι μου με άλλον. Ό,τι και να γινότανε με άλλους άντρες, στο τέλος καταλήγαμε πάντα ο καθένας στο κρεβάτι του».
«Μάλιστα... Ωραία. Πολύ γουστάρω. Έχω τόσα πολλά να σου μάθω μικρό κουτάβι. Πραγματικά είσαι κελεπούρι για μένα. Λοιπόν,» είπε με έμφαση. «Για να σπάσει ο πάγος, και να σπάσει λίγο απότομα για να μην το ξημερώσουμε, πάρε μου ένα καλό τσιμπούκι να χαλαρώσω. Μια πίπα είναι ό,τι πρέπει μετά το γεύμα για να πάρω έναν καλό υπνάκο».
«Τώρα;»
«Εμ’ πότε; Αύριο; Τώρα φυσικά. Και σκύψε λίγο να φας το χαστούκι σου. Ξέρεις γιατί;»

Ήξερα, και έσκυψα γνωρίζοντας πως αν δεν το έκανα, θα ακολουθούσαν χειρότερα. Αφού με χαστούκισε, έβαλε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του και επανέλαβε την επιθυμία του για τσιμπούκι.

Αν και ομοφυλόφιλος, δεν ανήκα στην κατηγορία αυτών που με ευκολία, και υπό το προδοτικό φως της ημέρας, επιδίδονται με ευκολία στην σεξουαλική πράξη. Η σιγουριά όμως που ανέδυε ο κύριος Θανάσης, ο τρόπος με τον οποίον το βλέμμα, μα και η όλη στάση του σώματός του, πρόδιδαν πως περίμενε να εκτελεστεί η επιθυμία του, σύντομα με υπέταξαν.

Σηκώθηκα στα τέσσερα και πλησίασα τον καβάλο του. Έβαλα το χέρι μου επάνω του και τον ψηλάφισα. Δεν θυμόμουν και πολλά από την προηγούμενη φορά, και σίγουρα δεν θυμόμουν το πέος και τις διαστάσεις του. Έτσι, ένοιωσα μια έκπληξη όταν ένοιωσα το μέγεθός του πέους του που, ενώ ήταν ακόμη πεσμένο, γέμισε με ευκολία την παλάμη μου.

«Έτσι μπράβο μικρέ,» είπε βγάζοντας έναν μακρύ αναστεναγμό. «Παίξε μαζί του, κάνε χαδάκια. Δεν δαγκώνει. Αλλά μη μας πάρει και πολύ. Θέλω να κοιμηθούμε και καμιά ωρίτσα».
«Μάλιστα, κύριε,» απάντησα, και έστρεψα πάλι την προσοχή μου στο πέος του που τώρα σιγά-σιγά σκλήραινε.

Το χάιδευα πάνω από το γλιστερό ύφασμα του αθλητικού του κοντού σορτς και το ένιωθα να σηκώνεται και να πιέζει το ύφασμα με όλο και αυξανόμενη ένταση. Σύντομα κατάλαβα πως ήταν η ώρα να το ελευθερώσω από τα δεσμά του. Έπιασα το λάστιχο του σορτς και το τράβηξα προς τα κάτω, ασφαλίζοντάς το κάτω από τους όρχεις. Φάνηκε το λευκό του σλίπ, κάτω από το οποίο διαγραφόταν καθαρά τώρα το σχήμα του πέους. Ήταν μεγάλο και χοντρό. Έσκυψα και το φίλησα απαλά μερικές φορές.

«Ω, ναι! Μικρέ καυλιάρη... Αγαπάς τον πούτσο μου έτσι; Θέλεις πολύ να τον φας, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Όλος δικός σου μικρέ. Κάν’ τον ’να μπανάκι με την γλώσσα σου να δροσιστεί».

Με τον ίδιο τρόπο κατέβασα το λάστιχο του σλίπ και το ασφάλισα κάτω από τους μεγάλους όρχεις που συνόδευαν τον ανδρισμό του. Ένα μεγάλο και σκληρό πέος βρισκότανε τώρα μπροστά μου. Αν και χωρίς να έχει κάνει περιτομή, το κεφαλάκι βρισκόταν σχεδόν όλο εκτεθειμένο, κατακόκκινο και πρησμένο, έτοιμο να εκραγεί.

Άνοιξα το στόμα μου, και σκύβοντας μπροστά το έβαλα μέσα στο στόμα μου. Ένοιωσα την θερμότητά του να μεταφέρετε στα τοιχώματα του στόματός μου. Ήταν σαφές πως το αίμα που κυλούσε τώρα μέσα του, ήταν καυτό και έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να δροσιστεί. Άρχισαν να ανεβοκατεβάζω το στόμα μου, προσπαθώντας να το βάλω μέσα του όσο περισσότερο. Ήταν αδύνατον να το χωρέσω ολόκληρο. Λίγο παραπάνω από το μισό, και αυτό με το ζόρι. Συνέχισα έτσι για λίγο μέχρι που μου είπε να συνεχίζω να πιπιλάω μόνο το κεφαλάκι, όσο αυτός θα την έπαιζε για να χύσει.

Έπραξα όπως μου είπε και έγλυφα με την γλώσσα μου μόνο το κεφαλάκι, σκαλίζοντας παιχνιδιάρικα που και που την ουρήθρα του. Αυτός, με το χέρι του τυλιγμένο γύρω από το ζεστό αυτό κομμάτι κρέατος που παλλότανε από την πίεση, το έπαιζε μαστόρικα με έναν αυξομειωμένο ρυθμό που σύντομα τον έκανε να βγάλει μερικούς δυνατούς αναστεναγμούς που πρόδωσαν την άμεσα επερχόμενη έκρηξη τεστοστερόνης.

Πήγα να τραβηχτώ, αλλά με ένα γάβγισμα που μου πάγωσε το αίμα, με διέταξε να παραμείνω όπως ήμουν στην θέση μου. Κατανοώντας τα μελλούμενα, έκλεισα το στόμα και τα μάτια μου. Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το παχύρρευστο σπέρμα του να σκάει πάνω στο πρόσωπό μου. Εφτά με οχτώ δυνατές βολές που με πασάλειψαν παντού. Έμεινα ακίνητος, καθώς αργά κατέβαζε τον ρυθμό και προσπαθούσε να βρει την ανάσα του. Φοβισμένος από την αγριοφωνάρα του, δεν τόλμησα να κάνω το οτιδήποτε, ακόμη και να σκουπιστώ και να ανοίξω τα μάτια μου.

«Αχ, καύλα,» είπε σχεδόν αμέσως μετά. «Έτσι θέλω. Να σε βλέπω πασαλειμμένο με τα χύσια μου. Μικρέ, κανόνας: Το σπέρμα του κυρίου σου δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνει χαμένο. Αν τολμήσεις ποτέ σου ξανά να τραβηχτείς για να τ’ αποφύγεις, όπως έκανες τώρα, να ξέρεις πως δεν θα την γλιτώσεις με μερικά χαστούκια. Τώρα, σκούπισε τα μάτια σου μόνο, και τα χύσια από τα χέρια σου θα τα σκουπίσεις πάνω σου. Μετά έλα κι άραξε δίπλα μου χωρίς να σκουπιστείς καθόλου».

Έκανα όπως με διέταξε και ξάπλωσα δίπλα του. Κοίταζα το ταβάνι χωρίς να τολμάω να γυρίσω και να τον δω, σκεφτόμενος τα όσα είχαν μόλις γίνει. Δεν συνήθιζα να δέχομαι το σπέρμα αγνώστων αντρών επάνω μου, πόσο να το πάρω μέσα μου, είτε από μπροστά, είτε από πίσω. Αλλά αυτός σίγουρα θα είχε άλλα σχέδια. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του το πω, αλλά χωρίς να τον τσατίσω.

Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίον με είχε μόλις "χρησιμοποιήσει", με είχε αναστατώσει κάπως, ψυχικά και σωματικά. Απόδειξη του τελευταίου ήταν η στύση που είχα κάτω από την αγροτική μου φόρμα, και που την ένιωθα να πιέζει με δύναμη. Αναρωτήθηκα αν ο κύριος Θανάσης είχε παρατηρήσει το αντίσκηνο που είχε σχηματιστεί στον καβάλο μου. Η απάντηση ήρθε αμέσως με ένα ελαφρύ ροχαλητό. Προφανώς τον είχε πάρει ο ύπνος.

Έκλεισα και εγώ τα μάτια μου, προβάλλοντας στο μυαλό μου διάφορες κλασσικές φαντασιώσεις που είχα αποθηκευμένες στην νοητική βιβλιοθήκη του εγκεφάλου, μου για χρήση όταν είχα καύλες. Έβαλα το χέρι μου επάνω στην φόρμα μου και πίεσα τον πέος μου, ενισχύοντας έτσι την όλη αίσθηση της ηδονής.

Φοβούμενος να μην ξυπνήσω την κύριο Θανάση, δεν τόλμησα να κατεβάσω το φερμουάρ μου και να αυνανιστώ. Συνέχισα να χαϊδεύομαι απαλά πάνω από το ύφασμα, ενώ στο σπέρμα του κύριου Θανάση είχε υγροποιηθεί και έσταζε από το πρόσωπό μου. Και ενώ θα έπαιρνα όρκο πως θα ήταν αδύνατον να κοιμηθώ δίπλα σε αυτόν τον επιβλητικό άγνωστο που ροχάλιζε απαλά δίπλα στο αυτί μου, εξέπληξα τον εαυτό μου ξυπνώντας σχεδόν δυο ώρες μετά, νιώθοντας ένα ελαφρύ σκούντημα στα πλευρά μου.

Το τι έγινε μετά, και αργότερα το βράδυ όμως, είναι μία άλλη ιστορία...


[Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 3°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet