Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεκτικός εξευτελισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεκτικός εξευτελισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

9. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 1ο - πιλοτικό επεισόδιο]


Δεν μπορώ με ακρίβεια να πω τους λόγους που με ώθησαν να υιοθετήσω στην ενήλική μου ζωή τον ρόλο του σκλάβου. Από ψυχολογικής απόψεως, τα πάντα, θεωρητικά τουλάχιστον, έχουν μία αιτία. Είτε αυτό είναι κάποιο απωθημένο παιδικό τραύμα, είτε κάποια ενοχή ή επιθυμία ή οτιδήποτε άλλο.

Ως ένα σημείο, όπου αναλύω την παιδική ζωή μου, καταλήγω σε κάποια συμπεράσματα, που όμως δεν μπορώ να σιγουριά επιστήμονα να πω αν είναι σωστά ή όχι. Η αγροτική μου καταγωγή με κάνει επιφυλακτικό στην έκφραση τέτοιων απόψεων. Αν και για τα δεδομένα του χωριού καταγωγής μου θεωρούμε σπουδαγμένος, μιας και είμαι από τους λίγους που τελείωσαν αγροτικό Τ.Ε.Ι.

Στα παιδικά μου χρόνια, πριν ακόμη πάω στο γυμνάσιο, οι γονείς μου με άφηναν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στο χωριό, ενώ αυτοί παρέμεναν στην Αθήνα, απολαμβάνοντας κατά κάποιον τρόπο την απουσία μου. Το γεγονός πως αυτοί δεν ασχολήθηκαν με τα χωράφια του, έκανε τον παππού να μιλάει άσχημα πολλές φορές για τον πατέρα μου, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε ψυχολογική πίεση σε μένα για να με πείσει να ασχοληθώ με την γη. Η πίεση όμως που μου ασκούσε δεν ήταν πάντα μόνο ψυχολογικής μορφής.

Ο παππούς μου πίστευε στο βιβλικό δόγμα: «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», και έτσι, όταν έκανα κάποια σκανδαλιά ή ξεχνούσα να κάνω τις αγροτικές εργασίες που μου ανέθετε, δεν λυπόταν καθόλου την τιμωρία μου, η οποία ήταν ανάλογη με το παράπτωμα που είχα διαπράξει. Ξεκινούσε από απλά χαστούκια στον πισινό, στα μάγουλα, και το πιο άγριο, όταν με τράβαγε στο ποιμνιοστάσιο, όπου με πήγαινε για να μην τον πρήζει η γιαγιά, όπου με έγδυνε και που έσκιζε τις σάρκες με τις βίτσες που είχε για τα ζώα. Πολλές φορές, όταν γυρνάγαμε σπίτι και η γιαγιά μου έβαζε λάδι στις πληγές, μάλωνε με την γιαγιά που του έλεγε συνεχώς πως τα ίδια έκανε και με τον Αντωνάκη, τον πατέρα μου, και πως για αυτό πήρε τον ομματιών του και έφυγε από κοντά τους. Τότες, βέβαια, ήμουνα μικρό και παιδί, αλλά τώρα που μεγάλωσα, καταλαβαίνω γιατί και ο πατέρας μου δεν λυπότανε τα χαστούκια όταν θύμωνε ή έκανα κάτι κακό.

Πολλοί από εσάς θα νομίζετε πως μισούσα τον παππού μου και πως θα ήμουνα πολύ δυστυχισμένο αγόρι, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Ο παππούς μπορεί να ήτανε παλαιών αρχών και αυστηρός, ήτανε όμως και δίκαιος. Όταν με τιμωρούσε, πράγματι θα είχα κάνει κάποια σκανδαλιά, κάποια ζημία ή θα είχα αμελήσει τις εντολές που μου είχε δώσει. Ενώ, άμα είχα κάνει τα πάντα σωστά, τότε με αντάμειβε με διάφορα δώρα, όπως βόλτες με το άλογο στο δάσος ή στο Γεροντόρεμα που βρισκότανε πίσω από το βουνό. Αυτές ήταν και οι ποιο ευχάριστες αναμνήσεις μου με τον παππού, γιατί με κατέβαζε από το άλογο και μου μάθαινε τα μυστικά της φύσης: Να ξεχωρίζω τα πουλιά, να διαβάζω τα ίχνη από τα ζώα, να ξεχωρίζω τα καλά μανιτάρια από τα δηλητηριώδη, να βρίσκω τον προσανατολισμό μου μέσα στο σκοτεινό δάσος.

Φαντάζομαι πως αυτός ο συνδυασμός της υπακοής και της επιβράβευσης, με την τιμωρία στα παραπτώματα, κατέληξαν να διαμορφώσουνε αυτόν τον υποτακτικό χαρακτήρα που έχω σήμερα, και την συνεχή ανάγκη για καθοδήγηση με επιβράβευση ή τιμωρία.

Όταν ήμουνα δεκατριών ετών και πήγαινα στην πρώτη γυμνάσιου, λίγο μετά το Πάσχα, μας πήρε η γιαγιά τηλέφωνο με τα άσχημα νέα. Ο παππούς ήταν στα τελευταία του. Η μεγάλη ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών σε συνδυασμό με το κρύωμα που δεν πρόσεχε και το γύρισε σε οξύ πνευμονία του κόστισαν τελικά την ζωή. Έκλαψα πολύ για τον παππού, και μέχρι σήμερα τον θυμάμαι με πόνο και αγάπη. Και ας είναι η αιτία που έχω μερικά σημάδια στο σώμα μου επάνω. Μετά από αυτό η γιαγιά το πάλεψε μόνη της για μερικά χρόνια, ώσπου παράτησε και αυτή το χωριό και τα χωράφια για να πάει να μείνει στην θεία μου την Μερόπη στην Θεσσαλονίκη, όπου και έκλεισε τα μάτια της δέκα χρόνια αργότερα.

Στο μεταξύ, εγώ μεγάλωσα, και όσο έβλεπα το χάλι της Αθήνας τα καλοκαίρια, τόσο μεγάλωνε μέσα μου ο σπόρος που είχε φυτέψει ο παππούς μου. Έτσι, όταν έφτασα δευτέρα λυκείου, και φαινότανε καθαρά πως δεν θα περνούσα σε κανένα πανεπιστήμιο (γιατί είχα ήδη ανακαλύψει την κλίση μου στα αγόρια και τα είχα γράψει όλα τα παλιά μου τα παπούτσια), είδα, έψαξα, ρώτησα και έμαθα και κανόνισα να περάσω σε αγροτικό Τ.Ε.Ι. Εκεί έμαθα όσα χρειαζόμουνα να μάθω, αν και πιστεύω πως περισσότερο με βοήθησαν τα διδάγματα του παππού, παρά οι αερολογίες πολλών καθηγητών οι οποίοι ίσως και ποτέ να μην είχαν σκάψει την γη.

Μετά το στρατιωτικό, και αφού συμφώνησε και η θεία να μου παραχωρήσει με ενοίκιο την μισή περιουσία που μας άφησε ο παππούς, πήρα των ομματιών μου και έφυγα από την Αθήνα. Επέστρεψα στο σπιτικό του παππού και της γιαγιάς, το οποίο αφού έστρωσε με τα μερεμέτια, έγινε ένα ωραίο σπιτικό με κάποιες ανέσεις της πόλης που θα κάνανε τον παππού να φρίξει.

Τα πρώτα χρόνια ήτανε δύσκολα. Καλομαθημένος από την Αθήνα και την ευκολία εύρεσης ερωτικού συντρόφου, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να συνηθίσω την μοναξιά της επαρχίας, και μάλιστα, αυτή του στενού περίγυρου ενός χωριού διακοσίων και κάτι κατοίκων. Ευτυχώς βέβαια, που η πρωτεύουσα του νομού βρισκότανε μόλις τριάντα χιλιόμετρα μακριά, ενώ η Θεσσαλονίκη ήτανε μία ώρα και κάτι με το αυτοκίνητο.

Τα χρόνια αυτά ήτανε σχεδόν «στεγνά», χωρίς σχέσεις και σαρκικές επαφές, μιας και είχα βάλει όλη την ενέργεια στο να ξαναζωντανέψω τα χωράφια του παππού. Όταν τα πράγματα καταφέρανε και μπήκανε σε έναν δρόμο, και άρχισα να νιώθω την μοναξιά να πέφτει πάνω μου σαν βαρύ πέπλο, αποφάσισα να πάρω δραστικά μέτρα.

Στην αρχή βρισκόμουνα με αγόρια της χώρας τα οποία εξιτάρωνταν από το γεγονός πως ήμουνα αγρότης. Τα τρία χρόνια συνεχείς ενασχόλησης με την γη είχαν διώξει από επάνω μου το περιττό λίπος και το είχαν αντικαταστήσει με γυμνασμένους μύες. Η ικανοποίηση που λάμβανα όμως από τα αγόρια αυτά ήταν μικρή σε σχέση με αυτό που περίμενα, ακριβώς λόγω του ότι τα περισσότερο ήταν παθητικής ιδιοτροπίας, και η σκέψη για κάτι πιο σκληρό δεν περνούσε καν από το μυαλό τους.

Όλα αυτά άλλαξαν όμως όταν κάποια στιγμή οι ανιχνεύσεις μου με φέρανε στην Θεσσαλονίκη. Εντωμεταξύ είχε έρθει και στο χωριό, επιτέλους το ιντερνέτ και μπορούσα και είχα επικοινωνία με άτομα από εκεί. Δεν αποκάλυπτα βέβαια σε κανέναν την επιθυμία μου για μια «σκληρή» σχέση, αλλά λάμβανα πολύ πληροφόρηση από ξένες ιστοσελίδες που με βοήθησαν και να καταλάβω το ποιος είμαι και το τι, μάλλον, ζητάω.

Η γνωριμία μου με τον Θανάση, που αργότερα θα εξελίσσονταν σε Αφέντη, έγινε σε «ύποπτο» μπάρ στα Λαδάδικα. Αρχικά δεν έδινε την εντύπωση ενός αυταρχικού και σκληρού άντρα. Το ανάποδο. Ήταν κοντούλης και είχε αρκετά παραπανίσια κιλά. Αυτό που, υποθέτω, με τράβηξε κοντά του ήταν αυτή η ανεξήγητη αύρα αυτοπεποίθησης που ενέπνεε στο περιβάλλον, παρόλη την ασυμβίβαστη, σε σχέση με την γκέι κουλτούρα, εμφάνισή του. Έκατσα δίπλα του και σύντομα, σαν αρπαχτικό που αποδείχτηκε αργότερα, έπιασε συζήτηση μαζί μου που συνοδευότανε από ένα ασταμάτητο κέρασμα ποτού. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την βραδιά. Την άλλη μέρα όμως, όταν ξύπνησα στο σπίτι του φορώντας μονάχα στο σλίπ μου, κατάλαβα από τις κουβέντες του πως μάλλον είχα πει πάρα πολλά.

Έπρεπε να φύγω, και αφού ανταλλάξαμε αριθμούς τηλεφώνων έφυγα για το χωριό, γιατί το απόγευμα θα έρχονταν οι πρώτοι εποχικοί εργάτες για τον θερισμό. Μου υποσχέθηκε πως θα με επισκεπτότανε σύντομα κάποιο σαββατοκύριακο για να «ξαναζήσουμε ωραίες στιγμές», όπως χαρακτήρισε το βράδυ, από το οποίο εγώ δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα. Για λίγο καιρό μάλιστα, περνούσε από το μυαλό μου η σκέψη για το εάν έβαλε τίποτα στο ποτό μου, από τα χαπάκια εκείνα που σε κάνουν να μην θυμάσαι τίποτα.

Οι πρώτες μέρες και το πρώτο σαββατοκύριακο πέρασαν χωρίς νέα του, και συν του ότι δεν θυμόμουνα καμία «ευχάριστη στιγμή», δεν ένιωθα ιδιαίτερη απογοήτευση. Μονάχα περιέργεια που έσβηνε όσο περνούσαν οι ημέρες που ήταν πολυάσχολες με τις εργασίες και τον έλεγχο των εργατών.

Οι εργάτες ήταν στο σύνολό τους ξένοι μετανάστες. Μόνο δύο έλληνες είχα που και αυτούς τους είχα σε πόστα επιστατών. Οι έλληνες δεν μπορώ να πω πως ήτανε ελκυστικοί. Πιο πολύ με έλκυε ένας σαραντάχρονος Πακιστανός, ο Φαρούκ, που ήταν και ο αρχηγός κατά κάποιο τρόπω των υπόλοιπων Πακιστανών εργατών. Εκτός του ότι μου άρεσε γιατί η συμπεριφορά του ήταν σωστή, και όχι κουτοπόνηρη όπως λένε πολύ, ενέπνεε και τους υπόλοιπους εργάτες να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στις εργασίες. Με συζήτηση που με έκανε να ντρέπομαι απέναντί του για τα αγγλικά μου, με έπεισε πως άξιζαν πράγματι παραπάνω λεφτά για τον κόπο τους και συμφωνήσαμε και για αύξηση.



Υποθέτω, πως αυτό που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν ακριβώς αυτό: ο τρόπος με τον οποίον επιβάλλονταν στους υπόλοιπους, χωρίς να καταφεύγει σε χειροδικίες. Μιλούσε κοιτάζοντας τον άλλον στα μάτια, έκανε απότομες χειρονομίες με τα χέρια του και διατηρούσε πάντα μία αυστηρή φωνή. Σύντομα, ο Φαρούκ άρχισε τα βράδια να τρυπώνει στις φαντασιώσεις μου, και όσο περνούσε ο καιρός τόσο με σκλάβωνε, σε σημείο που άρχισα να γίνομαι απρόσεχτος. Έπιανα τον εαυτό μου στην σκιά του δέντρου να έχω το βλέμμα μου κλειδωμένο επάνω του, και όταν σε στιγμές έντονης ζέστης έβγαζε την μπλούζα του, εμφανίζοντας το σκληραγωγημένο από τις κακουχίες αντρίκειο σώμα του, ένιωθα τους παλμούς της καρδιάς μου να αυξάνονται επικίνδυνα.

Νομίζω πως σύντομα ο ίδιος μα και οι υπόλοιποι εργάτες είχαν καταλάβει τις «διαθέσεις» μου και τις φαντασιώσεις μου, και έπιανα που και πού τις πλάγιες ματιές που μου έριχναν και τα σαρδόνια χαμόγελα στις γεμάτες νόημα γκριμάτσες που έκαναν ο ένας στον άλλον. Δεν θα έβρισκα ποτέ το θάρρος όμως να τολμήσω να κάνω κάποια κίνηση, από φόβο μήπως γελοιοποιηθώ στον Φαρούκ και τους εργάτες, και άντε μετά να τους μαζεύω. Γιατί έτσι είναι οι απλοί άνθρωποι: κοπάδι. Άμα χάσεις μία φορά τον σεβασμό τους, δεν τον κερδίζεις ποτές ξανά.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν, όταν ένα πρωί, την ώρα που έπινα ακόμη τον καφέ μου μόνος στην βεράντα του σπιτιού, άρχισε το κινητό μου τηλέφωνο να χτυπά και είδα με έκπληξη πως ήτανε ο Θανάσης από την Θεσσαλονίκη. Το σήκωσα συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα πως ήτανε Σάββατο και ένοιωσα τους παλμούς μου να αυξάνονται. «Έχει πλάκα», σκεφτικά.

Πράγματι, ο Θανάσης είπε πως από ώρα είχε αφήσει την Θεσσαλονίκη και ήτανε κοντά στο χωριό. Μου έκανε κατάπληξη πως θυμότανε ακόμη το όνομα. Απλά είχε ψιλοχαθεί και βρισκότανε δυο χωριά παραδίπλα. Μου ζήτησε οδηγίες για το πώς να έρθει και του τις έδωσα. Σε δέκα με δεκαπέντε λεπτά θα έφτανε στο χωριό. Για να μη τον κουράσω με οδηγίες, παράτησα τον καφέ, κατέβηκα κάτω και πήρα το φορτηγάκι για να τον συναντήσω πριν το γεφύρι του χειμάρρου. Θα ήταν πιο εύκολο και θα γλιτώναμε πολύ ώρα με τον να με ακολουθήσει πίσω στο κτήμα. Περίπου μία ώρα αργότερα φτάσαμε έξω από το σπίτι και ανεβαίναμε τις σκάλες καθώς τον οδηγούσα να κάτσει στην βεράντα του πρώτου ορόφου. Εκεί βρισκότανε ο Φαρούκ σε μια καρέκλα και με περίμενε.

«Σε περίμενα αφεντικό», μου είπε ο Φαρούκ σε άπταιστα αγγλικά. Με ντροπή ανακαλώ στην μνήμη μου σήμερα, πως ποτέ δεν τον ρώτησα που έμαθε να μιλάει τόσο καλά αυτή την γλώσσα. «Έφυγες βιαστικά και δεν σε πρόλαβα. Τελείωσε το μάζεμα και είχες πει πως θα μου έδειχνες πού και πώς θέλεις να καθαρίσουμε γύρω-γύρω απ’ τα δέντρα».

«Ναι, Φαρούκ. Συγγνώμη. Είχα δουλειά να πάρω τον φίλο μου από ’δώ που ήρθε να με επισκεφτεί. Πάμε τώρα αν θες να σας δείξω».
Γύρισα το βλέμμα μου και είπα στον Θανάση: «Πρέπει να πάω μαζί του με το φορτηγάκι να του δείξω τι να κάνει με τα υπόλοιπα παιδιά. Θες να περιμένεις εδώ; Δεν θα κά—»
«Μπα, θα έρθω μαζί σου. Βαριέμαι μόνος μου. Ευκαιρία να μου δείξεις και το κτήμα».
Σήκωσα συγκαταβατικά τους ώμους σε μια κίνηση αμηχανίας και τυφλής αποδοχής και ξανακατεβήκαμε όλοι μαζί τα σκαλιά.
«Θα κάτσεις πίσω Φαρούκ;» τον ρώτησα. «Ο Θανάσης θα κάτσει—»
«Θα κάτσω και εγώ μαζί του τότε», πατάχτηκε πάλι ο Θανάσης, αφήνοντας με με το στόμα ανοιχτό.
«Ε, δεν είναι ανάγκη. Έχει χώρο...»
«Μπα. Όχι. Να ’σαι καλά. Αλλά θέλω πολύ να δω πως είναι να πηγαίνεις βόλτα στην καρότσα. Χωρίς ζώνες, παράθυρα και τέτοια χαζά...»

Πράγματι. Σε λίγο βρέθηκα να διασχίζω τα χωράφια προς την ανατολική άκρη όπου βρίσκονταν τα ελαιόδεντρα που θέλανε φρέζα και καθάρισμα. Ο Φαρούκ και ο Θανάσης έκατσαν πίσω στην καρότσα, και με μεγάλη περιέργεια τους έβλεπα από τον καθρέφτη να μιλάνε ο ένας στον άλλον, μάλλον στα αγγλικά, και μάλιστα, να έχει δημιουργηθεί και μία πρωτοφανή οικειότητα μεταξύ τους. Το πράσινο τέρας της ζήλιας άρχισε να φουντώνει επικίνδυνα μέσα μου, και συνειδητοποίησα με έκπληξη πως είχα θυμώσει.

Φτάσαμε και βρήκαμε τους υπόλοιπους εργάτες να περιμένουν κάτω από την σκιά μερικών δέντρων. Με συντομία εξήγησα στον Φαρούκ το πώς και τι θα κάνουν. Τους έδειξα ποια εργαλεία και πως θα τα χρησιμοποιήσουν και έστρεψα μετά την προσοχή μου στον Θανάση.

«Θές να πάμε πίσω να σου κάνω έναν καφέ;» τον ρώτησα προσπαθώντας να πνίξω την επιθυμία μου για ερωτήσεις. Θυμήθηκα ξαφνικά τον παππού που μου μάθαινε πως η υπομονή πάντα σε ανταμείβει κάποια στιγμή.
«Πώς; Αμέ,» απάντησε μονολεκτικά.

Ξεκινήσαμε και επιστρέψαμε πάλι στο σπίτι. Σύντομα βρεθήκαμε πάλι κάτω από την σκιά της πετρόκτιστης σκεπής της βεράντας. Πήγα μέσα όπου και του ετοίμασα τον Ελληνικό όπως μου τον ζήτησε, και βρεθήκαμε να καθόμαστε έξω στο ξύλινο τραπέζι ρουφώντας τους καφέδες μας. Επικράτησε αρχικά μια αμήχανη σιωπή που τελικά την έσπασε πρώτος αυτός.

«Ώστε αυτό είναι το σπίτι σου ε;»
«Ναι».
«Αυτό του παππού σου;»
«Σου μίλησα για τον παππού μου;» Ένευσε με το κεφάλι του. «Τί ακριβώς σου είπα εκείνο το βράδυ;»
«Πολλά... Πάρα πολλά. Φαίνεται πως δεν είσαι μαθημένος στο αλκοόλ παλικάρι».

Κύλησαν μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταφέρω να αρθρώσω την ερώτηση μου. «Μήπως μου έβαλες τίποτα στο ποτό μου;»
«Οχού... Πολλή τηλεόραση βλέπεις αγοράκι μου», απάντησε με στόμφο. «Απλά σούρωσες για τα καλά εκείνο το βράδυ και μπουρ-μπούρ-μπούρ, δεν έβαλες γλώσσα μέσα. Ο μόνος τρόπος που σε σταμάτησε ήταν όταν έβαλα τον πούτσο μου στο στόμα σου». Με κοίταξε στα μάτια. «Τι κοιτάς; Σαν μωρό έκανες. Το βούλωσες και άρχισες να το πιπιλάς λες και ήταν η ρόγα της μαμάς σου. Ηρέμισες, χαλάρωσες... Απλά καθόσουν στα γόνατα και τον έγλυφες».
«Ε, ειλικρινά... Δεν ξέρω αν θα το πιστέψεις, αλλά... έχω ένα τεράστιο κενό μνήμης για εκείνη την βραδιά».
«Ναι ε;»
Ένευσα καταφατικά.

«Τότε να σου θυμίσω περιληπτικά. Πήγαμε σπίτι μου. Έκανες εμετό δυο φορές και μου μίλησες για τα χωράφια σου, τον παππού σου, την μοναξιά σου, το κενό που νιώθεις την ζωή σου. Την πάλη που έχεις με την αγάπη σου για την αγροτική ζωή αλλά και το πρόβλημα της μικρής κοινωνίας του χωριού που σχολιάζει την έλλειψη ενδιαφέροντος προς το αντίθετο φύλο... Τέτοια...»
«Αυτά μόνο; Ε... θέλω να πω: τίποτα άλλο;»

Με κοίταξε με νόημα. Ρούφηξε δυνατά και προκλητικά μια γουλιά από τον καφέ του και μετά πήρε πάλι τον λόγο.

«Βεβαίως... Μου μίλησες για το πόσο πολύ σου αρέσει να σου λένε τι να κάνεις. Πως εκτός από την αγάπη σου για την γη και τα χωράφια, δεν ξέρεις τίποτα άλλο. Πως θα σου άρεσε να δοκιμάσεις κάτι πιο άγριο, κάτι πιο... καυλιάρικο...»
Έκρυψα το πρόσωπό μου στην παλάμη μου. «Θεέ μου! Δεν πιστεύω ότι είπα τέτοια πράγματα. Και μάλιστα σ’ έναν άγνωστο!»
«Ε! Ε! Για χαλάρωσε. Πολύ τραγικά το πήρες. Νομίζεις δεν σ’ έκοψα τι κουμάσι είσαι στο μαγαζί; Χαλάρωσε. Στο λέω από την αρχή να ’ξηγιόμαστε: δεν είμαι από ’κείνους που εκβιάζουν και απειλούν. Δεν ήρθα εδώ για κακό σκοπό. Άμα γουστάρεις... Άμα δε, την κάνω τώρα κιόλας...»

Έμεινα για λίγο σκεφτικός. «Αλήθεια λες;»
«Όχι, ψέματα. Να, έχω και την κρυφή κάμερα κριμένη στο τσαντάκι και καταγράφει. Χαλάρωσε αγροτόπαιδο... Εγώ απλά ήρθα να κάνουμε φάση που γουστάρεις. Άμα δε θέλεις... είπαμε: έφυγα τώρα κιόλας...»
«Ε... Κοίτα... Δεν είμαι αγροτόπαιδο εντάξει; Αθήνα μεγάλωσα...»
«Ναι, ναι... Μου τα ’πες όλα εκείνο το βράδυ. Κοίτα μικρέ... Και κοίτα να το συνηθίσεις το «μικρέ» γιατί έχουμε και είκοσι βάλε χρόνια διαφορά. Το ξέρω πως μεγάλωσες Αθήνα, αλλά παραδέξου το. Όπως και εσύ το είπες εκείνο το βράδυ πολύ ποιητικά, είσαι ένα παιδί, από τα λίγα, που τα πόδια του δεν αντέχουν να πατάνε στο τσιμέντο, αλλά θέλουν ν’ ακουμπάνε πάνω σε χώμα. Καλά δεν θυμάμαι;»

«Σου είπα και πως μου αρέσει να—»
«Να περπατάς ξυπόλητος στα χωράφια. Ναι, μου το ’πες και αυτό».
«Να πάρει ο διάολος! Υπάρχει τίποτα που να μην σου έχω πει; Και γιατί διάολε δε θυμάμαι τίποτα;»
«Δεν ξέρω... Τέλος πάντων. Θές να μείνω ή να φύγω;»
«Δώσε μου λίγο χρόνο να το σκεφτώ σε παρακαλώ».
«Σου δίνω ένα λεπτό», είπε απότομα.
«Ένα λέ—»
«Πενήντα έξι δευτερόλεπτα. Τρως χρόνο μικρέ... Δε θες να θυμώσω και να βγάλω το ζωνάρι και να σ’ αρχίσω στις γρήγορες;»

Στην μνήμη μου ήρθε η ανάμνηση του παππού που έβγαζε καμιά φορά την ζώνη του, την βαριά, την δερμάτινη, και μου κατέβαζε το βρακί και με άρχιζε στις γρήγορες. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν και εγώ, χωρίς να το καταλάβω χανόμουνα όλο και πιο βαθιά στις αναμνήσεις μου ώσπου μια στράκα κοντά στο πρόσωπό μου με επανέφερε.

«Τέλος χρόνου μικρέ. Λοιπόν; Τι θα γίνει;»
«Ε... Καλά... Κάτσε και βλέπουμε. Δεν είμαι σίγουρος αν θα γίνει τίποτα βέβαια... Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως είμαι λίγο τρομαγμένος. Ως τώρα ζούσα κάποια πράγματα μόνο στην φαντασία μου...»
«Το ξέρω μικρέ. Αυτό ήταν μου με καύλωσε πιο πολύ απ’ όλα πάνω σου, όταν μου είπες τις ανολοκλήρωτες φαντασιώσεις σου. Μήπως ξέχασες τι δουλειά κάνω;»
«Ε...»
«Χμ... Πραγματικά θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά... Γαμώ τη μου. Μόνο και μόνο στην σκέψη του πόσο παρθένο είσαι καυλώνω ο κερατάς. Θα σ’ εκπαιδεύσω καλά μικρό κουτάβι. Θα σ’ εκπαιδεύσω γαμάτα».

Τεντώθηκε απότομα μπροστά και με ταχύτητα γαζέλας άρπαξε το πρόσωπό μου με τα δυο του χέρια και το τράβηξε προς τα μπροστά. Ενστικτωδώς έβαλα τα χέρια μου στα δικά του και προσπάθησα να τραβήξω.

«Κάτω τα χέρια!» ούρλιαξε με φωνή που μου πάγωσε το αίμα. «Κάτω τα χέρια σκυλί για’ θα σε σκίσω!» Η φωνή του ήταν απότομη, κοφτή, ένα λεκτικό καμτσίκι που έσκαγε πάνω στην ψυχή. Υποταγμένος στο σκληρό του πρόσταγμα τα χέρια μου χαλάρωσαν και αφέθηκαν να γλιστρήσουν προς τα κάτω. «Έτσι μπράβο. Καλό κουτάβι. Θα γίνεις πολύ καλός. Λοιπόν, κοίτα με στα μάτια και μην μου πεις μετά πως ήσουν σουρωμένος. Εγώ, παλικάρι, υπηρέτησα τριάντα γαμημένα χρόνια στον στρατό. Εκπαιδευτής! Έχω σπάσει πολλά σκληρά αντράκια και τους έκανα κοτούλες που τρέχουν για το καλαμπόκι. Κατάλαβες; Γι’ αυτό να ξέρεις: Απ’ τα χέρια μου θα βρεις εκπαιδευμένο λυκόσκυλο, έτοιμο γι’ αποστολή στα χιόνια, γι’ αλλιώς θα σου ρίξω φόλα! Κατάλαβες; Ε; Πές ότι κατάλαβες κοπρόσκυλο!» και πίεσε τα χέρια του πιο δυνατά προκαλώντας μου πόνο.

«Κατάλαβα! Κατάλαβα», φώναξα δυνατά, ελπίζοντας έτσι να ελαττώσει την πίεση.
«Λοιπόν, κουτάβι. Μάθημα πρώτο, και κοίτα να το μάθεις καλά. Εφεξής θα με λες κύριο! Κάθε σου πρόταση, κάθε φράση, κάθε λέξη που απευθύνεις στο πρόσωπό μου θα τελειώνει με αυτήν την λέξη. Κατάλαβες; Όχι Αφέντη, όχι μάστερ και άλλες μαλακίες, άλλα κύριο! Συνεννοηθήκαμε;»
«Μάλιστα», φώναξα ανάμεσα στα σφιγμένα μου δόντια, παγιδευμένος ακόμη στα απρόσμενα δυνατά του χέρια.

Απότομα ελευθέρωσε το πρόσωπό μου, μα πριν προλάβω να τραβηχτώ, ένοιωσα ένα γερό χαστούκι να σκάει στο αριστερό μου μάγουλο, και αμέσως πριν προλάβω να συνέλθω με παγίδευσε πάλι ανάμεσα στα χέρια του.

«Τι είπα μόλις τώρα σκυλί; Τι είπα γαμώ το στο στανιό μου γαμώ;! Τι είπα; Ε;! Τι είπα ρε μαλακισμένο;! Πώς θα τελειώνει κάθε γαμημένη πρότασή που απευθύνεις σε μένα;»
«Κύριε!» φώναξα δυνατά, σοκαρισμένος ακόμη από το χτύπημα.
«Μπράβο. Πάμε πάλι από την αρχή. Ξαναπές όλη την πρόταση σωστά. Έλα, δυο λεξούλες είναι...»
«Μάλιστα κύριε!» φώναξα, «Μάλιστα κύριε!»
Ξέσφιξε την άρπαγά του και αμέσως τινάχτηκα πίσω. «Έτσι μπράβο. Είδες πόσο εύκολα μαθαίνεις; Είδες πόσο εύκολο πράγμα είναι η εκπαίδευση;»

Έτριψα το μάγουλό μου. Ο εγωισμός μου ήταν πληγωμένος. Η φαντασίωση και η πραγματικότητα είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το σώμα μου όμως ένιωθε μια απροσδιόριστη αναστάτωση.

«Τι; Πόνεσε;» με ρώτησε ο Θανάσης.
«Λιγάκι... ναι...»
Με ταχύτητα αρπαχτικού τινάχτηκε και μου άστραψε άλλο ένα δυνατό χαστούκι, στο ίδιο μάγουλο. Πόνεσε αρκετά και έβγαλα μια ψιλή κραυγή.
«Πές το σωστά!»
«Λιγάκι, κύριε».

«Έτσι μπράβο. Μη φοβάσαι. Μετά από καμιά δεκαριά χαστούκια θα το ’χεις μάθει. Άκου τώρα και την συνέχεια. Επειδή είσαι κουτάβι ακόμα, θα είμαι πολύ ελαστικός την πρώτη ημέρα. Για κάθε σου λάθος θα τρως χαστούκι. Αλλά! Σαν καλό παιδάκι θα κάθεσαι να δέχεσαι στωικά την τιμωρία σου. Άμα κάνεις την βλακεία να τραβηχτείς, να πιάσεις το χέρι μου, να αποφύγεις με οποιωνδήποτε τρόπο την τιμωρία σου, αυτή αυτομάτως διπλασιάζεται. Το ένα χαστούκι θα γίνει δύο, άμα φας το πρώτο και πας να τραβηχτείς στο δεύτερο, θα γίνονται τέσσερα, και ούτω καθεξής. Κατάλαβες κουτάβι;»
«Νομίζω...» είδα το σώμα του να σφίγγεται, έτοιμο να ξαναεπιτεθεί με ταχύτητα φιδιού και συμπλήρωσα δυνατά: «... Κύριε!»
Χαλάρωσε και άραξε χαλαρά στην ράχη της καρέκλας. «Έτσι μπράβο... Μαθαίνεις γρήγορα κουτάβι. Θα τα πάμε καλά οι δυο μας».

Έμεινα στην καρέκλα μου να τρίβω το πονεμένο μάγουλο που εντωμεταξύ είχε κοκκινίσει και έκαιγε.

Ο Θανάσης... ή μάλλον, Κύριος Θανάσης όπως θα τον αποκαλώ από δώ και στο εξής, σήκωσε το φλιτζάνι του και αποτέλειωσε τον καφέ με μία τελευταία δυνατή ρουφηξιά. Μείναμε ακίνητοι. Αυτός να με κοιτάζει γεμάτος σιγουριά, μια σιγουριά που με τρόμαζε αλλά και ταυτόχρονα με ερέθιζε, και εγώ να τον κοιτάζω με αμηχανία.

«Ε... Κύριε! Και τώρα τι θα κάνουμε... κύριε;»
«Χμ... Υποθέτω λοιπόν πως σου άρεσαν τα σκαμπιλάκια σου ε; Λοιπόν... Θα σου πώ τι θα γίνει σήμερα, και αν νομίζεις πως θα σου αρέσει, το συνεχίζουμε...»
«Μάλιστα κύριε, σας ακούω λοιπόν...»


[Εδώ τελειώνει το πρώτο πιλοτικό επεισόδιο. Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 2°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

3. Ο Καλός Σκλάβος


Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα κάτω και τον είδα να κάθεται στο πάτωμα, στα γόνατα, όπως έπρεπε να είναι. Κρατάει στα δυο του χέρια το δερμάτινο κολάρο με την αλυσίδα. Το κρατούσε όπως κρατάνε το σπαθί οι βασιλιάδες που το εμπιστεύονται σε κάποιον άξιο διάδοχο ή στρατηγό. Έκλεισα την πόρτα για να μην μας πάρει κάνα μάτι και άναψα τα κυρίως φώτα. Μόλις τον πλησίασα, σήκωσε τα δυο του χέρια ψιλότερα για να με διευκολύνει να πάρω το κολάρο. Το πήρα στα χέρια μου. Αμέσως σήκωσε το πρόσωπό του ψηλά με τα μάτια κλειστά για να μην αντικρίσει το, ιερό για αυτόν, πρόσωπό μου, και τέντωσε τον λαιμό του. Του το φόρεσα και το κούμπωσα. Όταν τέλειωσε η σύντομη αυτή τελετή υποταγής, έκατσε στα τέσσερα και περίμενε τις εντολές μου.

Τράβηξα ελαφρά την αλυσίδα και κατευθύνθηκα προς το συνηθισμένο μου μέρος στον καναπέ. Μόλις έκατσα, πλησίασε και μου έγλυψε με την γλώσσα τα δάχτυλα του χεριού μου, σήμα πως ήθελε να πάρει τον λόγο. Του το επέτρεψα.

«Επιτρέψτε στον σκλάβο σας, Αφέντη, να εκφράσει την χαρά του που του κάνατε και σήμερα την τιμή να τον επισκεφθείτε για να σας υπηρετήσει. Θέλετε να αρχίσω με τα τυπικά, Αφέντη;»

Του έδωσα την άδεια κι αμέσως άρχισε την γνωστή ρουτίνα. Μου έλυσε κι έβγαλε τα παπούτσια, έβγαλε τις κάλτσες, το σακάκι και το πουκάμισό μου και τα άφησε με προσοχή στην άκρη. Κατόπιν έπιασε της πατούσες μου και μία-μία άρχισε να τις μαλάζει. Δεν κρατιόμουνα. Βόγκηξα από την ηδονή. Ταυτόχρονα, ένοιωσα τον πούτσο μου να αναθαρρεύει κάτω από το παντελόνι μου. Τα πόδια μου, φαίνεται, πως είναι συνδεδεμένα με το πέος μου, και η χαρά του ενός μέλους ανακλάτε στο άλλο.

«Ο κύριος απολαμβάνει το μασάζ των ποδιών του;» ρώτησε το βλαμμένο κάνοντας το μεγάλο λάθος.

Με ταχύτητα γαζέλας ανασήκωσα τον κορμό μου, χάρη στους γυμνασμένους μου κοιλιακούς, που τόσο λάτρευε το δουλικό, και του άστραψα ένα γερό χαστούκι που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πλάι, παρότι καθότανε οκλαδόν.

«Αν τολμήσεις να ξαναμιλήσεις χωρίς πρώτα να πάρεις την άδειά μου, μα τον Θεό, θα σε σαπίσω στο ξύλο, σκουπίδι!» του γάβγισα με δύναμη. Έμεινε κάτω, πεσμένος, χωρίς να τολμήσει να στρέψει το βλέμμα του επάνω μου. «Λοιπόν; Τι περιμένεις; Να σου χαϊδέψει η μαμά το μάγουλο και να σου δώσει φέτα με Μερέντα για να περάσει ο πόνος;» συνέχισα με άγρια φωνή. «Συνέχισε με τα πόδια! Με πεθαίνουν σήμερα!»

Αμέσως τινάχτηκε και επέστρεψε στο έργο του. Μετά από σχεδόν ένα τέταρτο, αποτράβηξα τα πόδια μου δίνοντας το σήμα πως δεν ήθελα άλλο τρίψιμο.

Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Η απογραφή στο κατάστημα Σουπερ-Μάρκετ όπου εργαζόμουνα ως προϊστάμενος ήταν εξουθενωτική. Σχεδόν δύο εκατομμύρια διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων και δύο μέρες εργασίας με εκατόν δέκα υπάλληλους να καταμετρούνε τα πάντα στα ράφια, την αποθήκη και τα φορτηγά.

Όταν τελειώσαμε και σούταρα και τον τελευταίο υπάλληλο για να κάνει πρωτοχρονιά, το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν το πότε θα πάω στο σπίτι του σκλάβου μου να με περιποιηθεί όπως μόνο αυτός ξέρει. Του έστειλα μήνυμα να είναι σπίτι και να έχει τα πάντα έτοιμα. Όσο σκεφτόμουνα και την εξέλιξη της βραδιάς με την γυναίκα μου και τα πεθερικά, τόσο πριζονόμουνα περισσότερο. Έτσι, ήθελα όλα να είναι τέλεια, να με περιποιηθεί τέλεια ο σκλάβος μου ώστε να έχω δυνάμεις για το βράδυ.

«Πάμε μέσα στο κρεβάτι σου να ξαπλώσω. Θέλω να μου κάνεις μασάζ», του είπα καθώς σηκωνόμουνα.

Με την άνεση που είχα ως αφέντης του δουλικού, πήγα στην κρεβατοκάμαρά του, πέταξα κάτω τα άστρωτα σεντόνια και σωριάστηκα μπρούμυτα στο κρεβάτι του. Του έδωσα εντολή να μαλάξει την πλάτη μου.

Δεν μπορώ να πω. Από τότε που βρήκα πριν από δύο χρόνια αυτόν τον σκλάβο, τον Κώστα όπως είναι το όνομά του, κατάλαβα τι θα πει μασάζ. Είχε χάρισμα αυτό το παιδί. Ακόμη και αν δεν θα μου άρεζε να γαμάω αντρικά κωλαράκια, πάλι θα τον κράταγα για σκλάβο μου, μόνο και μόνο για τα θαυματουργά του χέρια. Βογκούσα πιο πολύ απ’ ό,τι αυτός όταν του γάμαγα την πίσω τρύπα. Με κάθε του μάλαξη, ένιωθα την κούραση και τα νεύρα να ρέουν από τους μύες μου σαν νερό. Πώς να μην το λατρεύω αυτό το αγόρι; Βέβαια, αυτό ποτέ δεν του το έδειχνα. Ξέρω πως θα ξενέρωνε στην στιγμή.

Μου το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε στο διαδίκτιο: «Θέλω έναν άντρα εκατό τις εκατό,» μου είχε πει. «Να είναι αφέντης, κύριος, απόλυτος άρχοντας. Να μην με βλέπει σαν φίλο, αλλά σαν σκλάβο. Να μου φέρεται όπως θέλει. Θέλει γαμήσι; Να με βάζει κάτω να με σκίζει χωρίς να βάλει καν λιπαντικό. Θέλει να βαρέσει χαστούκια; Να το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Να με βάλει να γαμηθώ με αγνώστους; Να το κάνει αμέσως. Θέλω να μην με βλέπει ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο που το χρησιμοποιεί για πάρτι του».

Είχα καιρό να συναντήσω αληθινό σκλάβο. Από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Λονδίνο, όταν σπούδαζα και ήρθα σε επαφή με τον κόσμο των υποτακτικών σκλάβων και των αυταρχικών αφεντικών. Δεν άργησα να καταλάβω τον αυταρχισμό μου και το γεγονός πως η «χρίση» άλλων, λειτουργούσε ως σούπερ διεγερτικό για μένα.

Συνάντησα αρκετούς «σκλάβους» στην ζωή μου που μόνο σκλάβοι δεν ήτανε. Μικρά (ή και μεγαλύτερα) αγόρια, που νομίζουν πως θα φάνε κάνα σκαμπιλάκι και αυτό το λένε «σκλάβος». Ανόητα πλάσματα!

Στον Κώστα βρήκα αυτό που έψαχνα, και μάλιστα στην Ελλάδα, και στην πόλη μου, την Αθήνα. Από την αρχή κατάλαβα πως αυτός ήταν πραγματικός σκλάβος, γεννημένος για υποταγή. Μάλιστα, στις πρώτες συναντήσεις μας, σχεδόν αυτός οδηγούσε τα πράγματα, βοηθώντας με να ελευθερώσω τον καταπιεσμένο αφέντη που έκρυβα μέσα μου. Τον βαρούσα χαστούκια και γέλαγε. «Αυτό μόνο μπορείς να κάνεις;» μου έλεγε. «Η αδερφή μου βαράει πιο δυνατά», και του έριχνα πιο δυνατά χαστούκια.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, και τώρα ζω πολύ πιο ήρεμα. Πραγματικά πιστεύω πως ο Κώστας συμβάλει στην καλή λειτουργία του γάμου μου. Αν δεν τον είχα να εκτονώνομαι, ίσως να γινόμουν και εγώ ένας από αυτούς τους βίαιους άντρες που δείχνουν στην τηλεόραση, από αυτούς που στέλνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο νοσοκομείο με κατάγματα και μώλωπες.

Κάτι τέτοιες στιγμές τσατίζομαι και ξυπνάει μέσα μου ο φαλλοκράτης. Γαμημένη χειραφέτηση και μαλακίες. Σε άλλες εποχές, θα είχα τον Κώστα σκλάβο μου στον στάβλο του σπιτιού μου, και όποτε ήθελα τις υπηρεσίες του θα πεταγόμουνα δυο βήματα ως το κρεβάτι του, ενώ η γυναίκα μου θα παρέμενε αμίλητη και κλειδωμένη στον γυναικωνίτη. Τώρα, πρέπει να της λέω ψέματα πως μετά την δουλειά έχω χαρτούρα στα φορτηγά, για να έχω κάλυψη να περνάω από τον σκλάβο μου και να με «ξαλαφρώνει». Αν ήξερε πόσο τυχερή είναι, θα έπρεπε αυτή, πρώτη από όλες, να πέσει στα πόδια του Κώστα και να τον ευχαριστεί για τις υπηρεσίες που μου προσφέρει. Τέλος πάντων. Και έτσι όπως είναι τα πράγματα, πάλι καλά να λέω. Παράπονο δεν έχω.

Τα μαγικά χέρια του Κώστα είχαν κάνει το θαύμα τους. Τα πόδια μου είχαν πάψει από ώρα να με πονάνε και ένιωθα την πλάτη μου σαν μια μάζα από απαλή κι εύπλαστη ζύμη. Όλη μου η ενέργεια είχε μεταμορφωθεί σε καύλα. Ένιωθα τον πούτσο μου, με τα είκοσι δύο ευλογημένα εκατοστά που του χάρισε ο Θεός, να είναι πέτρα και να πονάει από την πίεση που ασκούσε το βάρος του σώματός μου επάνω του. Ήρθε η ώρα να τυραννήσω λιγάκι το δουλικό.

Με ένα νεύμα μου σταμάτησε το μασάζ κι έκατσε στα γόνατα με τα χέρια στο πάτωμα και το κεφάλι να κοιτάζει κάτω. Γύρισα ανάσκελα και αμέσως ένιωσα αγαλλίαση στον καβάλο μου. Το πέος μου τώρα φαινότανε να πιέζει έντονα το ύφασμα του παντελονιού που εξείχε υψωμένο σχηματίζοντας ένα μικρό αντίσκηνο. Έβαλα το χέρι μου επάνω και τον μάλαξα. Ήτανε τέλεια! Ένιωθα χαλαρός και ξεκούραστος, και το μόνο που χρειαζότανε για να ολοκληρωθεί η κάθαρση ήταν να χύσω το ψωλόχυμα που έβραζε όλη μέρα στους όρχεις μου.

«Γουστάρεις ξεφτίλα να πιεις τα χύσια του αφέντη σου;» τον ρώτησα. Έμεινε σιωπηλός να κοιτάζει το πάτωμα. Μου άρεζε να τον τεστάρω συνέχεια. Ο σκλάβος δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει εκτός κι αν ο αφέντης του δώσει το δικαίωμα με ξεκάθαρη εντολή. «Απάντησε!» τον διέταξα.
«Θα ήταν υπερβολικά μεγάλη μου τιμή Αφέντη,» απάντησε το δουλικό.
«Ωραία, αλλά όχι ακόμη,» του είπα. Πριν φύγω για τις γιορτές, θέλω να σου αφήσω ένα ενθύμιο. Πάνε φέρε το μαστίγιο».

Χάθηκε περπατώντας στα τέσσερα και επέστρεψε μετά από λίγο με ένα μαστίγιο φτιαγμένο από αληθινό καραβόσκοινο. Ήταν βαρύ και η επιφάνιά του άγρια και βαμμένη από προηγούμενες χρήσεις, ποτισμένο από το αίμα του σκλάβου μου.

«Πάμε στο σαλόνι να είμαστε πιο άνετα,» του είπα.

Στο σαλόνι, στον αριστερό τοίχο της πολυκατοικίας που δεν συνόρευέ με άλλο κτήριο, ο σκλάβος είχε από χρόνια τοποθετήσει γέρα στον τοίχο με μεγάλες βίδες, κρίκους στους οποίους μπορούσε να δένεται, κι έτσι να ακινητοποιείται χωρίς να ακούγονται «περίεργοι» ήχοι σε άλλα διαμερίσματα. Τον σήκωσα και τον έδεσα με την κοιλιά στον τοίχο. Σήκωσα τα χέρια του ψηλά και τα έδεσα στους κρίκους με τα σχοινιά που κρέμονταν πάντα έτοιμα για χρήση. Όταν τέλειωσα το δέσιμο και τον είχα έτοιμο, τον ρώτησα αν ήταν έτοιμος να φάει το ξύλο του. Δεν απάντησε καθόλου. Σωστή κίνηση. Ο αφέντης χέστηκε αν ο σλάβος είναι έτοιμος ή όχι να φάει ξύλο. Ο αφέντης δέρνει όποτε κι όπως γουστάρει, γιατί απλά, έτσι γουστάρει!

Σήκωσα ψηλά το βαρύ σχοινί, ζύγισα το εκπαιδευμένο πια χέρι μου και το κατέβασα με δύναμη. Τον πέτυχα στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο σκλάβος έβγαλε μια ψιλή, πνιγμένη κραυγή πόνου και απόλαυσα το θέαμα των μυών της πλάτης του να συσπώνται και τα χέρια του να πετάνε φλέβες στα μπράτσα και τους καρπούς από το σφίξιμο. Χωρίς να περιμένω επανέλαβα την κίνηση. Πάλι η ίδια αντίδραση. Μετά από καμιά εικοσαριά χτυπήματα που είχαν κοκκινίσει την πλάτη του με κόκκινες, παχιές γραμμές, είδα πως τα πόδια του τρέμανε ελαφρώς. Ο πόνος και το σφίξιμο είχαν κουράσει τους τσιτωμένους τένοντες. Ο πούτσος μου, πιο σκληρός από ποτέ, πίεζε διεγερτικά το ύφασμα του εσωρούχου και του υφασμάτινου παντελονιού μου. Συνεχίζω ξαναμμένος και πιο άγριος.

Του ρίχνω δυο ντουζίνες απανωτές, δυναμώνοντας το κάθε χτύπημα, κλιμακωτά. Το ίδιο κλιμακωτά ανεβαίνουν και οι «ψιλές» κραυγές πόνου που προσπαθεί να καταπνίξει. Με διεγείρει ο ήχος της κραυγής του, και θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να μπορούσαμε να ήμασταν σε κάποιο απόμερο μέρος όπου δεν θα χρειαζότανε να καταπιέζει τον πόνο του.

Νιώθω μία ενόχληση στο δεξί μου μπράτσο. Μάλλον το παράκανα. Σταματάω το μαστίγωμα και το μαλάζω με το αριστερό. Ο πόνος υποχωρεί κάπως. Ηρεμώ. Στρέφω το βλέμμα μου στον σκλάβο μου που τώρα έχει καταρρεύσει. Τα πόδια του, ανίκανα να τον κρατήσουν έχουν παραλύσει και κρέμονται νεκρά. Τα χέρια του, τεντωμένα από το βάρος το σώματος που κρέμεται αποκλειστικά και μόνο από αυτά. Όλο του το σώμα συσπάται άρρυθμα. Στην ησυχία που έρχεται μετά το σταμάτημα των χτυπημάτων ακούω τους πνιγμένους λυγμούς που βαίνουν από το λαρύγγι του σκλάβου μου. Καύλα!

Ήρθε η ώρα. Θα του γαμήσω το λαρύγγι! Θα του ξεσκίσω το στόμα! Θα του τον καρφώσω τόσο άγρια που θα βγει από το πίσω μέρος του λαιμού του. Πετάω κάτω το σχοινί και του λύνω με άτσαλες κινήσεις τα δεσμά. Με το που λύνω τον τελευταίο κόμπο, το σώμα του γλιστράει στο πάτωμα, σαν να είναι ένα κομμάτι ύφασμα που πέφτει.

Τον αρπάζω από τα κατάμαυρά του μαλλιά και σηκώνω το κεφάλι του ψηλά. Βγάζει μια κραυγή πόνου, πιο μπάσα αυτή την φορά. Βοηθάει με τους μύες της πλάτης και ανασηκώνεται κάπως. Πιέζω το πρόσωπό του πάνω στον καβάλο μου.

«Αυτό δεν ήθελες; Παλιόπουστρα; Λέγε! Αυτό δεν ήθελες; Ε;» Ψιθυρίζει ένα αδύναμο «μάλιστα». Τα παίρνω! «Δεν άκουσα; Δεν άκουσα λέω! Δεν βλέπω και πολύ ενθουσιασμό! Τι έγινε; Μήπως δεν σου κάνω; Κουράστηκες; Θέλεις να φωνάξω την μανούλα να σου κάνει μάκια-μάκια να περάσει;!» Σε κάθε πρόταση η φωνή μου ανεβαίνει κλίμακες. Πραγματικά τα έχω πάρει. Έχω φτιαχτεί γαμώ το μου! Το μασάζ, το ξύλο, η καύλα! Θέλω να χύσω τώρα! Τώρα που να πάρει! Αλλιώς, μα τον Θεό, θα τον σκοτώσω στ’ αλήθεια!

«Λέγε μωρή παλιόπουστρα», του φωνάζω, «Δεν θέλεις πούτσο; Αρνείσαι να δεχτείς την αμοιβή που προσφέρει ο αφέντης σου; Μίλα!»
«Όχι αφέντη,» αποκρίνεται με επιτηδευμένα πιο δυνατή φωνή. «Δεν θα αρνιόμουνα ποτέ την ευλογία του σπέρματός σας κύριε! Είμαι δούλος σας κύριε και ζω για να σας υπηρετώ».
«Τότε μάζεψε τον γαμημένο εαυτό σου και έλα να μου τον γλύψεις καριόλη!»

Με μερικά βήματα φτάνω στον καναπέ και θρονιάζομαι επάνω του, με την λεκάνη μου να είναι σχεδόν στον αέρα, και ανοίγω τα σκέλια μου όσο μπορώ. Το δαρμένο, και ελαφρός ματωμένο, σκλαβάκι μου, έρχεται σερνάμενο στα τέσσερα με την αλυσίδα του κολάρου του να βγάζει έναν γλυκό μεταλλικό ήχο. Φτάνει. Παίρνει θέση ανάμεσα στα σκέλια μου. Δεν τολμάει να στρέψει το βλέμμα του αρκετά ψηλά για να αντικρίσει τα μάτια μου, αλλά σιωπηλά εκλιπαρεί για την εντολή μου. Τρέμει. Μερικοί μύες του συσπώνται ακόμη. Γαληνεύω. Γίνομαι πιο τρυφερός. Απλώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω τα μαλλιά. Έχει όμορφα, απαλά μαλλιά. «Όλος δικός σου,» του λέω σχεδόν ψιθυριστά.

Απλώνει τα τρεμάμενα χέρια του. Χαϊδεύει το αντίσκηνο που υπάρχει κάτω από την μέση μου. Το πιέζει απαλά, πιο δυνατά, πιο δυνατά. Το μαλάζει και το χαϊδεύει.

Ο γλυκέ Θεέ! Αν οι χαρές του πούτσου είναι αμαρτία, δέχομαι την μεταθανάτια τιμωρία. Είμαι σχεδόν έτοιμος να αλλάξω θέσεις με το δουλικό μου. Είμαι έτοιμος, εγώ, να τον παρακαλέσω να τελειώνει. Δεν κρατιέμαι!

Σχεδόν δύο χρόνια σχέσης όμως, λειτουργούν καταλυτικά και για τους δυο μας. Από την μία κρατιέμαι και δεν βγάζω άχνα, κι από την άλλη, αυτός, ξεκουμπώνει με επιδέξιες κινήσεις τα κουμπιά και λύνει την και την ζώνη. Ο πούτσος μου, βρίσκοντας τώρα ως μόνο εμπόδιο το ύφασμα από το λευκό μου μποξεράκι, ανασηκώνεται αρκετά εκατοστά. Τώρα δεν έχω πια αντίσκηνο, αλλά ολόκληρη σκηνή από μεγάλο τσίρκο. Τεράστιο και πανύψηλο.

Σκύβει και ακουμπάει τα χείλη του πάνω στο ύφασμα. Δίνει ένα ζεστό φιλί. Συνεχίζει προς τα κάτω με τα χείλη να νοτίζουν το ύφασμα. Ξανανεβαίνει. Ξανά φιλί. Πιέζει το πρόσωπό του πάνω την ζεστή σάρκα που κρύβεται κάτω από ένα λεπτό κομμάτι υφάσματος. Η πλάτη του τρέμει. Αλλά είναι ένα τρέμουλο διαφορετικό. Έχει ρίγος. Ρίγος που προκαλείται από την καύλα. Τον έχω ξαναδεί να αντιδράει έτσι. Ξέρω πως και ο ίδιος κρατιέται. Προσπαθεί να επιτείνει την καύλα μου, την καύλα του αφέντη του. Ακόμη και αυτή την στιγμή που έχει το ελεύθερο, ενεργεί ως σωστός, αληθινός σκλάβος. Βάζει πάνω απ’ όλα την ηδονή, την καύλα του αφέντη του. Η καρδιά μου έχει μαλακώσει πέρα από το επιτρεπτό. Τελευταία στιγμή σταματάω το χέρι μου που πάει για άλλη μια φορά να του χαϊδέψει τα απαλά, κατάμαυρα μαλλιά.

Πλέον δεν φιλάει, αλλά εκτελεί μία επιδέξια χορογραφία πάνω στο σώμα που καυλωμένου πούτσου μου. Επιδέξια φιλάκια εδώ κι εκεί, γλειψίματα, τριψίματα, πιέσεις σε διάφορα σημεία. Νιώθω ένα δάκρυ να φεύγει από το ένα μου μάτι. Δεν είναι αδυναμία, είναι έκσταση πριν από την έκσταση. Με γνωρίζει πια υπερβολικά καλά το μπάσταρδο, σκέφτομαι.

Τελικά, απλώνει το λυτρωτικό του χέρι και, με μία απαλή κίνηση, γραπώνει το φαρδύ λάστιχο της μέσης και τραβάει το εσώρουχο προς τα κάτω. Το λάστιχο περνάει κάτω από τον πούτσο ο οποίος γραπώνει το ύφασμα. Δεν πτοείται. Δεν κάνει καμία κίνηση να διευκολύνει την απογύμνωση του ανδρισμού μου. Ξέρει πόσο μου αρέσει αυτή η λεπτομέρεια στην χορογραφία του. Βάζει παραπάνω δύναμη η οποία συσσωρεύεται στο παχύ και σκληρό κομμάτι κρέατος που έχω από παιδί ανάμεσα στα σκέλια μου, ώσπου, με ένα απότομο τίναγμα, αυτό κατεβαίνει κάτω, δημιουργεί την κατάλληλη γωνία και το λάστιχο απελευθερώνεται από το σάρκινο γάντζο. Το ύφασμα κατεβαίνει απότομα, και ο πούτσος μου πετάγεται σαν έλασμα ψηλά στον αέρα. Το μάτι του σκλάβου μου γυαλίζει απόκοσμα.

Το μεγάλο, ευλογημένο από τον δημιουργό, πέος μου, στέκει πανύψηλο με τους περήφανους είκοσι δύο πόντους του, και το αφύσικο φάρδος στην βάση του. Ο πουτσοκέφαλός μου, εντελώς απογυμνωμένος από την βάλανο, γυαλίζει από τα φυσικά λιπαντικά που βγάζουν οι αμέτρητοι, αφανείς στο γυμνό μάτι, πόρους του δέρματος του, σαν κόσμημα. Οπάλιο.

Απλώνει το χέρι του και κλείνει τα δάχτυλά του γύρω από τον κορμό του πούτσου και του κουνάει πάνω κάτω. Συσπώμαι και κλείνω σφιχτά τα μάτια. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει να χύσω πριν τον βάλει στο στόμα του. Δεν πρέπει! Προσπαθώ να κρατηθώ ανακαλώντας στην μνήμη μου άσχετες εικόνες. Πετυχαίνει κάπως. Νιώθω τον πουτσοκέφαλο να υγραίνεται απότομα και να ζεσταίνεται ταυτοχρόνως. Στο μυαλό μου συντελείται ένα μικροκοσμικό Μπίγκ-μπάνγ. Μια έκρηξη εξαφανίζει τα πάντα και χάνομαι στο σκοτάδι.

Μέσα-έξω. Γλυκιά θερμότητα, απότομο ξεπάγιασμα. Ξανά: Μέσα-έξω, θερμό-κρύο. Ξανά, ξανά, ξανά, ξανά... Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την μπάλα από το μαύρο του μαλλί να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά με συνοδεία υγρών ήχων που δραπετεύουν από το στόμα του. Δίνει ρέστα! Είναι, χωρίς αμφιβολία, για μένα, ο καλύτερος πουτσογλείφτης στην μέχρι τώρα ζωή μου. Ζει για να γλύφει καυλιά. Όχι ό,τι να ’ναι, αλλά το δικό μου καυλί!

Δεν είναι μονότονος και βαρετός. Κάνει κόλπα: Το βγάζει τελείως έξω από το στόμα του, και μουσκεμένο όπως είναι το φυσάει απαλά. Παγώνει! Και απότομα ανοίγει διάπλατα το στόμα του και το κατεβάζει με δύναμη και ταχύτητα εξαφανίζοντας τουλάχιστον το μισό μέσα του, χτυπώντας πάτο στο λαρύγγι του. Κατεβάζει το σώμα του, σχηματίζει ευθεία με τον λαιμό, ανοίγει δίοδο στον φάρυγγα και πιέζει. Ακόμη λίγα εκατοστά από τον πούτσο μου καταφέρνουν να εξαφανιστούν μέσα στο ορθάνοιχτο στόμα του. Πνίγεται. Συσπάται ολόκληρος. Κλείνει τα μάτια από τα οποία μερικά δάκρυα δραπετεύουν κι επιμένει. Πιέζει πιο δυνατά. Ξαφνικά γλιστράει προς τα μπρος. Η δίοδος άνοιξε και όλο το πέος μου χάνεται μέσα του. Καύλα!

Κοντεύω να τρελαθώ. Βογκάω και αρχίζω να κάνω μικρές, αλλά απότομες συσπάσεις. Σηκώνω τα μπράτσα μου και με τα χέρια μου γραπώνω άγρια και δυνατά τα μαλλιά μου και τα τραβάω. Σφίγγω τα δόντια μου και τεντώνω τον λαιμό μου. Χτυπιέμαι από ηδονή. Το καταλαβαίνει.

Τραβιέται και το βγάζει πάλι όλο έξω. Σκύβει και βουτάει τα βαριά, γεμάτα ζεστό ψωλόχυμα, αρχίδια μου μέσα στο στόμα του και τα μαλάζει με την γλώσσα του. Επιτείνει την αγωνία μου.

Τινάζω το χέρι μου και του γραπώνω τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι του προς τα πίσω και του σκάω δυο γρήγορα χαστούκια στο κάθε μάγουλο. Χωρίς να περιμένω αντίδραση του πιέζω πάλι το κεφάλι προς τα κάτω. Βλέπω, έστω από τα πλάγια, το χαμόγελό του. Είναι στο στοιχείο του, και είναι πανευτυχής.

Συνεχίζει το έργο του. Τα δευτερόλεπτα περνούν και γίνονται λεπτά. Δεν ξέρω πόσα: δύο, πέντε, δέκα; Ιδέα δεν έχω, και χέστηκα! Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν ανέβει. Βαριανασαίνω και βγάζω βαθύ λαρυγγισμούς. Έχει βάλει το μοτέρ στο φουλ και δίνει ρέστα! Αυτό ήταν. Το νιώθω. Έρχεται.

Η φωνή μου γίνεται αφύσικα ψιλή και κοφτή. Συσπώμαι και τρέμω ολόκληρος. Αυτόματα απλώνω το χέρι μου και καρφώνω το κεφάλι του πάνω στον πούτσο μου που με γαργαλάει ευχάριστα. Δεν χρειάζεται βέβαια γιατί αυτός από μόνος του πιέζει πιο δυνατά τον λαρύγγι του πάνω στον καυτό και πρησμένο πουτσοκέφαλο.

«Χύνωωωω...» καταφέρνω να ψελλίσω καθώς νιώθω τον πίδακα της λευκής λάβας να διασχίζει με ταχύτητα φωτός την μικρή τρυπούλα της ουρήθρας μου, για να χαθεί σε μία άλλη, μαύρη τρυπά, που αχόρταγα καταπίνει την υγρή λευκότητα. Σπέρματα, γαλαξίες ολόκληροι χάνονται για πάντα μέσα στην τρύπα που οδηγεί στα εσώψυχα του σκλάβου μου. Συσπώμαι ξανά. Δεύτερη ριπή. Ανασαίνω. Ξανά. Τρίτη ριπή. Τέταρτη! Βογκάω! Πέμπτη, έκτη! Ανασαίνω. Ακολουθούν μερικοί ακόμη, όχι τόσο έντονοι, σπασμοί. Το στήθος μου κατεβαίνει καθώς εκπνέω μια μεγάλη ποσότητα αέρα από τα πνευμόνια μου. Έχω τα μάτια μου κλειστά, και στην κυριολεξία, βλέπω αστεράκια. Εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, αστεράκια να αναβοσβήνουνε. Επιτέλους. Καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου που πλημμυρίζουν από φως.

Ακούω υγρούς ήχους. Στρέφω τα μάτια μου προς τα κάτω. Ο αχόρταγος σκλάβος μου ρουφάει με δύναμη το μεγάλο κομμάτι ζεστού κρέατος, που σιγά-σιγά χάνει την σκληράδα του. Προσπαθεί απεγνωσμένα να παρατείνει την ζωή της στύσης μου. Με την γλώσσα του να μαζεύει επιδέξια τις τελευταίες σταγόνες λευκής απόλαυσης που στάζουν από την λεπτή σχισμή της ουρήθρας μου, και με γλυκά, απαλά φιλιά που δίνει στον πουτσοκέφαλο, απολαμβάνει τα τελευταία δευτερόλεπτα της αμοιβής του.

Χαλαρώνω τους μύες και το σώμα μου βουλιάζει προς τα πίσω. Τα πόδια μου λύνονται και γλιστράω ελαφρός προς τα κάτω. Τα χέρια του σκλάβου μου σταματάνε την κάθοδο πιέζοντας μου τα γόνατα. Με απαλές κινήσεις και μαλάξεις της γλώσσας του, καθαρίζει το πέος μου από τυχών υπολείμματα σπέρματος. Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Μετά από λίγα λεπτά που φάνηκαν σαν αιώνες, ένοιωσα την ζωτική μου δύναμη να επιτρέψει στο σώμα μου. Σφίχτηκα και έσυρα τον εαυτό μου πίσω στον καναπέ, φέρνοντας το ταυτόχρονα σε καθιστική στάση. Ο σκλάβος μου καθόταν οκλαδόν ανάμεσα στα σκέλια μου, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στον, κοιμούμενο τώρα πια, γίγαντα που ο Θεός προίκισε ανάμεσα στα σκέλια μου. Άπλωσα το χέρι μου και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Δέχτηκε το χάδι με χαρά αυτή την φορά, νιώθοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής του την ικανοποίηση της γνώσης πως πραγματικά άξιζε το χάδι και την επιβράβευση. Είδα το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του.

«Έτσι μπράβο!» του είπα με βαριά φωνή. «Είσαι ένας πολύ καλός σκλάβος. Ένας πραγματικός σκλάβος που κάθε αφέντης θα ήταν περήφανος να έχει». Το χαμόγελό του μεγάλωσε.

Όταν ένοιωσα πως είχα συνέλθει πλήρως, ανήγγειλα την απόφαση για την αναχώρησή μου. Το δουλικό αμέσως άρχισε τις διεργασίες. Σήκωσε το εσώρουχο μου τοποθετώντας τον πούτσο μου, με φανερή αγάπη, στην σωστή του θέση. Κατόπιν με έντυσε φορώντας μου τα ρούχα ένα-ένα, και τέλος, αφού μου φόρεσε και το πουκάμισο, και σηκώθηκα όρθιος για να τον διευκολύνω, έδεσε την ζώνη μου και κούμπωσε το παντελόνι.

Σήκωσα το χέρι μου για να δω την ώρα στο ρολόι. Όλα πήγαιναν... ρολόι. Στην ώρα την σωστή που έπρεπε να τελειώσει.

«Λοιπόν,» απηύθυνα τον λόγο στον σκλάβο μου, «σήμερα ήσουν πολύ καλός. Πραγματικά δεν μπορούσα να ελπίζω σε τίποτα καλύτερο από αυτό που πρόσφερες σήμερα. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να φύγω. Να ξέρεις πως ο Αφέντης σου είναι περήφανος για σένα και θα σε σκέφτεται συχνά τις επόμενες μέρες. Θέλω να είσαι καλό παιδί και να είσαι φρόνιμο για όσο θα λείπω. Κατάλαβες σκλάβε; Μίλα».
«Μάλιστα αφέντη,» αποκρίθηκε με χαμηλωμένο βλέμμα.

Περπάτησα ως την πόρτα με τον σκλάβο να με ακολουθεί στα τέσσερα. Γύρισα και τον κοίταξα. Του είπα να τεντώσει το κεφάλι του. Με κλειστά μάτια έκανε όπως τον διέταξα κι έλυσα το κολάρο του. Ήτανε ελεύθερος πια.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω το πρόσωπό του με αδικαιολόγητη αγάπη. Αυτό το πλασματάκι μου προσέφερε πολύ χαρά στην ζωή. Ήθελα να του χαϊδέψω τα μαλλιά, να του πω πόσο καλός είναι, και πόσο τυχερός ήμουν που τον βρήκα και τον έκανα δικό μου. Αλλά... Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Ο μικρός ήταν αυτό που ήτανε: ένα υποτακτικής ψυχολογίας αδέσποτο. Φτιαγμένο να υπακούει και να εκτελεί εντολές. Δεν ήταν ένα μικρό κουτάβι που ήθελε χάδια και παιχνίδια.

Άπλωσα το χέρι και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Είδα το χαμόγελό του να εξαφανίζεται στιγμιαία. Το περίμενα. Στιγμιαία κι εγώ γραπώνω μια μεγάλη τούφα από τα μαλλιά του, και με το άλλο χέρι του αστράφτω απότομα πολλά μαζεμένα χαστούκια σε κάθε μάγουλο. Κατόπιν, με ένα τίναγμα, τον πετάω προς τα πίσω για να σκάσει φαρδύς-πλατύς ανάσκελα στο πάτωμα.

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω χωρίς να πω άλλη λέξη. Γυρνάω και ρίχνω μία τελευταία γρήγορη ματιά καθώς κλείνω την πόρτα. Προλαβαίνω και βλέπω τον σκλάβο να έχει γραπώσει το πέος του και να αυνανίζεται σε ξέτρελους ρυθμούς.

Μπαίνω στο ασανσέρ. Καθώς κατεβαίνω κάτω εξετάζομαι προσεχτικά στον καθρέφτη για τυχών «προδοτικά» σημάδια. Τίποτα. Καθαρός. Σκέφτομαι τον μικρό και σκάω ένα χαμόγελο στον εαυτό μου. Πρωτοχρονιά αύριο, σκέφτομαι. Βγάζω το κινητό και στέλνω μήνυμα στην γυναίκα μου να ζεστάνει το φαγητό γιατί σχόλασα και σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Το βράδυ, κάνω έρωτα στην γυναίκα μου. Έτσι, για το καλό του χρόνου. Έχω όμως τα μάτια μου κλειστά. Μόνο που πίσω από τα κλειστά μου μάτια, βλέπω το σώμα του πιστού και καλού μου σκλάβου...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

2. Ο Κουνιάδος


Ο κύριος καθόταν από πάνω μου και με κοιτούσε απαξιωτικά. Για άλλη μια φορά είχα κάνει το ίδιο λάθος, και απ’ ό,τι φαινόταν, αυτή την φορά δεν θα ήταν το ίδιο επιεικής μαζί μου.

«Άχρηστο καθίκι», φώναξε ξαφνικά, και σήκωσε την ζώνη του για να με χτυπήσει.

Η ζώνη έσκασε με ορμή πάνω στο σώμα μου, προκαλώντας μου δυνατό πόνο, τόσο οξύ που τσίριξα. Προτού προλάβω να συνέλθω, ακολούθησε δεύτερο χτύπημα που αυτή την φορά με πέτυχε σχεδόν στο πρόσωπο. Ενστικτωδώς σήκωσα τα χέρια μου για να το προστατεύσω ενώ ταυτόχρονα παρακάλεσα για έλεος.

«Συγγνώμη», κλαψούρισα. «Δε θα το ξανακάνω. Τ’ ορκίζομαι».
«Γαμώ το στανιό σου μαλακισμένο! Μόλις τό ’κανες ξανά!» είπε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Άλλο ένα χτύπημα με βρήκε στο σώμα. «Ρε! Ίσα κι όμοια είμαστε βρε ξεφτιλισμένε;! Πότε θα καταλάβεις την θέση σου σιχαμερό υποκείμενο;»
«Συγγνώμη, κύριε!» φώναξα προσπαθώντας να διορθώσω το λάθος μου. «Έλεος κύριε, έλεος!»
«Έτσι μπράβο! Πού θα πάει; Σαν τα ζώα κι εσύ, θα μάθεις...»

Σήκωσε το χέρι που κρατούσε την άκρη της ζώνης του ψηλά στο αέρα και το κατέβασε με όλη του την δύναμη. Ο πόνος ήταν πέραν του ορίου μου κι ένοιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται από τα πρώτα δάκρυα.

«Λοιπόν. Για να σιγουρευτούμε πως έμαθες το μάθημά σου, θα φάς μια ντουζίνα στην πλάτη. Θα τις μετράς και κάθε φορά θα λές ευχαριστώ...»
«Κύριε!»
«Ακριβώς! "Ευχαριστώ, κύριε!" Να το θυμάσαι αυτό παλιομαλακισμένο!»

Γύρισα κι έκατσα στα τέσσερα με την γυμνή μου πλάτη εκτεθειμένη στην τιμωρία του κυρίου μου. Δευτερόλεπτα μετά έσκασε το πρώτο χτύπημα.

«Μία κύριε. Ευχαριστώ κύριε», είπα σφίγγοντας τα δόντια μου. Ακολούθησε το δεύτερο χτύπημα: «Δύο κύριε. Ευχαριστώ κύριε». Όταν είπα και το τελευταίο: «Δώδεκα κύριε. Ευχαριστώ κύριε», η πλάτη μου έκαιγε σαν να την είχαν βάλει φωτιά, ενώ μερικές κόκκινες σταγόνες που ένοιωσα να κυλάνε στο πλάι με διαβεβαίωσαν πως αύριο θα πονούσα τρομερά.

Ο κύριος έκανε δυό βήματα πίσω κι έσκασε στον καναπέ όπου καθότανε πριν τον νευριάσω κι αρχίσει να με τιμωρεί —όπως μου άξιζε να τιμωρηθώ. Πήρε μερικές αναπνοές πριν μιλήσει:

«Βλέπεις τί μ’ αναγκάζεις να κάνω; Ε; Πές μου: ήταν απαραίτητο όλ’ αυτό τώρα; Ε; Όλα αυτά για να μάθεις να λές μία γαμημένη λέξη; Μία τόσο απλή γαμημένη λέξη; Μίλα».
«Συγγνώμη κύριε», απάντησα. «Ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο κύριε. Είμαι ένας ηλίθιος κύριε».
«Μήπως ξέχασες κάτι τελευταίο;»
«Συγγνώμη κύριε. Σας ευχαριστώ για την υπομονή που δείχνετε απέναντι σ’ ένα ανάξιο σκουπίδι σαν εμένα κύριε. Σας είμαι αιώνια ευγνώμον κύριε», συμπλήρωσα αμέσως.
«Έτσι μπράβο. Ίσως να υπάρχει ελπίδα για σένα τελικά. Έλα, ας συνεχίσουμε από εκεί όπου είχαμε μείνει».

Έτσι όπως ήμουνα στα τέσσερα, σύρθηκα μπροστά στα ανοιχτά σκέλια του κυρίου μου κι έσκυψα να του φιλήσω τα πόδια.

«Έτσι μπράβο, καλό σκλαβάκι», είπε με πιο ήρεμη φωνή, κι αφέθηκε στις υπηρεσίες της γλώσσας μου που ευλαβικά του έγλυφε τα πόδια.

Μετά από κάνα δεκάλεπτο, ο κύριος μου άρπαξε τα μαλλιά και με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι μου. Προσπάθησα να κρατήσω το βλέμμα μου χαμηλά, ώστε να μην αντικρίσω το δικό του, αυτό θα ήτανε μεγάλο λάθος. Δεν είχα το δικαίωμα να κοιτάζω το κύριό μου στα μάτια. Όπως σωστά λέει κι ο ίδιος: "ίσα και όμοια είμαστε;" Φάνηκε να ικανοποιείτε από την προσπάθειά μου να μην εστιάσω στο βλέμμα του.

«Ίσως τελικά, κάτι να έμαθες, έ;» είπε.
«Προσπαθώ, κύριε».
«Έτσι μπράβο, κάνουμε προόδους. Για σήκω όρθιος να σε δούμε». Υπάκουσα και σηκώθηκα όρθιος. «Μπα-μπά; Τί έχουμ’ εδώ;» είπε ο κύριος με χλευαστικό τόνο στην φωνή του. «Φαίνεται πως σου αρέσει το ξυλίκι έ; Παλιοπουστράκι; Βλέπω το βρακί σου έχει γίνει τέντα».

Πράγματι, το πέος μου ήταν σκληρό σαν πέτρα και πιεζότανε από το ύφασμα του σλίπ που φορούσα.

«Δεν είναι λίγο παράλογο εγώ ν’ ασχολούμαι με την πούτσα σου, αντί εσύ ν’ ασχολείσαι με την δική μου; Απάντησε!»
«Μάλιστα κύριε. Έχετε δίκιο κύριε. Με την άδειά σας να σας υπηρετήσω όπως θέλετε κύριε», απάντησα υποτακτικά.
«Θα το ’θελες πολύ αυτό πουστράκι, έ; Αλλά όχι, δεν έχεις κερδίσει ακόμη αυτό το προνόμιο ώστε να μου την γλύψεις. Στο κάτω-κάτω, τέτοια πούτσα, δεν γίνεται να την χαραμίζω στο κάθε σκουπίδι που βρίσκω μπροστά μου. Έ; Έχω άδικο; Μίλα!»
«Ναι, κύριε. Θα το ήθελα πάρα πολύ κύριε. Αλλά αν δεν μου αξίζει, να μην μου επιτρέψετε να σας γλύψω κύριε».
«Καλώς. Βλέπω πως μαθαίνεις, αργά μεν, αλλά μαθαίνεις. Σήκω!»

Ο κύριος σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ήξερα τι με περίμενε, κι έτσι δεν μου προκάλεσε έκπληξη η διαταγή του να κάτσω στο κέντρο του δωματίου, πάνω στα γυμνά πλακάκια.

«Εύχομαι, για το δικό σου το καλό να διψάς, γιατί αλλιώς ξέρεις τι σε περιμένει».

Με μία απότομη κίνηση κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του κι αμέσως μετά τράβηξε από το άνοιγμα του εσωρούχου το πέος του. Στην θέα του και μόνο ένοιωσα ρίγος. Εκεί, μπροστά μου είχα το αντικείμενο του πόθου μου. Τον μεγάλο και χοντρό πούτσο του κυρίου μου. Το πόσο πολύ ήθελα να το βάλω μέσα στο στόμα μου, μόνο εγώ μπορούσα να το γνωρίζω. Αλλά όχι, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να λάβω το υπέροχο πέος του.

«Κανέ: αααα...» είπε ο κύριος καθώς με σημάδευε με το πέος του.

Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το ζεστό του κάτουρο να με χτυπάει, στο στήθος στην αρχή και μετά να αναβαίνει. Στόχος ήταν το ορθάνοιχτο στόμα μου, κι ήλπιζα να το πετύχει σύντομα, γιατί ό,τι χυνότανε έξω και κατέληγε στο πάτωμα, θα έπρεπε μετά να σκύψω και να το γλύψω.

Ένοιωσα το ζεστό υγρό να πετυχαίνει το στόμα μου και την αλμυρή γεύση των ούρων του στην γλώσσα μου. Υπό την συνοδεία του γέλιου του κυρίου μου, κατάπινα όση περισσότερη ποσότητα ούρων κατέληγε στο στόμα μου, ενώ το υπόλοιπο το ένιωθα να κυλάει από πηγούνι μου, να πέφτει στο στήθος μου, και να τρέχει μέχρι κάτω μουσκεύοντας το σλίπ μου. Απότομα όπως άρχισε, έτσι και τελείωσε. Ο κύριος τίναξε το πέος του και το εξαφάνισε πάλι πίσω από το ύφασμα του παντελονιού του.

«Δεν τα πήγες κι άσχημα», είπε, «αλλά κοίτα χάλι. Το καλό που σου θέλω να το κάνεις λαμπίκο το πάτωμα. Εδώ δες! Παντού κάτουρα! Αν είναι δυνατόν... Ξεκίνα! Τί περιμένεις;»

Έπεσα στα τέσσερα κι άρχισα με την γλώσσα μου να γλύφω το πάτωμα. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, κατάφερα μετά από λίγα λεπτά να έχω καθαρίσει εντελώς. Ο κύριος φάνηκε ευχαριστημένος.

«Πολύ ωραία. Και τώρα βάλε κι ένα πλυντήριο τα ρούχα πού ’ναι στο καλάθι, κι έλα πάλι μέσα. Α! Και μην τολμήσεις να σκουπιστείς! Το καλό που σου θέλω».
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα, και έκατσα να εκτελέσω τις εντολές του.

Όταν μπήκα ξανά στο σαλόνι, ο κύριος είχε γδυθεί και καθότανε στον καναπέ με τα πόδια ορθάνοιχτα και το μεγαλοπρεπές του όργανο να κρέμεται περήφανα ανάμεσα από τα σκέλια του. Μου έκανε νόημα με το δάχτυλο του να πλησιάσω. Μόλις έφτασα στα δυό μέτρα, έκατσα στα γόνατα όπως είθισται να κάθομαι μπροστά στον κύριό μου και περίμενα να με διατάξει.

«Έλα να μου τον γλύψεις», είπε ξερά. Πλησίασα σερνάμενος ανάμεσα στα σκέλια του κυρίου μου κι ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Επιτέλους βρισκόμουνα μπροστά στο μεγαλοπρεπές του πέος. Έσκυψα και μύρισα το μεθυστικό άρωμά του. Η στύση μου κόντευε να τρυπήσει το σλίπ. «Πάρτοοο...» είπε ναζιάρικα.

Άνοιξα το στόμα μου και χωρίς να το ακουμπήσω με τα χέρια το πήρα μέσα μου. Ήτανε ζεστό, ζεστό και απαλό στην γλώσσα, σαν μεταξένιο. Άρχισα να λικνίζομαι με τρόπο ώστε το πέος του, που σκλήραινε κάθε δευτερόλεπτο όλο και πιο πολύ, να μπαινοβγαίνει στο στόμα μου. Σύντομα έφτασε το πλήρες μέγεθός του που ήτανε είκοσι ολόκληρα εκατοστά, ενώ το πάχος του ήτανε σαν να έβαζα στο στόμα μου ένα μπουκάλι αναψυκτικού.

Οι φλέβες του πούτσου του, πρησμένες και διογκωμένες, έστελναν το ζεστό αίμα στο «τέρας» του που τώρα μου γαμούσε το λαρύγγι. Αν υπήρχε κάτι για το οποίο καμάρωνα, ήτανε η ικανότητά μου στο βαθύ λαρύγγι. Μπορούσα άνετα να χώνω πράγματα στον ουρανίσκο μου χωρίς ν’ αναγουλιάζω και να κάνω εμετό. Το μόνο που ήθελα είναι κάθε τόσο και λιγάκι να τραβιέται για να παίρνω μια ανάσα.

«Ω, ναι! Ναι! Έτσι παλιοκαριόλι! Έτσι! Πάρ’ τ’ όλο μέσα!» φώναζε ο κύριος κυριευμένος από καύλα. «Θα στο ξεσκίσω ’γω αυτό το στοματάκι! Θα σε πνίξω με τα χύσια μου!»

Δεν άργησε πολύ να εκπληρωθεί η προφητεία του, καθώς με ένα απότομο τίναγμα της λεκάνης, κάρφωσε τον πούτσο του στα βάθη του λάρυγγά μου, κι ενώ γράπωσε με το χέρι το κεφάλι μου ώστε να μην μπορέσω να κάνω πίσω, άρχισε να χύνει το ψωλόχυμά του μέσα μου.

Το ζεστό και πηχτό υγρό χτύπησε στα βάθη του οισοφάγου, προκαλώντας μου αίσθηση όπως αυτή που έχει κανείς όταν προσπαθεί να ξεφορτωθεί κάποιο φλέμα. Μαθημένος όμως όπως ήμουνα, σύντομα κατάφερα να στείλω τα ζουμιά του κυρίου μου μέσα στο στομάχι μου.

Κατάπια όλη την ποσότητα με την οποία με ευλόγησε και συνέχισα να πιπιλίζω τον πούτσο του προσπαθώντας να τον στραγγίσω από κάθε σταγόνα σπέρματος που μπορεί να είχε απομείνει, συνοδευόμενος από τα αγκομαχητά του κυρίου.

Τραβήχτηκε αργά από μέσα μου, αφήνοντάς με μ’ ένα τρομερό αίσθημα κενότητας. Με δυσκολία κατάφερα να συγκρατήσω την ορμή μου να πεταχτώ μπροστά και να το ξαναβάλω στο στόμα μου, η τιμωρία θα ήτανε αβάσταχτα σκληρή.

Χαστούκισε απαλά μερικές φορές το μάγουλό μου με το χέρι του και είπε: «Μπράβο. Καλό πουστράκι. Ξέρεις πώς να τσιμπουκόνεις έναν μεγάλο πούτσο. Μπορεί να μην είσαι τελείως στο να με υπηρετείς, αλλά θα σ’ εκπαιδεύσω, και μια μέρα θα γίνεις τέλειο σκλαβάκι. Ε; Τί λες; Μίλα».
«Όπως ορίζετε κύριε. Είναι τιμή μου να σας υπηρετώ».
«Μπράβο. Έτσι σε θέλω», είπε. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε την ώρα στο ρολόι. «Πέρασε η ώρα. Άντε, καιρός να του δίνεις, Αλλιώς θ’ αργήσεις στο σπίτι κι η αδερφή μου θα τα πάρει στο κρανίο».

Σηκώθηκα και ντύθηκα με γοργές κινήσεις. Είχε δίκιο, η ώρα είχε περάσει γρήγορα. Κατευθύνθηκα προς την πόρτα όπου στεκόταν ήδη και την ώρα που έπεσα στα τέσσερα να του φιλήσω μια τελευταία φορά τις πατούσες, μου είπε: «Σε κάνα δίωρο που θα έρθω για να φάμε το παστίτσιο της Μαιρούλας θα σε τσεκάρω. Το καλό που σου θέλω να μυρίζεις κάτουρο, αλλιώς... ξέρεις».

Στον δρόμο σταμάτησα το αμάξι κάπου απόμερα και βάρεσα μια μαλακία να εκτονωθώ. Έγλυψα τα χύσια από το χέρι μου για να ενωθούνε με τα δικά του μέσα μου. Παρηγορήθηκα κάπως. Μπορεί να μην τον παντρεύτηκα όπως θα ήθελα, κατάφερα όμως να τον κάνω κουνιάδο μου παίρνοντας την στραβοκάνα την αδερφή του. Ας είναι...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet