Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαστίγωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαστίγωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

12. Τσιφλικάς για... Κλάματα [Μέρος 4ο]


Ο κύριος Θανάσης είχε ένα πλατύ πρόστυχο χαμόγελο στο πρόσωπό του και με κοιτούσε αφ’ υψηλού. Όπως ήμουν καθισμένος στα γόνατα, έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου και γράπωσε τα μαλλιά. Το κούνησε πέρα-δώθε με ηδονική διάθεση.

«Τώρα είσαι δικός μου μικρέ...» είπε. «Τώρα θα κάνεις ότι σου λέω εγώ. Όποια εντολή κι αν σου δίνω, για σένα θα είναι σκοπός της ζωής σου. Αυτό εδώ, σήμερα, δεν είναι μια σκηνή έρωτα, αλλά υποταγής. Δεν θέλω να μ’ αγαπάς. Χέστηκα αν μ’ αγαπήσεις. Από σένα απαιτώ να με υπηρετήσεις! Κάθε σου υπηρεσία που προσφέρεται σωστά, θα φέρνει αμοιβές», συνέχισε, και έτριψε με το ελεύθερο χέρι τον καβάλο του. «Κάθε σου ανυπακοή όμως, θα φέρνει σκληρή τιμωρία».
«Μάλιστα κύριε», απάντησα. Είχα μάθει το μάθημά μου. Τρεις ήταν οι βασικές εντολές. Η λέξη "κύριε", η φράση "μάλιστα κύριε" μετά από ό,τι κι αν πει, και να πραγματοποιώ ό,τι με διατάζει. Θα τα κατάφερνα όμως ως το τέλος;

«Πάνε και κλείσε όλα τα παράθυρα που νομίζεις πως μπορεί να αφήσουν τον θόρυβο ν’ ακουστεί παραέξω, κλείδωσε τις πόρτες και τράβα τις κουρτίνες. Τσακίσου!» Έκανα όπως με πρόσταξε και επέστρεψα.
«Όταν δεν υπάρχει κάποια σαφή εντολή, θα κάθεσαι πάντα στα γόνατα σκύλε», είπε με απότομη φωνή, δείχνοντας το πάτωμα με το δάχτυλο. Αμέσως έκατσα πάλι στα γόνατα.

Έκατσε αναπαυτικά στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ. Ζάπαρε λίγο στα κανάλια και το άφησε σε ένα που έπαιζε μια ξένη ταινία.

Υπέθεσα πως θα μου ζητούσε να του προσφέρω κάποιες υπηρεσίες, αλλά όσο περνούσε η ώρα, τόσο ένιωθα κατάπληκτος από την αδιαφορία του. Δεν με κοίταζε καν. Παρόλο που ήμουνα δυο μέτρα μακριά του, καθισμένος στα γόνατα, να κοιτάζω προς το μέρος του. Είδα με στην άκρη του ματιού μου το ρολόι που έδειχνε πως είχε περάσει ήδη ένα μισάωρο. Γιατί δεν ασχολιόταν μαζί μου;

Γύρισα λίγο το βλέμμα μου και έστρεψα την προσοχή μου στην τηλεόραση. Χωρίς να το καταλάβω αφαιρέθηκα και έμεινα για λίγο να την κοιτάζω. Δεν κατάλαβα πως κατάφερε να σηκωθεί τόσο αθόρυβα, να έρθει πίσω μου και να μου αστράψει το πιο δυνατό χαστούκι που μου είχαν δώσει ποτέ. Ήμουν εντελώς απροετοίμαστος και έπεσα στο πλάι.

«Γαμώ το μουνί που σε πέταγε!» ούρλιαξε. «Σου είπε κανείς ρε αρχίδι να κοιτάξεις τηλεόραση; Σου έδωσα την άδεια; Με ρώτησες; Λέγε!»
«Όχι, κύριε», ψέλλισα προσπαθώντας να κατακρατήσω την οργή μου.

Ποιος σκατά νόμιζε πως ήτανε; Και στο κάτω-κάτω, τι σκατά καθότανε εκεί χωρίς να κάνει τίποτα; Τι να έκανα δηλαδή για να περάσει η ώρα; Με είχε μπερδέψει και είχε αρχίσει να μου την δίνει αυτή η κατάσταση.

«Τότε γιατί ρε τσογλάνι; Γιατί γύρισες το κεφάλι σου να δεις τηλεόραση; Απάντησε σκουλήκι!»
«Γιατί δεν κάναμε τίποτα. Απλά έκατσες εκεί πέρα και—»

Άλλο ένα χαστούκι έσκασε το ίδιο μάγουλο όπου είχε χτυπήσει και το προηγούμενο.

«Σκουλήκι! Μου μιλάς και τον ενικό τώρα; Ποιος είμαι; Ο γκόμενος σου ρε αρχίδι;! Μήπως θες να δούμε την ταινία αγκαλίτσα τρώγοντας ποπ-κόρν; Τι σκατά νομίζεις πως κάνουμε εδώ πέρα;»
«Συγνώμη... δεν ξέρω... μ’ έχεις μπερδέψει... Τι θες από μένα;»

Σήκωσε το χέρι του να με χτυπήσει ξανά αλλά το κράτησε στο αέρα. Έμεινε για λίγο ακίνητος, και τελικά το κατέβασε αργά στο πλάι. Άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω μουρμουρίζοντας στον εαυτό του. Υπέθεσα πως προσπαθούσε να ηρεμίσει. Δεν τολμούσα να σηκωθώ και παρέμενα κάτω βάζοντας και ξαναβάζοντας το δάχτυλο στο αυτί μου προσπαθώντας να σταματήσω το σφύριγμα, συνέπεια από τα δυο δυνατά χαστούκια.

Τελικά, με πλησίασε και έκατσε με βαθύ κάθισμα μπροστά μου. Μου έπιασε το σαγόνι. Σφίχτηκα. Φοβήθηκα πως θα έπεφταν και άλλα χαστούκια. Με κράτησε σταθερά όμως μη αφήνοντας με να τραβηχτώ.



«Κουτάβι... Πρώτ’ απ’ όλα, μου μίλησες στον ενικό, ενώ είμαι ο κύριός σου. Δεύτερον, άρχισες να ξεχνάς να με αποκαλείς "κύριο", και τρίτον, λες και κάνεις μαλακίες. Τα δυο πρώτα παραπτώματα σου είναι γνωστά και θα τιμωρηθείς πιο σκληρά απ’ ό,τι συνήθως. Το τρίτο θα στο εξηγήσω γιατί είσαι ακόμη ένα ανεκπαίδευτο κουτάβι.

»Ο σκοπός του σκύλου είναι να υπηρετεί και να διασκεδάζει τον αφέντη του. Δες τα σκυλιά πως παρακολουθούν τους κυρίους τους και σηκώνουν το κεφάλι τους σε κάθε τους κίνηση. Τα μάτια τους και η προσοχή τους είναι πάντα στραμμένη προς τον κύριό τους. Έτοιμοι να υπακούσουν σε κάθε πρόσταγμα. Έτσι κι’ εσύ. Μπορεί εγώ να έκατσα να δω τηλεόραση, αλλά εσένα η προσοχή πρέπει να είναι στραμμένη επάνω μου, και όχι στο να γυρίσεις να δεις τηλεόραση. Κατάλαβες κουτάβι;»
«Νομίζω...»
«Ξαναπές την πρόταση σωστά κουτάβι».
«Νομίζω πως ναι, κύριε».

«Έτσι μπράβο... Τώρα βέβαια, όπως ξέρεις, πρέπει να σε τιμωρήσω, γιατί αυτός είναι ο νόμος της εκπαίδευσης. Έσφαλες και οφείλεις να δεχτείς την τιμωρία σου. Το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Πολύ ωραία. Για πρώτη φορά θα είμαι επιεικής μαζί σου. Θα φας δώδεκα βουρδουλιές στην πλάτη με την ζώνη για το παράπτωμα της αντίδρασης και δώδεκα ραβδισμούς στα κωλομέρια για το παράπτωμα να γυρίσεις να δεις τηλεόραση».

Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Σοβάρευε πολύ το "παιχνίδι".

Ο κύριος Θανάσης έκανε το σπίτι έναν γύρο με το μάτι του. Είδε την ξύλινη κολόνα που οδηγούσε στην κουζίνα.

«Αυτή η κολόνα αντέχει ή είναι σάπια;» με ρώτησε.
«Όχι, κανονική είναι. Είναι παλιό αλλά γερό ξύλο... Κύριε!»
«Το ’σωσες μικρέ», είπε. «Εκεί θα σε δένω για τις τιμωρίες σου. Έχει κι’ εκείνο το άνοιγμα πάνω απ’ το οποίο θα περάσει η αλυσίδα. Τέλεια...»
«Πιστεύετε πως είναι απαραίτητο κύριε;»
«Δεν είπαμε ρε βλαμμένο πως θα μου ζητάς τον λόγο πρώτα; Λοιπόν, οι ραβδισμοί τον κώλο γίνονται είκοσι τέσσερις».

Πήγα να διαμαρτυρηθώ, αλλά κατάλαβα πως θα τα έκανα χειρότερα και έβγαλα τον σκασμό. Έπρεπε να υποταχτώ στην μοίρα μου. Δεν είχα την δύναμη να τα βάλω με αυτόν τον άντρα.

Έβγαλε από την βαλίτσα του μια αλυσίδα, αρκετά γερή για να δέσει έναν άνθρωπο. Πλησίασε την κολόνα και πατώντας επάνω σε μία καρέκλα την πέρασε μέσα από την τρύπα.

«Τζάμι!» φώναξε μ’ ενθουσιασμό.

Γύρισε και με κοίταξε. Προφανώς είδε την έκφραση απορίας στο πρόσωπό μου και μου εξήγησε χωρίς να το ζητήσω.

«Στα διαμερίσματα και στις πόλης γενικότερα είναι που είναι δύσκολο να δέρνεις τον άλλον και να σκούζει χωρίς να καλέσουν την αστυνομία, το να χρησιμοποιήσεις αλυσίδες είναι απλά αδιανόητο. Αλλά ’δώ στην ερημιά μπορώ άνετα να τις χρησιμοποιώ χωρίς να φοβόμαστε τους περίεργους και τους μπάτσους. Μη κοιτάς... Είναι άλλο πράγμα η αλυσίδα. Είσαι τυχερός που θα ξεκινήσεις μ’ αυτές μικρέ. Θα σ’ αρέσει... Θα δεις...»

Έστεψε πάλι την προσοχή του στην αλυσίδα. Την ζύγισε και την κλείδωσε στην θέση της μ’ ένα λουκέτο, ώστε να μην μπορεί να τραβηχτεί προς την μία ή την άλλη μεριά.

«Σήκω σκυλί κι έλα ’δω», πρόσταξε απότομα.

Σηκώθηκα και με δρασκελιές έφτασα κοντά του. Μου έπιασε τον καρπό και τον σήκωσε ψηλά. Πήρε την μια άκρη της αλυσίδας και την έφερε μια γύρα γύρω από τον καρπό μου. Μέτρησε με το μάτι και την κλείδωσε πάλι με ένα λουκέτακι. Τότε πρόσεξα πως τα λουκέτα ήταν από αυτά με τους τετραψήφιους κωδικούς και όχι με κλειδάκι. Προφανώς τα πολλά λουκέτα θα ήταν σκέτο μπέρδεμα με τόσα διαφορετικά κλειδιά. Επανέλαβε το ίδιο και με το άλλο μου χέρι, αφού πρώτα με υποχρέωσε να σηκωθώ στις μύτες των ποδιών μου. Όταν τέλειωσε μου επέτρεψε να χαλαρώσω. Όταν όμως προσπάθησα να ακουμπήσω πάλι τα πόδια μου κανονικά στο πάτωμα, ένοιωσα τους μύες των χεριών, του στήθος και της ωμοπλάτης μου να τεντώνονται. Επέφεραν ένα αισθητό, αλλά υποφερτό πόνο. Ένιωθα σαν να με κρέμασαν για να τεντώσουν οι μύες και να εξαρθρωθούν οι κλειδώσεις.

«Είσαι στο τέλειο ύψος», είπε ο κύριος Θανάσης. «Για κάτσε να το συνηθίσεις μικρέ, γιατί θα την βγάζεις συχνά εκεί».

Αποφάσισα να μην απαντήσω, αλλά διαπίστωσα πως έκανα λάθος. Όπως ήμουν δεμένος με την κοιλιά μου να ακουμπάει στην κολόνα, ήρθε από πίσω μου και μου γράπωσε δυνατά τα μαλλιά, τράβηξε προς τα πίσω το κεφάλι μου και μου φώναξε : «Ξέχασες τα λόγια σου κοπρόσκυλο;! Τι σκατά θα κάνω ’γω με σένα; Τόσο εύκολα ξεχνάς την εκπαίδευσή σου; Τι σκατά είπα πριν; Τι ξέχασες;»
«Μάλιστα κύριε», φώναξα.

«Ακριβώς! "Μάλιστα κύριε"! Δεν θα με αγνοείς όταν σου μιλάω σκυλί! Να θυμάσαι τι σου είπα πριν. Άμα θελήσω να μου τραγουδήσεις το "Θάλασσα πλατιά" και στο πω, θα πρέπει να τ’ ακούσεις. Πως θα ικανοποιήσεις τις επιθυμίες του κυρίου όταν όλη η προσοχή σου δεν είναι στραμμένη πάνω του;
«Έχετε δίκιο κύριε. Θα είμαι προσεχτικός τώρα, σας το υπόσχομαι κύριε».
«Αυτό θα το δούμε», είπε. «Θα κάνω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου για να σ’ εκπαιδεύσω σωστά. Τώρα, ετοιμάσου. Θα φας το ξύλο που σου χρειάζεται. Σκυλί!»

Τον άκουσα να απομακρύνεται και να παίρνει από την βαλίτσα τα σύνεργα που χρειαζότανε για την τιμωρία μου. Με πλησίασε και μου επανέλαβε την προειδοποίηση. Θα ξεκινούσε από το μαστίγωμα στην πλάτη.

Κόλλησε σχεδόν πίσω μου και ξαφνικά έβαλε την ζώνη τεντωμένη μπρος στα μούτρα μου. Μου προκάλεσε έκπληξη.

«Φίλα την, κι ευχαρίστησέ με για την τιμωρία που θα σου δώσω μικρέ».
Φίλησα την ζώνη και είπα: «Ευχαριστώ για την τιμωρία κύριε».
«Έτσι μπράβο μικρέ μου. Και τώρα... Ετοιμάσου!»

Άκουσα το σφύριγμα της ζώνης καθώς ο κύριος Θανάσης ετοιμαζόταν να μου δώσει το πρώτο χτύπημα. Σφίχτηκα και ένοιωσα τις αλυσίδες να χώνονται βαθιά στο δέρμα μου καθώς από ένστικτο τράβαγα τους καρπούς μου για να ελευθερωθώ. Οι αλυσίδες όμως εφάρμοζαν τέλεια στους καρπούς μου, και ο μόνος τρόπος για να ελευθερωθώ θα ήταν να έσπαζα τους αντίχειρές μου, πράγμα αδύνατον. Τίποτα δεν θα μπορούσε να με προετοιμάσει για το χτύπημα που δέχτηκα στην πλάτη μου.

Το δέρμα έσκασε με δύναμη πάνω στις ωμοπλάτες μου. Τινάχτηκα προς τα εμπρός μόνο και μόνο για να τσακίσω την μύτη μου πάνω στο σκληρό ξύλο της κολόνας. Έβγαλα μια κραυγή.

«Μία», είπε ο κύριος Θανάσης. «Στο μέλλον θα τις μετράς εσύ μικρέ! Γι’ αυτό κοίτα να μαθαίνεις».

Ακούστηκε πάλι στο σφύριγμα και έσκασε το δεύτερο χτύπημα. Αυτή την φορά κατάφερα να μην χτυπήσω πάνω στην κολόνα, αλλά ένοιωσα κάτι να τρέχει από την μύτη μου. Νόμιζα πως ήταν μύξα, αλλά αμέσως μετά κατάλαβα πως ήταν αίμα. Προφανώς την είχα χτυπήσει αρκετά δυνατά.

«Δύο», συνέχισε ο κύριος Θανάσης.

Το μαστίγωμα συνέχισε μέχρι το δωδέκατο χτύπημα. Όταν έριξε και το τελευταίο, σταμάτησε και με πλησίασε. Έπιασε την πλάτη μου που μάλλον πρέπει να είχε κοκκινίσει. Την ένιωθα να τσούζει και να είναι ζεστή.

«Ωραία, έχει ανάψει... Έτσι μου ’ρχεται να σου ρίξω άλλες τόσες μόνο και μόνο για την πάρτι μου. Θα είχες πρόβλημα μ’ αυτό κουτάβι;»
«Ε... δηλαδή... κύριε...»

«Βασικά... Χέστηκα. Θα φας άλλες δώδεκα μόνο και μόνο επειδή δίστασες. Σου θυμίζω πως δεν είμαι ’δώ για να σου ψήσω κουλουράκια αλλά για να ικανοποιήσω τον εαυτό μου. Αυτός είναι και ο δικός σου σκοπός μικρέ. Και δεν με ικανοποιείς... Δεν με αποκαλείς σωστά, πουλάς τσαμπουκά, κοιτάς τηλεόραση... Τι σκατά! Λοιπόν, πάμε άλλες δώδεκα. Αυτή την φορά θα μετράς εσύ. Άμα χάσεις το μέτρημα, να ξέρεις πως θ’ αρχινάμε από την αρχή».

Σφίχτηκα και προσπάθησα να ετοιμαστώ για την συνέχιση του μαρτυρίου μου. Ξανά ο γνώριμος ήχος με τον γνωστό πόνο.

«Μία!» φώναξα δυνατά από τον πόνο.
«Α... Λάθος στα ’πανε μικρέ», είπε ο κύριος σταματώντας το μαστίγωμα. «Δεν είσαι στο δημοτικό όπου μαθαίνεις να μετράς. Θα λες: "Μία κύριε. Σας ευχαριστώ κύριε," και ούτω καθ’ εξής. Κατάλαβες μικρέ;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Ωραία... Πάμε απ’ την αρχή».

Πρώτο χτύπημα. «Μία, κύριε! Ευχαριστώ κύριε».
«Έτσι μπράβο κουτάβι. Συνέχισε».
Δεύτερο χτύπημα. «Δύο, κύριε! Ευχαριστώ κύριε».
Συνέχισα έτσι ως το τελευταίο. «Δώδεκα κύριε! Ευχαριστώ κύριε».

Αυτή την φορά πονούσα πραγματικά. Όταν σταμάτησε να με χτυπάει, διαπίστωσα πως έτρεμα. Όλο το σφίξιμο των μυών, ιδίως της πλάτης επέφεραν μικρούς νευρικούς σπασμούς που τους ένιωθα τώρα να ξεσπούν ανεξέλεγκτα. Το αίμα που έτρεχε από την μύτη μου είχε αρχίσει να ελαττώνεται, παρόλο το όλο σφίξιμο. Είχε τρέξει αρκετό όμως και το στήθος μου ήταν καλυμμένο με παχιές σταγόνες αίματος που έτρεχαν μέχρι το λάστιχο του σλίπ, όπου και τις ρουφούσε το ύφασμα. Κάποιες είχαν περάσει το εμπόδιο και είχαν στάξει στα πόδια και στο πάτωμα.

«Ωραία δουλειά...» είπε ο κύριος Θανάσης όταν ήρθε από τα πλάγια και είδε την κοκκινίλα. «Δεν περίμενα να δω τόσο ωραίο θέαμα από την πρώτη φορά. Βάλθηκες να επανορθώσεις βλέπω... Έ μικρέ;»
«Μάλιστα κύριε», απάντησα.

Μετά από δυο ντουζίνες με την ζώνη στην πλάτη, αρχίζεις να θυμάσαι τον λόγο που τις έφαγες και λαμβάνεις τα μέτρα σου.

«Και βλέπω πως σου άρεσε η όλη διαδικασία...»

Δεν κατάλαβα γιατί το είπε και γύρισα ελαφρώς να δω το πρόσωπό του. Ακολούθησα το βλέμμα του που οδηγούσε στον καβάλο μου. Πρόσεξα τότε πως είχα μία πλήρη στύση που τέντωνε το ύφασμα του σλίπ. Από τον πόνο και την όλη διαδικασία δεν είχα καταλάβει πως είχα καυλώσει. Ένοιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουνε από ντροπή.

«Μην ντρέπεσαι κουτάβι», μου είπε. «Αυτή είναι η πραγματική σου φύση. Και τώρα το μαθαίνεις. Απλά σου αρέσει το ξύλο μικρέ... Αποδέξου το. Δεν είναι κάνα έγκλημα. Και είσαι τυχερός, γιατί εμένα μου αρέσει να δέρνω...»
«Μάλιστα, κύριε».
«Τι ωραία που μιλάς τώρα κουτάβι; Αλλά, ξέρεις πως δεν τελειώσαμε ακόμα, έτσι; Έχουμε και το κωλαράκι να τιμωρήσουμε. Πού βρισκόμαστε;»
«Ορίστε;... Δεν κατάλαβα την ερώτηση, κύριε».

Γράπωσε τα μαλλιά μου και με δύναμη κοπάνισε το μέτωπό μου πάνω στην κολόνα. Ίσα που πρόλαβα να στρίψω το κεφάλι λίγο προς τα αριστερά ώστε να σώσω την μύτη.

Πλησίασε το στόμα του στο αυτί μου και είπε: «Στο χρώμα κουτάβι!... Πού βρισκόμαστε; Πιάσαμε κόκκινο; Πρόσεξε τι θα πεις...»

Το σκεφτικά για λίγα δευτερόλεπτα. Πονούσα... Ναι. Αλλά δεν ήμουν του θανατά. Πίστευα πως άντεχα πολύ περισσότερο ξύλο πριν καταρρεύσω ή χάσω τις αισθήσεις μου.

«Πράσινο, κύριε» απάντησα με ειλικρίνεια.
«Πολύ ωραία... Θα απογοητευόμουν αν έλεγες άλλο χρώμα. Μπράβο κουτάβι... Πάμε λοιπόν και στο παρασύνθημα».
«Μάλιστα, κύριε».

Ελευθέρωσε το κεφάλι μου και αφού γράπωσε το σλίπ, μου το τράβηξε απότομα προς τα κάτω, αρκετά για να φανεί ο κώλος και από μπροστά να σκαλώσει με δύναμη στο πέος μου.

Έβγαλα ένα: «Άουτς».
«Τι "άουτς" και "άουτς" μωρέ», γάβγισε ο κύριος Θανάσης. «Σου πόνεσα το πουλάκι μήπως μικρούλι;»
«Όχι κύριε. Μια βλακεία είπα κύριε. Συγνώμη κύριε».
«Έτσι μπράβο. Τι σκατά παλικάρι είσαι άμα αντέχεις τόσο ξύλο με την ζώνη και δεν αντέχεις ένα τίναγμα του πούτσου. Θα ήταν γελοίο, δε νομίζεις;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Ωραία... Πάμε παρακάτω λοιπόν...»
«Μάλιστα, κύριε».

Ένοιωσα τα χέρια του κυρίου να χαϊδεύουν τα κωλομάγουλά μου και να τα ζουλάνε σε διάφορα σημεία. Η όλη αίσθηση με διέγειρε περισσότερο, και όσο κι αν δεν το ήθελα, θα έπρεπε να παραδεχτώ πως είχε δίκιο.

Η όλη εμπειρία ως τώρα, μπορεί να προσέβαλε το μυαλό, τον εγωισμό μου δηλαδή, αλλά το σώμα έδειχνε καθαρά τα σημάδια της απόλαυσης. Το τσούξιμο στην πλάτη, ο πόνος στο μέτωπο και στην μύτη από το κοπάνιμα, η αίσθηση του αίματος που στέγνωνε πάνω μου, ο πόνος από τις αλυσίδες στους καρπούς που αργά αλλά σταθερά γινότανε πιο οξύς, σε συνδυασμό με την αίσθηση ανημποριάς λόγω των δεσμών, έδιναν στα χουφτώματα του κυρίου μια πρωτόγνωρη, κατά πολύ μεγεθυνμένη ηδονή.

«Έχεις ωραία κωλομέρια μικρέ», είπε ο κύριος βγάζοντας με από τις σκέψεις μου. «Σκληρά και γυμνασμένα καπούλια... Αν και έχεις κάτι μικρές ραγάδες. Ήσουν λίγο μπούλις όταν ήσουν μικρός;»
«Μάλιστα κύριε, αλλά για ένα μικρό διάστημα της ζωής μου. Συνήθως ήμουν κανονικός στα κιλά, κύριε».
«Δεν πειράζει. Μια χαρά είναι... και έχεις και λίγη τρίχα... κοντούτσικη και χνουδωτή. Θα φαίνονται ωραία τα σημάδια από το ξύλο».

Άκουσα τον κύριο να ακουμπάει κάπου την ζώνη και να παίρνει την βέργα. Με πλησίασε από πίσω και με προειδοποίησε. Για άλλη μια φορά σφίχτηκα, δίνοντας έμφαση αυτή την φορά στους γλουτούς μου.

«Μέτρα όπως έχεις μάθει κουτάβι!» φώναξε ο κύριος καθώς κατέβαζε το πρώτο χτύπημα.

Η βέργα έσκασε στο δέρμα με δύναμη. Πόνεσα αρκετά και μια κραυγή βγήκε από το λαρύγγι μου. «Μία, κύριε! Ευχαριστώ κύριε».
«Έτσι μπράβο, πάμε ξανά...»
Δεύτερο χτύπημα. «Δύο, κύριε! Ευχαριστώ κύριε!»

Και συνέχισε έτσι μέχρι να παραδοθούν και τα υπόλοιπα χτυπήματα. Όταν τέλειωσε ήρθε πάλι κοντά για να επιθεωρήσει το έργο του, και για άλλη μια φορά έκανε την παρατήρηση για την στύση μου. Αυτή την φορά δεν χρειαζόταν η επισήμανση. Γνώριζα και απολάμβανα την παλλόμενη στύση μου. Ο πόνος, η απώλεια της εξουσίας, τα χτυπήματα στα κωλομέρια και το τρίψιμο από το ύφασμα με είχαν ερεθίσει αφάνταστα πολύ.

«Γουστάρεις μωρή πουστάρα ε;» είπε καθώς ανασηκωνόταν από την μελέτη του καυλωμένου πέους μου . «Δεν έπεσα έξω μ’ εσένα. Θα με παιδέψεις λίγο, αλλά θα γίνεις καλό σκυλί στο τέλος. Θα δεις... Θα τα βρούμε τέλεια οι δυο μας».

Απομακρύνθηκε και έκατσε πάλι στην θέση του στον καναπέ. Τον ακολούθησα με το βλέμμα μου. Δεν θα με έλυε; Προφανώς μάντεψε την απορία μου.

«Θα σ’ αφήσω εκεί για καμιά ώρα... Μέχρι να τελειώσει η ταινία μάλλον. Δεν έχεις κάτι άλλο να μου προσφέρεις αυτή την στιγμή έτσι κι αλλιώς. Θα μείνεις εκεί λοιπόν να σκεφτείς αυτά που έκανες και την στάση σου από ’δώ και πέρα».
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα. Μετά από τέτοιο μάθημα, είχα γίνει πολύ πιο προσεχτικός.
«Πολύ ωραία. Κάτσε εκεί λοιπόν και μην βγάλεις άχνα μέχρι να τελειώσει το έργο».

Άραξε αναπαυτικά στον καναπέ, ενώ εγώ γύρισα το κεφάλι μου ώστε να μην πιαστεί ο λαιμός μου, αλλά και να μην προκαλώ τον κύριο με το επίμονο βλέμμα μου.

Αφέθηκα να μουλιάσω στις σκέψεις μου και στις αντιδράσεις του κορμιού μου μετά από την βάναυση επίθεση που είχε δεχτεί.



Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει, όταν ένιωσα ξαφνικά την παρουσία του κυρίου Θανάση ακριβώς δίπλα μου. Πετάχτηκα έντρομος και ένοιωσα τις αλυσίδες να σφίγγουν επώδυνα τους καρπούς των χεριών μου.

«Τσουκ-τσουκ», έκανε ο κύριος Θανάσης, μην κρύβοντας το υποτιμητικό του ύφος. «Ξέχασες λοιπόν τόσο γρήγορα όλα όσα σου είπα πριν... Ξέχασες πως είσαι ένα κουτάβι που πρέπει να έχει την προσοχή του συνεχώς στραμμένη πάνω στον αφέντη του, τον κύριό του; Αχ... Με στεναχώρησες τώρα. Γιατί είσαι ωραίο κουτάβι, αλλά δυστυχώς θα πρέπει πάλι να σε τιμωρήσω...»

«Συγνώμη κύριε. Ήμουν αφηρημένος κύριε...»
«Ω, ναι... Σίγουρα ήσουν. Δυο φορές σου μίλησα, και μ’ είχες γραμμένο στα σκυλίσια αρχίδια σου. Ίσως θα ’πρεπε να σε τιμωρήσω εκεί; Τι λες; Θα σε βοηθούσε αυτό να είσαι πιο προσεχτικός;»
«Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να κάνετε κύριε, αλλά—»
«Δεν πειράζει κουταβάκι μου», είπε με φανερή ειρωνεία τον τόνο της φωνής του ο κύριος. «Δεν πειράζει... Θα μάθεις κουταβάκι μου... Θα μάθεις! Ετοιμάσου να δεχτείς την τιμωρία σου και κοιτά να μαθαίνεις. Δεν μ’ αρέσει να βλέπω τις προσπάθειές μου να πηγαίνουν στο βρόντο».

Απομακρύνθηκε και πήγε πάλι στην βαλίτσα μόνο και μόνο για να επιστρέψει με κάτι μικρά και περίεργα σύνεργα.

«Γύρνα», με διέταξε. «Γύρνα τον σώμα σου όσο μπορείς».
Προσπάθησα αλλά μπόρεσα να γυρίσω πολύ λίγο, ίσα-ίσα λίγες μοίρες.
«Εκεί, καλά είσαι». Έκατσε στα γόνατα και μου κατέβασε το σλίπ εντελώς. Κατέβηκε εύκολα μιας και η στύση μου είχε χαθεί εδώ και ώρα. Τον ένοιωσα να ψαχουλεύει τους όρχεις μου και να τους τραβάει ελαφρά. Τελικά, τους έσφιξε και πέρασε κάτι που μάλλον ήταν κάποιο είδος λεπτής αλυσίδας. Λεπτής για τα δεδομένα της αλυσίδας με την οποία ήμουν δεμένος στην κολόνα, αλλά χοντρή για τα δεδομένα των αλυσίδων που χρησιμοποιούνται στα κοσμήματα. Την ασφάλισε για άλλη μια φορά στην θέση της με την χρήση μιας μικρής κλειδαριάς. Τα τέσταρε τραβώντας ελαφρά τους όρχεις μου που πετάγονταν τώρα προς τα έξω, σφιχτοί και σκληροί.

«Πολύ ωραία», μουρμούρισε ικανοποιημένος. «Έχεις σφιχτούς όρχεις και αυτό βοηθάει να κρατάει καλύτερα η αλυσίδα», είπε, απευθυνόμενος αυτή την φορά σε εμένα.
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα με τον γνωστό πλέον τρόπο.

Ο κύριος δεν είχε τελειώσει. Κάτι πέρασε μέσα από την αλυσίδα, που μου φάνηκε σαν μικρό τσιγκέλι. Όταν τελείωσε, εμφάνισε μπροστά μου κάτι μικρά βαράκια του ενός και του μισού κιλού, που μπαίνουν συνήθως στους αλτήρες στα γυμναστήρια. Μόνο που αντί για αλτήρες, είχαν περασμένες μέσα από τις τρύπες τους αλυσίδες, όμοιες με αυτήν που είχε ασφαλίσει γύρω από τους όρχεις μου.

«Έτοιμος να λάβεις την τιμωρία σου σκυλί;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Πολύ ωραία... Για να δούμε τι θα κάνεις μ’ αυτό...»

Ένιωσα ένα μικρό κούνημα, και ξαφνικά, ένα απότομα τράβηγμα των όρχεων. Έβγαλα μια ψιλή κραυγή. Υπήρχε πόνος, αλλά όχι ανυπόφορος. Περισσότερο με συνεπήρε η έκπληξη.

«Πως νιώθεις μ’ ένα κιλό να κρέμεται απ’ τ’ αρχίδια σου μικρέ; Είσαι στο πράσινο;»
«Μάλιστα, κύριε».
«Ωραία... Πολύ ωραία. Πάμε για το δεύτερο κιλό τότε».

Κρέμασε άλλο ένα βαρίδιο του κιλού και το άφησε να πέσει λίγο πιο απότομα. Αυτή την φορά η τσιρίδα μου ήταν πιο ψιλή και πιο δυνατή. Αυτή την φορά ένιωσα έναν πόνο σχετικά έντονο. Σαν να είχα φάει μια μέτρια κλοτσιά.

«Χρώμα;» ρώτησε ο κύριος.
«...κίτρινο... νομίζω... κύριε».
«Ωραία... Κάτσε να σου βάλω ακόμη ένα μισόκιλο, για να ’σαι σίγουρος πως είσαι στο κίτρινο μικρέ.

Ένιωσα το βάρος να αυξάνεται μετά από έναν ελαφρύ μεταλλικό θόρυβο. Αυτή την φορά τα αποτελέσματα ήταν βέβαια. Υπήρχε ένας συνεχής ενοχλητικός πόνος στους όρχεις, αρκετά έντονος ώστε να αποσπά συνεχώς την προσοχή μου.

«Πολύ ωραία... Αυτό διαφέρει από άλλα παρόμοια βασανίστρια που έχεις ίσως δει στο ίντερνετ», είπε ο κύριος Θανάσης καθώς στάθηκε όρθιος. «Οι περισσότεροι περνάνε το λουρί και πάνω από την ρίζα του πέους. Μπορούν έτσι να σηκώνουν πολύ περισσότερα κιλά, αλλά ο πόνος δεν είναι το ίδιο. Ενώ έτσι, όλο το βάρος πάει στ’ αρχίδια, πιέζοντας τα δυο σωληνάκια. Λογικά εκεί θα πρέπει να νιώθεις τον περισσότερο πόνο. Έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα... Κύριε...» ψιθύρισα ανάμεσα από τα σφιγμένα μου δόντια.

«Τέλεια... Και τώρα ετοιμάσου να φας δυο ντουζίνες με την ζώνη στα κωλομέρια και στους πίσω μηρούς. Αυτό θα σ’ αναγκάζει να κουνάς των κώλο σου και τα βαρίδια να κουνιούνται και να πιέζουν τ’ αρχίδια».
«Μα... Μάλιστα κύριε!»
«Έτσι μπράβο. Πάμε λοιπόν το μέτρημα μικρέ. Ξεκίνα».

Έπεσε το πρώτο χτύπημα. Τίναξα την λεκάνη μου μπροστά και αμέσως ο πόνος στους όρχεις αυξήθηκε, καθώς τα βαρίδια έβγαιναν από την αδράνεια και πίεσαν τους αδένες. «Άααα! Έ-ένα... Κύριε!...»
«Έτσι να σ’ ακούω να σκούζεις μικρέ».
Δεύτερο χτύπημα. «Α!... Δ-δυ-δύο, κύριε!»

Συνέχισε έτσι με συγκεκριμένο ρυθμό χτυπημάτων που συγχρονίστηκε με την κίνηση των βαριδίων που κρέμονταν ανάμεσα στα σκέλια μου, αρκετά βίαια ώστε να χτυπάνε πάνω στα ανοιγμένα μου πόδια. Ήταν σαν να είχα μετατραπεί σε μια ζωντανή καμπάνα, μόνο που τα πόδια μου ήταν ο κώδων και οι όρχεις με τα βαρίδια η γλώσσα, ενώ ο ήχος έβγαινε από το λαρύγγι μου.

Έπεσε και το τελευταίο χτύπημα. «Είκοσι... τέ-τέσσερις... κύ-κύριε... Ευχαριστώ-ω, κύριε...» κλαψούρισα με λίγα δάκρια να τρέχουν από τα σφιγμένα μου βλέφαρα.

Για άλλη μια φορά ο κύριος έσκυψε να περιεργαστεί το έργο του. Χούφτωσε τους γλουτούς μου και μετά τους πρησμένους όρχεις. Το πέος μου ήταν μισοερεθισμένο. Προφανώς η όλη εμπειρία, αν και ηδονιστική, ήταν ταυτόχρονα και αρκετά επίπονη ώστε να ακυρώνει την στύση.

«Βλέπω πως ζορίστηκες αρκετά μικρέ», πήρε τον λόγο ο κύριος. «Τι λες; Έμαθες το μάθημά σου;»
«Μάλιστα, κύριε! Ω, ναι! Σίγουρα το έμαθα κύριε. Φτάνει κύριε, σας παρακαλώ... Πονάει κύριε».
«Έτσι πρέπει. Αν δεν πονούσε δεν θα ήταν τιμωρία. Κάτσε ακίνητος για να σταματήσουν να κουνιούνται τα βάρη και μετά πες μου σε τι χρώμα βρισκόμαστε».
«Κόκκινο κύριε. Κόκκινο!»
«Σκασμός! Μαλακισμένο! Δεν ακούς τι λέω; Όταν σταματήσουν τελείως. Για τιμωρία που δεν ρώτησες για να πάρεις τον λόγο, θα μείνεις έτσι με τα βαρίδια να κρέμονται για τα επόμενα δέκα λεπτά».

Κλαψούρισα λίγο. Ήμουν στα πρόθυρα να βάλω τα κλάματα. Ιδίως ο δεξής όρχις πονούσε πάρα πολύ. Προσπάθησα να καταπνίξω την επιθυμία μου για να κουνηθώ και κάθισα ακίνητος. Σύντομα σταμάτησαν να λικνίζονται τα βάρη και πράγματι, ο πόνος υποχώρησε ελαφρά.

«Είμαστε στο πορτοκαλί μικρέ;»
Σκεφτικά λίγο πριν απαντήσω: «Νομίζω πως ναι, κύριε».
«Στο ’πα. Τώρα, κάτσε ’κεί και τα λέμε σε δέκα λεπτά. Έφυγε και πήγε να κάτσει πάλι στον καναπέ, αφήνοντάς με στο μαρτύριό μου.

Άρχισα να έχω αμφιβολίες. Τελικά, που είχα μπλέξει; Άμα αυτό ήταν η αρχή, τι θα ακολουθούσε αργότερα; Μήπως τελικά δεν ήμουν φτιαγμένος για τέτοια πράγματα; Να χρησιμοποιούσα την λέξη-κλειδί και να τα τερμάτιζα όλα εδώ και τώρα; Δεν ήξερα...

Από την άλλη ντρεπόμουν να το τερματίσω από τώρα. Με έπιασε το εγωιστικό μου. Τόσο φλώρος ήμουν λοιπόν; Είχε δίκιο; Ένα αδύναμο πουστράκι ήμουν τελικά; Δεν ήξερα...

Το σώμα μου με πονούσε. Οι καρποί των χεριών μου πονούσαν επίσης τρομερά. Οι κρίκοι των αλυσίδων είχαν χωθεί βαθιά στο δέρμα και πίεζαν πάνω στο κόκαλο. Οι γλουτοί ζεστοί, έτσουζαν από το ξύλο με την ζώνη, ενώ οι όρχεις έστελναν σταθερά κύματα πόνου στον εγκέφαλο.



Θεέ μου, ας τελείωνε γρήγορα αυτό το μαρτύριο. Ας με λυπότανε ο κύριος Θανάσης να με λύσει από τα δεσμά μου. Θα είμαι υπάκουος. Θα κάνω ό,τι μου λέει. Το υπόσχομαι. Μονάχα να με λύσει Θεέ μου. Να με λύσει και να βγάλει αυτό το βάρος από τα’ αρχίδια μου. Αυτά σκεφτόμουνα συνέχεια, μέχρι που πέρασε ο χρόνος και ο κύριος σηκώθηκε από την θέση του.

«Πέρασαν τα δέκα λεπτά κουτάβι. Έμαθες το μάθημά σου;»
«Μάλιστα κύριε. Σας υπόσχομαι πως το έμαθα, κύριε».
«Το εύχομαι. Θα ήταν δυσάρεστο αν σε μίση ώρα έπρεπε να επαναλάβουμε την όλη διαδικασία, δεν νομίζεις;»
«Δεν θα χρειαστεί κύριε. Σας ορκίζομαι. Έμαθα το μάθημά μου».
«Πολύ ωραία... Αυτό μένει να αποδειχτεί... Κάτσε να σου βγάλω τα βάρη».

Τι ανακούφιση όταν έβγαλε το πρώτο κιόλας βάρος! Ο πόνος αμέσως μετριάστηκε, ενώ όταν τα έβγαλε όλα, ο πόνος έγινε μια απλή ενόχληση. Έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

«Πόνεσε ε; Έτσι πρέπει. Γιατί αλλιώς θα τραβούσε πολύ η εκπαίδευσή σου. Τώρα όμως την επιταχύναμε κατά πολύ. Στο χέρι σου είναι να μην επαναληφτεί σύντομα.
«Μάλιστα, κύριε».

Το αληθινό σοκ ήρθε όταν ελευθέρωσε τους καρπούς μου. Λόγο της βαρύτητας, τα χέρια έπεσαν αμέσως στο πλάι. Ένας δυνατός πόνος όμως στους μύες, και κυρίως στους δελτοειδής και τις ωμοπλάτες, με ανάγκασε να τα ανασηκώσω λίγο.

«Έχουν πιαστεί οι μύες σου. Θα χρειαστούνε μερικά λεπτά για να συνέλθουνε κάπως», είπε ο κύριος Θανάσης.
«Δεν περίμενα να συμβεί κάτι τέτοιο κύριε».
«Έτσι είναι το σώμα. Δεν αντέχει την τεχνητή παράλυση. Παλιά έτσι βασανίζανε ανθρώπους. Τους δένανε με τρόπο που να τους ακινητοποιεί τελείως. Μετά από ώρες, το σώμα πάθαινε τρομερές κράμπες και σπασμούς. Γι’ αυτό και η σταύρωση θεωρούνταν παλιά μεγάλο μαρτύριο. Μπορεί να στο δοκιμάσω καμιά μέρα... Αν με τσατίσεις αρκετά με κάποιο παράπτωμα...»

«Δεν θα χρειαστεί κύριε. Σας το υπόσχομαι, κύριε».
«Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες μικρέ. Φτάνει τώρα... Σήκω το βρακί σου κι έλα και κάτσε στην θέση σου για λίγο να χαλαρώσουν τα χέρια σου. Θα χρειαστώ τις υπηρεσίες σου σε λίγο. Την αλυσίδα στ’ αρχίδια στην αφήνω για να θυμάσαι να μην κάνεις το ίδιο σφάλμα. Έτοιμη να στα ξηλώσει με τα βαρίδια, έτσι και με αναγκάσεις να στα φορέσω ξανά.
«Δεν θα χρειαστεί κύριε. Σας το υπόσχομαι, κύριε».

Υπέθεσα πως μετά θα μου ζητούσε σεξ, και αυτό με ανακούφισε κάπως. Αργότερα όμως, θα διαπίστωνα πως θα αργούσε πολύ αυτή η στιγμή. Πήγα και έκατσα την θέση μου: στο γυμνό πάτωμα, στα γόνατα, δυο μέτρα παραδίπλα του.

Ο κύριος Θανάσης άρχισε πάλι να με αγνοεί. Άλλαζε κανάλια στην τηλεόραση, και γενικώς έκανε τον αδιάφορο. Εγώ όμως είχα επικεντρώσει πάνω του όλη μου την προσοχή. Την επόμενη φορά που θα ήθελε κάτι, δεν θα με έπιανε απροετοίμαστο...


[Αν σας αρέσει και πιστεύετε πως αξίζει να συνεχίσει, παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας, έστω και ανώνυμο, για να ξέρω αν θέλετε να το συνεχίσω]

(συνεχίζεται: Μέρος 5°)



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

3. Ο Καλός Σκλάβος


Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξα. Γύρισα το βλέμμα μου προς τα κάτω και τον είδα να κάθεται στο πάτωμα, στα γόνατα, όπως έπρεπε να είναι. Κρατάει στα δυο του χέρια το δερμάτινο κολάρο με την αλυσίδα. Το κρατούσε όπως κρατάνε το σπαθί οι βασιλιάδες που το εμπιστεύονται σε κάποιον άξιο διάδοχο ή στρατηγό. Έκλεισα την πόρτα για να μην μας πάρει κάνα μάτι και άναψα τα κυρίως φώτα. Μόλις τον πλησίασα, σήκωσε τα δυο του χέρια ψιλότερα για να με διευκολύνει να πάρω το κολάρο. Το πήρα στα χέρια μου. Αμέσως σήκωσε το πρόσωπό του ψηλά με τα μάτια κλειστά για να μην αντικρίσει το, ιερό για αυτόν, πρόσωπό μου, και τέντωσε τον λαιμό του. Του το φόρεσα και το κούμπωσα. Όταν τέλειωσε η σύντομη αυτή τελετή υποταγής, έκατσε στα τέσσερα και περίμενε τις εντολές μου.

Τράβηξα ελαφρά την αλυσίδα και κατευθύνθηκα προς το συνηθισμένο μου μέρος στον καναπέ. Μόλις έκατσα, πλησίασε και μου έγλυψε με την γλώσσα τα δάχτυλα του χεριού μου, σήμα πως ήθελε να πάρει τον λόγο. Του το επέτρεψα.

«Επιτρέψτε στον σκλάβο σας, Αφέντη, να εκφράσει την χαρά του που του κάνατε και σήμερα την τιμή να τον επισκεφθείτε για να σας υπηρετήσει. Θέλετε να αρχίσω με τα τυπικά, Αφέντη;»

Του έδωσα την άδεια κι αμέσως άρχισε την γνωστή ρουτίνα. Μου έλυσε κι έβγαλε τα παπούτσια, έβγαλε τις κάλτσες, το σακάκι και το πουκάμισό μου και τα άφησε με προσοχή στην άκρη. Κατόπιν έπιασε της πατούσες μου και μία-μία άρχισε να τις μαλάζει. Δεν κρατιόμουνα. Βόγκηξα από την ηδονή. Ταυτόχρονα, ένοιωσα τον πούτσο μου να αναθαρρεύει κάτω από το παντελόνι μου. Τα πόδια μου, φαίνεται, πως είναι συνδεδεμένα με το πέος μου, και η χαρά του ενός μέλους ανακλάτε στο άλλο.

«Ο κύριος απολαμβάνει το μασάζ των ποδιών του;» ρώτησε το βλαμμένο κάνοντας το μεγάλο λάθος.

Με ταχύτητα γαζέλας ανασήκωσα τον κορμό μου, χάρη στους γυμνασμένους μου κοιλιακούς, που τόσο λάτρευε το δουλικό, και του άστραψα ένα γερό χαστούκι που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πλάι, παρότι καθότανε οκλαδόν.

«Αν τολμήσεις να ξαναμιλήσεις χωρίς πρώτα να πάρεις την άδειά μου, μα τον Θεό, θα σε σαπίσω στο ξύλο, σκουπίδι!» του γάβγισα με δύναμη. Έμεινε κάτω, πεσμένος, χωρίς να τολμήσει να στρέψει το βλέμμα του επάνω μου. «Λοιπόν; Τι περιμένεις; Να σου χαϊδέψει η μαμά το μάγουλο και να σου δώσει φέτα με Μερέντα για να περάσει ο πόνος;» συνέχισα με άγρια φωνή. «Συνέχισε με τα πόδια! Με πεθαίνουν σήμερα!»

Αμέσως τινάχτηκε και επέστρεψε στο έργο του. Μετά από σχεδόν ένα τέταρτο, αποτράβηξα τα πόδια μου δίνοντας το σήμα πως δεν ήθελα άλλο τρίψιμο.

Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Η απογραφή στο κατάστημα Σουπερ-Μάρκετ όπου εργαζόμουνα ως προϊστάμενος ήταν εξουθενωτική. Σχεδόν δύο εκατομμύρια διαφορετικοί κωδικοί προϊόντων και δύο μέρες εργασίας με εκατόν δέκα υπάλληλους να καταμετρούνε τα πάντα στα ράφια, την αποθήκη και τα φορτηγά.

Όταν τελειώσαμε και σούταρα και τον τελευταίο υπάλληλο για να κάνει πρωτοχρονιά, το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν το πότε θα πάω στο σπίτι του σκλάβου μου να με περιποιηθεί όπως μόνο αυτός ξέρει. Του έστειλα μήνυμα να είναι σπίτι και να έχει τα πάντα έτοιμα. Όσο σκεφτόμουνα και την εξέλιξη της βραδιάς με την γυναίκα μου και τα πεθερικά, τόσο πριζονόμουνα περισσότερο. Έτσι, ήθελα όλα να είναι τέλεια, να με περιποιηθεί τέλεια ο σκλάβος μου ώστε να έχω δυνάμεις για το βράδυ.

«Πάμε μέσα στο κρεβάτι σου να ξαπλώσω. Θέλω να μου κάνεις μασάζ», του είπα καθώς σηκωνόμουνα.

Με την άνεση που είχα ως αφέντης του δουλικού, πήγα στην κρεβατοκάμαρά του, πέταξα κάτω τα άστρωτα σεντόνια και σωριάστηκα μπρούμυτα στο κρεβάτι του. Του έδωσα εντολή να μαλάξει την πλάτη μου.

Δεν μπορώ να πω. Από τότε που βρήκα πριν από δύο χρόνια αυτόν τον σκλάβο, τον Κώστα όπως είναι το όνομά του, κατάλαβα τι θα πει μασάζ. Είχε χάρισμα αυτό το παιδί. Ακόμη και αν δεν θα μου άρεζε να γαμάω αντρικά κωλαράκια, πάλι θα τον κράταγα για σκλάβο μου, μόνο και μόνο για τα θαυματουργά του χέρια. Βογκούσα πιο πολύ απ’ ό,τι αυτός όταν του γάμαγα την πίσω τρύπα. Με κάθε του μάλαξη, ένιωθα την κούραση και τα νεύρα να ρέουν από τους μύες μου σαν νερό. Πώς να μην το λατρεύω αυτό το αγόρι; Βέβαια, αυτό ποτέ δεν του το έδειχνα. Ξέρω πως θα ξενέρωνε στην στιγμή.

Μου το ξεκαθάρισε από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε στο διαδίκτιο: «Θέλω έναν άντρα εκατό τις εκατό,» μου είχε πει. «Να είναι αφέντης, κύριος, απόλυτος άρχοντας. Να μην με βλέπει σαν φίλο, αλλά σαν σκλάβο. Να μου φέρεται όπως θέλει. Θέλει γαμήσι; Να με βάζει κάτω να με σκίζει χωρίς να βάλει καν λιπαντικό. Θέλει να βαρέσει χαστούκια; Να το κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Να με βάλει να γαμηθώ με αγνώστους; Να το κάνει αμέσως. Θέλω να μην με βλέπει ως άνθρωπο, αλλά ως αντικείμενο που το χρησιμοποιεί για πάρτι του».

Είχα καιρό να συναντήσω αληθινό σκλάβο. Από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Λονδίνο, όταν σπούδαζα και ήρθα σε επαφή με τον κόσμο των υποτακτικών σκλάβων και των αυταρχικών αφεντικών. Δεν άργησα να καταλάβω τον αυταρχισμό μου και το γεγονός πως η «χρίση» άλλων, λειτουργούσε ως σούπερ διεγερτικό για μένα.

Συνάντησα αρκετούς «σκλάβους» στην ζωή μου που μόνο σκλάβοι δεν ήτανε. Μικρά (ή και μεγαλύτερα) αγόρια, που νομίζουν πως θα φάνε κάνα σκαμπιλάκι και αυτό το λένε «σκλάβος». Ανόητα πλάσματα!

Στον Κώστα βρήκα αυτό που έψαχνα, και μάλιστα στην Ελλάδα, και στην πόλη μου, την Αθήνα. Από την αρχή κατάλαβα πως αυτός ήταν πραγματικός σκλάβος, γεννημένος για υποταγή. Μάλιστα, στις πρώτες συναντήσεις μας, σχεδόν αυτός οδηγούσε τα πράγματα, βοηθώντας με να ελευθερώσω τον καταπιεσμένο αφέντη που έκρυβα μέσα μου. Τον βαρούσα χαστούκια και γέλαγε. «Αυτό μόνο μπορείς να κάνεις;» μου έλεγε. «Η αδερφή μου βαράει πιο δυνατά», και του έριχνα πιο δυνατά χαστούκια.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, και τώρα ζω πολύ πιο ήρεμα. Πραγματικά πιστεύω πως ο Κώστας συμβάλει στην καλή λειτουργία του γάμου μου. Αν δεν τον είχα να εκτονώνομαι, ίσως να γινόμουν και εγώ ένας από αυτούς τους βίαιους άντρες που δείχνουν στην τηλεόραση, από αυτούς που στέλνουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο νοσοκομείο με κατάγματα και μώλωπες.

Κάτι τέτοιες στιγμές τσατίζομαι και ξυπνάει μέσα μου ο φαλλοκράτης. Γαμημένη χειραφέτηση και μαλακίες. Σε άλλες εποχές, θα είχα τον Κώστα σκλάβο μου στον στάβλο του σπιτιού μου, και όποτε ήθελα τις υπηρεσίες του θα πεταγόμουνα δυο βήματα ως το κρεβάτι του, ενώ η γυναίκα μου θα παρέμενε αμίλητη και κλειδωμένη στον γυναικωνίτη. Τώρα, πρέπει να της λέω ψέματα πως μετά την δουλειά έχω χαρτούρα στα φορτηγά, για να έχω κάλυψη να περνάω από τον σκλάβο μου και να με «ξαλαφρώνει». Αν ήξερε πόσο τυχερή είναι, θα έπρεπε αυτή, πρώτη από όλες, να πέσει στα πόδια του Κώστα και να τον ευχαριστεί για τις υπηρεσίες που μου προσφέρει. Τέλος πάντων. Και έτσι όπως είναι τα πράγματα, πάλι καλά να λέω. Παράπονο δεν έχω.

Τα μαγικά χέρια του Κώστα είχαν κάνει το θαύμα τους. Τα πόδια μου είχαν πάψει από ώρα να με πονάνε και ένιωθα την πλάτη μου σαν μια μάζα από απαλή κι εύπλαστη ζύμη. Όλη μου η ενέργεια είχε μεταμορφωθεί σε καύλα. Ένιωθα τον πούτσο μου, με τα είκοσι δύο ευλογημένα εκατοστά που του χάρισε ο Θεός, να είναι πέτρα και να πονάει από την πίεση που ασκούσε το βάρος του σώματός μου επάνω του. Ήρθε η ώρα να τυραννήσω λιγάκι το δουλικό.

Με ένα νεύμα μου σταμάτησε το μασάζ κι έκατσε στα γόνατα με τα χέρια στο πάτωμα και το κεφάλι να κοιτάζει κάτω. Γύρισα ανάσκελα και αμέσως ένιωσα αγαλλίαση στον καβάλο μου. Το πέος μου τώρα φαινότανε να πιέζει έντονα το ύφασμα του παντελονιού που εξείχε υψωμένο σχηματίζοντας ένα μικρό αντίσκηνο. Έβαλα το χέρι μου επάνω και τον μάλαξα. Ήτανε τέλεια! Ένιωθα χαλαρός και ξεκούραστος, και το μόνο που χρειαζότανε για να ολοκληρωθεί η κάθαρση ήταν να χύσω το ψωλόχυμα που έβραζε όλη μέρα στους όρχεις μου.

«Γουστάρεις ξεφτίλα να πιεις τα χύσια του αφέντη σου;» τον ρώτησα. Έμεινε σιωπηλός να κοιτάζει το πάτωμα. Μου άρεζε να τον τεστάρω συνέχεια. Ο σκλάβος δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει εκτός κι αν ο αφέντης του δώσει το δικαίωμα με ξεκάθαρη εντολή. «Απάντησε!» τον διέταξα.
«Θα ήταν υπερβολικά μεγάλη μου τιμή Αφέντη,» απάντησε το δουλικό.
«Ωραία, αλλά όχι ακόμη,» του είπα. Πριν φύγω για τις γιορτές, θέλω να σου αφήσω ένα ενθύμιο. Πάνε φέρε το μαστίγιο».

Χάθηκε περπατώντας στα τέσσερα και επέστρεψε μετά από λίγο με ένα μαστίγιο φτιαγμένο από αληθινό καραβόσκοινο. Ήταν βαρύ και η επιφάνιά του άγρια και βαμμένη από προηγούμενες χρήσεις, ποτισμένο από το αίμα του σκλάβου μου.

«Πάμε στο σαλόνι να είμαστε πιο άνετα,» του είπα.

Στο σαλόνι, στον αριστερό τοίχο της πολυκατοικίας που δεν συνόρευέ με άλλο κτήριο, ο σκλάβος είχε από χρόνια τοποθετήσει γέρα στον τοίχο με μεγάλες βίδες, κρίκους στους οποίους μπορούσε να δένεται, κι έτσι να ακινητοποιείται χωρίς να ακούγονται «περίεργοι» ήχοι σε άλλα διαμερίσματα. Τον σήκωσα και τον έδεσα με την κοιλιά στον τοίχο. Σήκωσα τα χέρια του ψηλά και τα έδεσα στους κρίκους με τα σχοινιά που κρέμονταν πάντα έτοιμα για χρήση. Όταν τέλειωσα το δέσιμο και τον είχα έτοιμο, τον ρώτησα αν ήταν έτοιμος να φάει το ξύλο του. Δεν απάντησε καθόλου. Σωστή κίνηση. Ο αφέντης χέστηκε αν ο σλάβος είναι έτοιμος ή όχι να φάει ξύλο. Ο αφέντης δέρνει όποτε κι όπως γουστάρει, γιατί απλά, έτσι γουστάρει!

Σήκωσα ψηλά το βαρύ σχοινί, ζύγισα το εκπαιδευμένο πια χέρι μου και το κατέβασα με δύναμη. Τον πέτυχα στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο σκλάβος έβγαλε μια ψιλή, πνιγμένη κραυγή πόνου και απόλαυσα το θέαμα των μυών της πλάτης του να συσπώνται και τα χέρια του να πετάνε φλέβες στα μπράτσα και τους καρπούς από το σφίξιμο. Χωρίς να περιμένω επανέλαβα την κίνηση. Πάλι η ίδια αντίδραση. Μετά από καμιά εικοσαριά χτυπήματα που είχαν κοκκινίσει την πλάτη του με κόκκινες, παχιές γραμμές, είδα πως τα πόδια του τρέμανε ελαφρώς. Ο πόνος και το σφίξιμο είχαν κουράσει τους τσιτωμένους τένοντες. Ο πούτσος μου, πιο σκληρός από ποτέ, πίεζε διεγερτικά το ύφασμα του εσωρούχου και του υφασμάτινου παντελονιού μου. Συνεχίζω ξαναμμένος και πιο άγριος.

Του ρίχνω δυο ντουζίνες απανωτές, δυναμώνοντας το κάθε χτύπημα, κλιμακωτά. Το ίδιο κλιμακωτά ανεβαίνουν και οι «ψιλές» κραυγές πόνου που προσπαθεί να καταπνίξει. Με διεγείρει ο ήχος της κραυγής του, και θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να μπορούσαμε να ήμασταν σε κάποιο απόμερο μέρος όπου δεν θα χρειαζότανε να καταπιέζει τον πόνο του.

Νιώθω μία ενόχληση στο δεξί μου μπράτσο. Μάλλον το παράκανα. Σταματάω το μαστίγωμα και το μαλάζω με το αριστερό. Ο πόνος υποχωρεί κάπως. Ηρεμώ. Στρέφω το βλέμμα μου στον σκλάβο μου που τώρα έχει καταρρεύσει. Τα πόδια του, ανίκανα να τον κρατήσουν έχουν παραλύσει και κρέμονται νεκρά. Τα χέρια του, τεντωμένα από το βάρος το σώματος που κρέμεται αποκλειστικά και μόνο από αυτά. Όλο του το σώμα συσπάται άρρυθμα. Στην ησυχία που έρχεται μετά το σταμάτημα των χτυπημάτων ακούω τους πνιγμένους λυγμούς που βαίνουν από το λαρύγγι του σκλάβου μου. Καύλα!

Ήρθε η ώρα. Θα του γαμήσω το λαρύγγι! Θα του ξεσκίσω το στόμα! Θα του τον καρφώσω τόσο άγρια που θα βγει από το πίσω μέρος του λαιμού του. Πετάω κάτω το σχοινί και του λύνω με άτσαλες κινήσεις τα δεσμά. Με το που λύνω τον τελευταίο κόμπο, το σώμα του γλιστράει στο πάτωμα, σαν να είναι ένα κομμάτι ύφασμα που πέφτει.

Τον αρπάζω από τα κατάμαυρά του μαλλιά και σηκώνω το κεφάλι του ψηλά. Βγάζει μια κραυγή πόνου, πιο μπάσα αυτή την φορά. Βοηθάει με τους μύες της πλάτης και ανασηκώνεται κάπως. Πιέζω το πρόσωπό του πάνω στον καβάλο μου.

«Αυτό δεν ήθελες; Παλιόπουστρα; Λέγε! Αυτό δεν ήθελες; Ε;» Ψιθυρίζει ένα αδύναμο «μάλιστα». Τα παίρνω! «Δεν άκουσα; Δεν άκουσα λέω! Δεν βλέπω και πολύ ενθουσιασμό! Τι έγινε; Μήπως δεν σου κάνω; Κουράστηκες; Θέλεις να φωνάξω την μανούλα να σου κάνει μάκια-μάκια να περάσει;!» Σε κάθε πρόταση η φωνή μου ανεβαίνει κλίμακες. Πραγματικά τα έχω πάρει. Έχω φτιαχτεί γαμώ το μου! Το μασάζ, το ξύλο, η καύλα! Θέλω να χύσω τώρα! Τώρα που να πάρει! Αλλιώς, μα τον Θεό, θα τον σκοτώσω στ’ αλήθεια!

«Λέγε μωρή παλιόπουστρα», του φωνάζω, «Δεν θέλεις πούτσο; Αρνείσαι να δεχτείς την αμοιβή που προσφέρει ο αφέντης σου; Μίλα!»
«Όχι αφέντη,» αποκρίνεται με επιτηδευμένα πιο δυνατή φωνή. «Δεν θα αρνιόμουνα ποτέ την ευλογία του σπέρματός σας κύριε! Είμαι δούλος σας κύριε και ζω για να σας υπηρετώ».
«Τότε μάζεψε τον γαμημένο εαυτό σου και έλα να μου τον γλύψεις καριόλη!»

Με μερικά βήματα φτάνω στον καναπέ και θρονιάζομαι επάνω του, με την λεκάνη μου να είναι σχεδόν στον αέρα, και ανοίγω τα σκέλια μου όσο μπορώ. Το δαρμένο, και ελαφρός ματωμένο, σκλαβάκι μου, έρχεται σερνάμενο στα τέσσερα με την αλυσίδα του κολάρου του να βγάζει έναν γλυκό μεταλλικό ήχο. Φτάνει. Παίρνει θέση ανάμεσα στα σκέλια μου. Δεν τολμάει να στρέψει το βλέμμα του αρκετά ψηλά για να αντικρίσει τα μάτια μου, αλλά σιωπηλά εκλιπαρεί για την εντολή μου. Τρέμει. Μερικοί μύες του συσπώνται ακόμη. Γαληνεύω. Γίνομαι πιο τρυφερός. Απλώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω τα μαλλιά. Έχει όμορφα, απαλά μαλλιά. «Όλος δικός σου,» του λέω σχεδόν ψιθυριστά.

Απλώνει τα τρεμάμενα χέρια του. Χαϊδεύει το αντίσκηνο που υπάρχει κάτω από την μέση μου. Το πιέζει απαλά, πιο δυνατά, πιο δυνατά. Το μαλάζει και το χαϊδεύει.

Ο γλυκέ Θεέ! Αν οι χαρές του πούτσου είναι αμαρτία, δέχομαι την μεταθανάτια τιμωρία. Είμαι σχεδόν έτοιμος να αλλάξω θέσεις με το δουλικό μου. Είμαι έτοιμος, εγώ, να τον παρακαλέσω να τελειώνει. Δεν κρατιέμαι!

Σχεδόν δύο χρόνια σχέσης όμως, λειτουργούν καταλυτικά και για τους δυο μας. Από την μία κρατιέμαι και δεν βγάζω άχνα, κι από την άλλη, αυτός, ξεκουμπώνει με επιδέξιες κινήσεις τα κουμπιά και λύνει την και την ζώνη. Ο πούτσος μου, βρίσκοντας τώρα ως μόνο εμπόδιο το ύφασμα από το λευκό μου μποξεράκι, ανασηκώνεται αρκετά εκατοστά. Τώρα δεν έχω πια αντίσκηνο, αλλά ολόκληρη σκηνή από μεγάλο τσίρκο. Τεράστιο και πανύψηλο.

Σκύβει και ακουμπάει τα χείλη του πάνω στο ύφασμα. Δίνει ένα ζεστό φιλί. Συνεχίζει προς τα κάτω με τα χείλη να νοτίζουν το ύφασμα. Ξανανεβαίνει. Ξανά φιλί. Πιέζει το πρόσωπό του πάνω την ζεστή σάρκα που κρύβεται κάτω από ένα λεπτό κομμάτι υφάσματος. Η πλάτη του τρέμει. Αλλά είναι ένα τρέμουλο διαφορετικό. Έχει ρίγος. Ρίγος που προκαλείται από την καύλα. Τον έχω ξαναδεί να αντιδράει έτσι. Ξέρω πως και ο ίδιος κρατιέται. Προσπαθεί να επιτείνει την καύλα μου, την καύλα του αφέντη του. Ακόμη και αυτή την στιγμή που έχει το ελεύθερο, ενεργεί ως σωστός, αληθινός σκλάβος. Βάζει πάνω απ’ όλα την ηδονή, την καύλα του αφέντη του. Η καρδιά μου έχει μαλακώσει πέρα από το επιτρεπτό. Τελευταία στιγμή σταματάω το χέρι μου που πάει για άλλη μια φορά να του χαϊδέψει τα απαλά, κατάμαυρα μαλλιά.

Πλέον δεν φιλάει, αλλά εκτελεί μία επιδέξια χορογραφία πάνω στο σώμα που καυλωμένου πούτσου μου. Επιδέξια φιλάκια εδώ κι εκεί, γλειψίματα, τριψίματα, πιέσεις σε διάφορα σημεία. Νιώθω ένα δάκρυ να φεύγει από το ένα μου μάτι. Δεν είναι αδυναμία, είναι έκσταση πριν από την έκσταση. Με γνωρίζει πια υπερβολικά καλά το μπάσταρδο, σκέφτομαι.

Τελικά, απλώνει το λυτρωτικό του χέρι και, με μία απαλή κίνηση, γραπώνει το φαρδύ λάστιχο της μέσης και τραβάει το εσώρουχο προς τα κάτω. Το λάστιχο περνάει κάτω από τον πούτσο ο οποίος γραπώνει το ύφασμα. Δεν πτοείται. Δεν κάνει καμία κίνηση να διευκολύνει την απογύμνωση του ανδρισμού μου. Ξέρει πόσο μου αρέσει αυτή η λεπτομέρεια στην χορογραφία του. Βάζει παραπάνω δύναμη η οποία συσσωρεύεται στο παχύ και σκληρό κομμάτι κρέατος που έχω από παιδί ανάμεσα στα σκέλια μου, ώσπου, με ένα απότομο τίναγμα, αυτό κατεβαίνει κάτω, δημιουργεί την κατάλληλη γωνία και το λάστιχο απελευθερώνεται από το σάρκινο γάντζο. Το ύφασμα κατεβαίνει απότομα, και ο πούτσος μου πετάγεται σαν έλασμα ψηλά στον αέρα. Το μάτι του σκλάβου μου γυαλίζει απόκοσμα.

Το μεγάλο, ευλογημένο από τον δημιουργό, πέος μου, στέκει πανύψηλο με τους περήφανους είκοσι δύο πόντους του, και το αφύσικο φάρδος στην βάση του. Ο πουτσοκέφαλός μου, εντελώς απογυμνωμένος από την βάλανο, γυαλίζει από τα φυσικά λιπαντικά που βγάζουν οι αμέτρητοι, αφανείς στο γυμνό μάτι, πόρους του δέρματος του, σαν κόσμημα. Οπάλιο.

Απλώνει το χέρι του και κλείνει τα δάχτυλά του γύρω από τον κορμό του πούτσου και του κουνάει πάνω κάτω. Συσπώμαι και κλείνω σφιχτά τα μάτια. Δεν πρέπει. Δεν πρέπει να χύσω πριν τον βάλει στο στόμα του. Δεν πρέπει! Προσπαθώ να κρατηθώ ανακαλώντας στην μνήμη μου άσχετες εικόνες. Πετυχαίνει κάπως. Νιώθω τον πουτσοκέφαλο να υγραίνεται απότομα και να ζεσταίνεται ταυτοχρόνως. Στο μυαλό μου συντελείται ένα μικροκοσμικό Μπίγκ-μπάνγ. Μια έκρηξη εξαφανίζει τα πάντα και χάνομαι στο σκοτάδι.

Μέσα-έξω. Γλυκιά θερμότητα, απότομο ξεπάγιασμα. Ξανά: Μέσα-έξω, θερμό-κρύο. Ξανά, ξανά, ξανά, ξανά... Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την μπάλα από το μαύρο του μαλλί να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά με συνοδεία υγρών ήχων που δραπετεύουν από το στόμα του. Δίνει ρέστα! Είναι, χωρίς αμφιβολία, για μένα, ο καλύτερος πουτσογλείφτης στην μέχρι τώρα ζωή μου. Ζει για να γλύφει καυλιά. Όχι ό,τι να ’ναι, αλλά το δικό μου καυλί!

Δεν είναι μονότονος και βαρετός. Κάνει κόλπα: Το βγάζει τελείως έξω από το στόμα του, και μουσκεμένο όπως είναι το φυσάει απαλά. Παγώνει! Και απότομα ανοίγει διάπλατα το στόμα του και το κατεβάζει με δύναμη και ταχύτητα εξαφανίζοντας τουλάχιστον το μισό μέσα του, χτυπώντας πάτο στο λαρύγγι του. Κατεβάζει το σώμα του, σχηματίζει ευθεία με τον λαιμό, ανοίγει δίοδο στον φάρυγγα και πιέζει. Ακόμη λίγα εκατοστά από τον πούτσο μου καταφέρνουν να εξαφανιστούν μέσα στο ορθάνοιχτο στόμα του. Πνίγεται. Συσπάται ολόκληρος. Κλείνει τα μάτια από τα οποία μερικά δάκρυα δραπετεύουν κι επιμένει. Πιέζει πιο δυνατά. Ξαφνικά γλιστράει προς τα μπρος. Η δίοδος άνοιξε και όλο το πέος μου χάνεται μέσα του. Καύλα!

Κοντεύω να τρελαθώ. Βογκάω και αρχίζω να κάνω μικρές, αλλά απότομες συσπάσεις. Σηκώνω τα μπράτσα μου και με τα χέρια μου γραπώνω άγρια και δυνατά τα μαλλιά μου και τα τραβάω. Σφίγγω τα δόντια μου και τεντώνω τον λαιμό μου. Χτυπιέμαι από ηδονή. Το καταλαβαίνει.

Τραβιέται και το βγάζει πάλι όλο έξω. Σκύβει και βουτάει τα βαριά, γεμάτα ζεστό ψωλόχυμα, αρχίδια μου μέσα στο στόμα του και τα μαλάζει με την γλώσσα του. Επιτείνει την αγωνία μου.

Τινάζω το χέρι μου και του γραπώνω τα μαλλιά. Τραβάω το κεφάλι του προς τα πίσω και του σκάω δυο γρήγορα χαστούκια στο κάθε μάγουλο. Χωρίς να περιμένω αντίδραση του πιέζω πάλι το κεφάλι προς τα κάτω. Βλέπω, έστω από τα πλάγια, το χαμόγελό του. Είναι στο στοιχείο του, και είναι πανευτυχής.

Συνεχίζει το έργο του. Τα δευτερόλεπτα περνούν και γίνονται λεπτά. Δεν ξέρω πόσα: δύο, πέντε, δέκα; Ιδέα δεν έχω, και χέστηκα! Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν ανέβει. Βαριανασαίνω και βγάζω βαθύ λαρυγγισμούς. Έχει βάλει το μοτέρ στο φουλ και δίνει ρέστα! Αυτό ήταν. Το νιώθω. Έρχεται.

Η φωνή μου γίνεται αφύσικα ψιλή και κοφτή. Συσπώμαι και τρέμω ολόκληρος. Αυτόματα απλώνω το χέρι μου και καρφώνω το κεφάλι του πάνω στον πούτσο μου που με γαργαλάει ευχάριστα. Δεν χρειάζεται βέβαια γιατί αυτός από μόνος του πιέζει πιο δυνατά τον λαρύγγι του πάνω στον καυτό και πρησμένο πουτσοκέφαλο.

«Χύνωωωω...» καταφέρνω να ψελλίσω καθώς νιώθω τον πίδακα της λευκής λάβας να διασχίζει με ταχύτητα φωτός την μικρή τρυπούλα της ουρήθρας μου, για να χαθεί σε μία άλλη, μαύρη τρυπά, που αχόρταγα καταπίνει την υγρή λευκότητα. Σπέρματα, γαλαξίες ολόκληροι χάνονται για πάντα μέσα στην τρύπα που οδηγεί στα εσώψυχα του σκλάβου μου. Συσπώμαι ξανά. Δεύτερη ριπή. Ανασαίνω. Ξανά. Τρίτη ριπή. Τέταρτη! Βογκάω! Πέμπτη, έκτη! Ανασαίνω. Ακολουθούν μερικοί ακόμη, όχι τόσο έντονοι, σπασμοί. Το στήθος μου κατεβαίνει καθώς εκπνέω μια μεγάλη ποσότητα αέρα από τα πνευμόνια μου. Έχω τα μάτια μου κλειστά, και στην κυριολεξία, βλέπω αστεράκια. Εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, αστεράκια να αναβοσβήνουνε. Επιτέλους. Καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου που πλημμυρίζουν από φως.

Ακούω υγρούς ήχους. Στρέφω τα μάτια μου προς τα κάτω. Ο αχόρταγος σκλάβος μου ρουφάει με δύναμη το μεγάλο κομμάτι ζεστού κρέατος, που σιγά-σιγά χάνει την σκληράδα του. Προσπαθεί απεγνωσμένα να παρατείνει την ζωή της στύσης μου. Με την γλώσσα του να μαζεύει επιδέξια τις τελευταίες σταγόνες λευκής απόλαυσης που στάζουν από την λεπτή σχισμή της ουρήθρας μου, και με γλυκά, απαλά φιλιά που δίνει στον πουτσοκέφαλο, απολαμβάνει τα τελευταία δευτερόλεπτα της αμοιβής του.

Χαλαρώνω τους μύες και το σώμα μου βουλιάζει προς τα πίσω. Τα πόδια μου λύνονται και γλιστράω ελαφρός προς τα κάτω. Τα χέρια του σκλάβου μου σταματάνε την κάθοδο πιέζοντας μου τα γόνατα. Με απαλές κινήσεις και μαλάξεις της γλώσσας του, καθαρίζει το πέος μου από τυχών υπολείμματα σπέρματος. Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Χαλαρώνω... Μετά από λίγα λεπτά που φάνηκαν σαν αιώνες, ένοιωσα την ζωτική μου δύναμη να επιτρέψει στο σώμα μου. Σφίχτηκα και έσυρα τον εαυτό μου πίσω στον καναπέ, φέρνοντας το ταυτόχρονα σε καθιστική στάση. Ο σκλάβος μου καθόταν οκλαδόν ανάμεσα στα σκέλια μου, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στον, κοιμούμενο τώρα πια, γίγαντα που ο Θεός προίκισε ανάμεσα στα σκέλια μου. Άπλωσα το χέρι μου και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Δέχτηκε το χάδι με χαρά αυτή την φορά, νιώθοντας μέχρι τα βάθη της ψυχής του την ικανοποίηση της γνώσης πως πραγματικά άξιζε το χάδι και την επιβράβευση. Είδα το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη του.

«Έτσι μπράβο!» του είπα με βαριά φωνή. «Είσαι ένας πολύ καλός σκλάβος. Ένας πραγματικός σκλάβος που κάθε αφέντης θα ήταν περήφανος να έχει». Το χαμόγελό του μεγάλωσε.

Όταν ένοιωσα πως είχα συνέλθει πλήρως, ανήγγειλα την απόφαση για την αναχώρησή μου. Το δουλικό αμέσως άρχισε τις διεργασίες. Σήκωσε το εσώρουχο μου τοποθετώντας τον πούτσο μου, με φανερή αγάπη, στην σωστή του θέση. Κατόπιν με έντυσε φορώντας μου τα ρούχα ένα-ένα, και τέλος, αφού μου φόρεσε και το πουκάμισο, και σηκώθηκα όρθιος για να τον διευκολύνω, έδεσε την ζώνη μου και κούμπωσε το παντελόνι.

Σήκωσα το χέρι μου για να δω την ώρα στο ρολόι. Όλα πήγαιναν... ρολόι. Στην ώρα την σωστή που έπρεπε να τελειώσει.

«Λοιπόν,» απηύθυνα τον λόγο στον σκλάβο μου, «σήμερα ήσουν πολύ καλός. Πραγματικά δεν μπορούσα να ελπίζω σε τίποτα καλύτερο από αυτό που πρόσφερες σήμερα. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να φύγω. Να ξέρεις πως ο Αφέντης σου είναι περήφανος για σένα και θα σε σκέφτεται συχνά τις επόμενες μέρες. Θέλω να είσαι καλό παιδί και να είσαι φρόνιμο για όσο θα λείπω. Κατάλαβες σκλάβε; Μίλα».
«Μάλιστα αφέντη,» αποκρίθηκε με χαμηλωμένο βλέμμα.

Περπάτησα ως την πόρτα με τον σκλάβο να με ακολουθεί στα τέσσερα. Γύρισα και τον κοίταξα. Του είπα να τεντώσει το κεφάλι του. Με κλειστά μάτια έκανε όπως τον διέταξα κι έλυσα το κολάρο του. Ήτανε ελεύθερος πια.

Έμεινα για λίγο να κοιτάζω το πρόσωπό του με αδικαιολόγητη αγάπη. Αυτό το πλασματάκι μου προσέφερε πολύ χαρά στην ζωή. Ήθελα να του χαϊδέψω τα μαλλιά, να του πω πόσο καλός είναι, και πόσο τυχερός ήμουν που τον βρήκα και τον έκανα δικό μου. Αλλά... Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Ο μικρός ήταν αυτό που ήτανε: ένα υποτακτικής ψυχολογίας αδέσποτο. Φτιαγμένο να υπακούει και να εκτελεί εντολές. Δεν ήταν ένα μικρό κουτάβι που ήθελε χάδια και παιχνίδια.

Άπλωσα το χέρι και του χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Είδα το χαμόγελό του να εξαφανίζεται στιγμιαία. Το περίμενα. Στιγμιαία κι εγώ γραπώνω μια μεγάλη τούφα από τα μαλλιά του, και με το άλλο χέρι του αστράφτω απότομα πολλά μαζεμένα χαστούκια σε κάθε μάγουλο. Κατόπιν, με ένα τίναγμα, τον πετάω προς τα πίσω για να σκάσει φαρδύς-πλατύς ανάσκελα στο πάτωμα.

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω χωρίς να πω άλλη λέξη. Γυρνάω και ρίχνω μία τελευταία γρήγορη ματιά καθώς κλείνω την πόρτα. Προλαβαίνω και βλέπω τον σκλάβο να έχει γραπώσει το πέος του και να αυνανίζεται σε ξέτρελους ρυθμούς.

Μπαίνω στο ασανσέρ. Καθώς κατεβαίνω κάτω εξετάζομαι προσεχτικά στον καθρέφτη για τυχών «προδοτικά» σημάδια. Τίποτα. Καθαρός. Σκέφτομαι τον μικρό και σκάω ένα χαμόγελο στον εαυτό μου. Πρωτοχρονιά αύριο, σκέφτομαι. Βγάζω το κινητό και στέλνω μήνυμα στην γυναίκα μου να ζεστάνει το φαγητό γιατί σχόλασα και σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.

Το βράδυ, κάνω έρωτα στην γυναίκα μου. Έτσι, για το καλό του χρόνου. Έχω όμως τα μάτια μου κλειστά. Μόνο που πίσω από τα κλειστά μου μάτια, βλέπω το σώμα του πιστού και καλού μου σκλάβου...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

2. Ο Κουνιάδος


Ο κύριος καθόταν από πάνω μου και με κοιτούσε απαξιωτικά. Για άλλη μια φορά είχα κάνει το ίδιο λάθος, και απ’ ό,τι φαινόταν, αυτή την φορά δεν θα ήταν το ίδιο επιεικής μαζί μου.

«Άχρηστο καθίκι», φώναξε ξαφνικά, και σήκωσε την ζώνη του για να με χτυπήσει.

Η ζώνη έσκασε με ορμή πάνω στο σώμα μου, προκαλώντας μου δυνατό πόνο, τόσο οξύ που τσίριξα. Προτού προλάβω να συνέλθω, ακολούθησε δεύτερο χτύπημα που αυτή την φορά με πέτυχε σχεδόν στο πρόσωπο. Ενστικτωδώς σήκωσα τα χέρια μου για να το προστατεύσω ενώ ταυτόχρονα παρακάλεσα για έλεος.

«Συγγνώμη», κλαψούρισα. «Δε θα το ξανακάνω. Τ’ ορκίζομαι».
«Γαμώ το στανιό σου μαλακισμένο! Μόλις τό ’κανες ξανά!» είπε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. Άλλο ένα χτύπημα με βρήκε στο σώμα. «Ρε! Ίσα κι όμοια είμαστε βρε ξεφτιλισμένε;! Πότε θα καταλάβεις την θέση σου σιχαμερό υποκείμενο;»
«Συγγνώμη, κύριε!» φώναξα προσπαθώντας να διορθώσω το λάθος μου. «Έλεος κύριε, έλεος!»
«Έτσι μπράβο! Πού θα πάει; Σαν τα ζώα κι εσύ, θα μάθεις...»

Σήκωσε το χέρι που κρατούσε την άκρη της ζώνης του ψηλά στο αέρα και το κατέβασε με όλη του την δύναμη. Ο πόνος ήταν πέραν του ορίου μου κι ένοιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται από τα πρώτα δάκρυα.

«Λοιπόν. Για να σιγουρευτούμε πως έμαθες το μάθημά σου, θα φάς μια ντουζίνα στην πλάτη. Θα τις μετράς και κάθε φορά θα λές ευχαριστώ...»
«Κύριε!»
«Ακριβώς! "Ευχαριστώ, κύριε!" Να το θυμάσαι αυτό παλιομαλακισμένο!»

Γύρισα κι έκατσα στα τέσσερα με την γυμνή μου πλάτη εκτεθειμένη στην τιμωρία του κυρίου μου. Δευτερόλεπτα μετά έσκασε το πρώτο χτύπημα.

«Μία κύριε. Ευχαριστώ κύριε», είπα σφίγγοντας τα δόντια μου. Ακολούθησε το δεύτερο χτύπημα: «Δύο κύριε. Ευχαριστώ κύριε». Όταν είπα και το τελευταίο: «Δώδεκα κύριε. Ευχαριστώ κύριε», η πλάτη μου έκαιγε σαν να την είχαν βάλει φωτιά, ενώ μερικές κόκκινες σταγόνες που ένοιωσα να κυλάνε στο πλάι με διαβεβαίωσαν πως αύριο θα πονούσα τρομερά.

Ο κύριος έκανε δυό βήματα πίσω κι έσκασε στον καναπέ όπου καθότανε πριν τον νευριάσω κι αρχίσει να με τιμωρεί —όπως μου άξιζε να τιμωρηθώ. Πήρε μερικές αναπνοές πριν μιλήσει:

«Βλέπεις τί μ’ αναγκάζεις να κάνω; Ε; Πές μου: ήταν απαραίτητο όλ’ αυτό τώρα; Ε; Όλα αυτά για να μάθεις να λές μία γαμημένη λέξη; Μία τόσο απλή γαμημένη λέξη; Μίλα».
«Συγγνώμη κύριε», απάντησα. «Ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο κύριε. Είμαι ένας ηλίθιος κύριε».
«Μήπως ξέχασες κάτι τελευταίο;»
«Συγγνώμη κύριε. Σας ευχαριστώ για την υπομονή που δείχνετε απέναντι σ’ ένα ανάξιο σκουπίδι σαν εμένα κύριε. Σας είμαι αιώνια ευγνώμον κύριε», συμπλήρωσα αμέσως.
«Έτσι μπράβο. Ίσως να υπάρχει ελπίδα για σένα τελικά. Έλα, ας συνεχίσουμε από εκεί όπου είχαμε μείνει».

Έτσι όπως ήμουνα στα τέσσερα, σύρθηκα μπροστά στα ανοιχτά σκέλια του κυρίου μου κι έσκυψα να του φιλήσω τα πόδια.

«Έτσι μπράβο, καλό σκλαβάκι», είπε με πιο ήρεμη φωνή, κι αφέθηκε στις υπηρεσίες της γλώσσας μου που ευλαβικά του έγλυφε τα πόδια.

Μετά από κάνα δεκάλεπτο, ο κύριος μου άρπαξε τα μαλλιά και με ανάγκασε να σηκώσω το κεφάλι μου. Προσπάθησα να κρατήσω το βλέμμα μου χαμηλά, ώστε να μην αντικρίσω το δικό του, αυτό θα ήτανε μεγάλο λάθος. Δεν είχα το δικαίωμα να κοιτάζω το κύριό μου στα μάτια. Όπως σωστά λέει κι ο ίδιος: "ίσα και όμοια είμαστε;" Φάνηκε να ικανοποιείτε από την προσπάθειά μου να μην εστιάσω στο βλέμμα του.

«Ίσως τελικά, κάτι να έμαθες, έ;» είπε.
«Προσπαθώ, κύριε».
«Έτσι μπράβο, κάνουμε προόδους. Για σήκω όρθιος να σε δούμε». Υπάκουσα και σηκώθηκα όρθιος. «Μπα-μπά; Τί έχουμ’ εδώ;» είπε ο κύριος με χλευαστικό τόνο στην φωνή του. «Φαίνεται πως σου αρέσει το ξυλίκι έ; Παλιοπουστράκι; Βλέπω το βρακί σου έχει γίνει τέντα».

Πράγματι, το πέος μου ήταν σκληρό σαν πέτρα και πιεζότανε από το ύφασμα του σλίπ που φορούσα.

«Δεν είναι λίγο παράλογο εγώ ν’ ασχολούμαι με την πούτσα σου, αντί εσύ ν’ ασχολείσαι με την δική μου; Απάντησε!»
«Μάλιστα κύριε. Έχετε δίκιο κύριε. Με την άδειά σας να σας υπηρετήσω όπως θέλετε κύριε», απάντησα υποτακτικά.
«Θα το ’θελες πολύ αυτό πουστράκι, έ; Αλλά όχι, δεν έχεις κερδίσει ακόμη αυτό το προνόμιο ώστε να μου την γλύψεις. Στο κάτω-κάτω, τέτοια πούτσα, δεν γίνεται να την χαραμίζω στο κάθε σκουπίδι που βρίσκω μπροστά μου. Έ; Έχω άδικο; Μίλα!»
«Ναι, κύριε. Θα το ήθελα πάρα πολύ κύριε. Αλλά αν δεν μου αξίζει, να μην μου επιτρέψετε να σας γλύψω κύριε».
«Καλώς. Βλέπω πως μαθαίνεις, αργά μεν, αλλά μαθαίνεις. Σήκω!»

Ο κύριος σηκώθηκε όρθιος και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ήξερα τι με περίμενε, κι έτσι δεν μου προκάλεσε έκπληξη η διαταγή του να κάτσω στο κέντρο του δωματίου, πάνω στα γυμνά πλακάκια.

«Εύχομαι, για το δικό σου το καλό να διψάς, γιατί αλλιώς ξέρεις τι σε περιμένει».

Με μία απότομη κίνηση κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του κι αμέσως μετά τράβηξε από το άνοιγμα του εσωρούχου το πέος του. Στην θέα του και μόνο ένοιωσα ρίγος. Εκεί, μπροστά μου είχα το αντικείμενο του πόθου μου. Τον μεγάλο και χοντρό πούτσο του κυρίου μου. Το πόσο πολύ ήθελα να το βάλω μέσα στο στόμα μου, μόνο εγώ μπορούσα να το γνωρίζω. Αλλά όχι, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να λάβω το υπέροχο πέος του.

«Κανέ: αααα...» είπε ο κύριος καθώς με σημάδευε με το πέος του.

Δευτερόλεπτα μετά ένοιωσα το ζεστό του κάτουρο να με χτυπάει, στο στήθος στην αρχή και μετά να αναβαίνει. Στόχος ήταν το ορθάνοιχτο στόμα μου, κι ήλπιζα να το πετύχει σύντομα, γιατί ό,τι χυνότανε έξω και κατέληγε στο πάτωμα, θα έπρεπε μετά να σκύψω και να το γλύψω.

Ένοιωσα το ζεστό υγρό να πετυχαίνει το στόμα μου και την αλμυρή γεύση των ούρων του στην γλώσσα μου. Υπό την συνοδεία του γέλιου του κυρίου μου, κατάπινα όση περισσότερη ποσότητα ούρων κατέληγε στο στόμα μου, ενώ το υπόλοιπο το ένιωθα να κυλάει από πηγούνι μου, να πέφτει στο στήθος μου, και να τρέχει μέχρι κάτω μουσκεύοντας το σλίπ μου. Απότομα όπως άρχισε, έτσι και τελείωσε. Ο κύριος τίναξε το πέος του και το εξαφάνισε πάλι πίσω από το ύφασμα του παντελονιού του.

«Δεν τα πήγες κι άσχημα», είπε, «αλλά κοίτα χάλι. Το καλό που σου θέλω να το κάνεις λαμπίκο το πάτωμα. Εδώ δες! Παντού κάτουρα! Αν είναι δυνατόν... Ξεκίνα! Τί περιμένεις;»

Έπεσα στα τέσσερα κι άρχισα με την γλώσσα μου να γλύφω το πάτωμα. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, κατάφερα μετά από λίγα λεπτά να έχω καθαρίσει εντελώς. Ο κύριος φάνηκε ευχαριστημένος.

«Πολύ ωραία. Και τώρα βάλε κι ένα πλυντήριο τα ρούχα πού ’ναι στο καλάθι, κι έλα πάλι μέσα. Α! Και μην τολμήσεις να σκουπιστείς! Το καλό που σου θέλω».
«Μάλιστα, κύριε», απάντησα, και έκατσα να εκτελέσω τις εντολές του.

Όταν μπήκα ξανά στο σαλόνι, ο κύριος είχε γδυθεί και καθότανε στον καναπέ με τα πόδια ορθάνοιχτα και το μεγαλοπρεπές του όργανο να κρέμεται περήφανα ανάμεσα από τα σκέλια του. Μου έκανε νόημα με το δάχτυλο του να πλησιάσω. Μόλις έφτασα στα δυό μέτρα, έκατσα στα γόνατα όπως είθισται να κάθομαι μπροστά στον κύριό μου και περίμενα να με διατάξει.

«Έλα να μου τον γλύψεις», είπε ξερά. Πλησίασα σερνάμενος ανάμεσα στα σκέλια του κυρίου μου κι ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Επιτέλους βρισκόμουνα μπροστά στο μεγαλοπρεπές του πέος. Έσκυψα και μύρισα το μεθυστικό άρωμά του. Η στύση μου κόντευε να τρυπήσει το σλίπ. «Πάρτοοο...» είπε ναζιάρικα.

Άνοιξα το στόμα μου και χωρίς να το ακουμπήσω με τα χέρια το πήρα μέσα μου. Ήτανε ζεστό, ζεστό και απαλό στην γλώσσα, σαν μεταξένιο. Άρχισα να λικνίζομαι με τρόπο ώστε το πέος του, που σκλήραινε κάθε δευτερόλεπτο όλο και πιο πολύ, να μπαινοβγαίνει στο στόμα μου. Σύντομα έφτασε το πλήρες μέγεθός του που ήτανε είκοσι ολόκληρα εκατοστά, ενώ το πάχος του ήτανε σαν να έβαζα στο στόμα μου ένα μπουκάλι αναψυκτικού.

Οι φλέβες του πούτσου του, πρησμένες και διογκωμένες, έστελναν το ζεστό αίμα στο «τέρας» του που τώρα μου γαμούσε το λαρύγγι. Αν υπήρχε κάτι για το οποίο καμάρωνα, ήτανε η ικανότητά μου στο βαθύ λαρύγγι. Μπορούσα άνετα να χώνω πράγματα στον ουρανίσκο μου χωρίς ν’ αναγουλιάζω και να κάνω εμετό. Το μόνο που ήθελα είναι κάθε τόσο και λιγάκι να τραβιέται για να παίρνω μια ανάσα.

«Ω, ναι! Ναι! Έτσι παλιοκαριόλι! Έτσι! Πάρ’ τ’ όλο μέσα!» φώναζε ο κύριος κυριευμένος από καύλα. «Θα στο ξεσκίσω ’γω αυτό το στοματάκι! Θα σε πνίξω με τα χύσια μου!»

Δεν άργησε πολύ να εκπληρωθεί η προφητεία του, καθώς με ένα απότομο τίναγμα της λεκάνης, κάρφωσε τον πούτσο του στα βάθη του λάρυγγά μου, κι ενώ γράπωσε με το χέρι το κεφάλι μου ώστε να μην μπορέσω να κάνω πίσω, άρχισε να χύνει το ψωλόχυμά του μέσα μου.

Το ζεστό και πηχτό υγρό χτύπησε στα βάθη του οισοφάγου, προκαλώντας μου αίσθηση όπως αυτή που έχει κανείς όταν προσπαθεί να ξεφορτωθεί κάποιο φλέμα. Μαθημένος όμως όπως ήμουνα, σύντομα κατάφερα να στείλω τα ζουμιά του κυρίου μου μέσα στο στομάχι μου.

Κατάπια όλη την ποσότητα με την οποία με ευλόγησε και συνέχισα να πιπιλίζω τον πούτσο του προσπαθώντας να τον στραγγίσω από κάθε σταγόνα σπέρματος που μπορεί να είχε απομείνει, συνοδευόμενος από τα αγκομαχητά του κυρίου.

Τραβήχτηκε αργά από μέσα μου, αφήνοντάς με μ’ ένα τρομερό αίσθημα κενότητας. Με δυσκολία κατάφερα να συγκρατήσω την ορμή μου να πεταχτώ μπροστά και να το ξαναβάλω στο στόμα μου, η τιμωρία θα ήτανε αβάσταχτα σκληρή.

Χαστούκισε απαλά μερικές φορές το μάγουλό μου με το χέρι του και είπε: «Μπράβο. Καλό πουστράκι. Ξέρεις πώς να τσιμπουκόνεις έναν μεγάλο πούτσο. Μπορεί να μην είσαι τελείως στο να με υπηρετείς, αλλά θα σ’ εκπαιδεύσω, και μια μέρα θα γίνεις τέλειο σκλαβάκι. Ε; Τί λες; Μίλα».
«Όπως ορίζετε κύριε. Είναι τιμή μου να σας υπηρετώ».
«Μπράβο. Έτσι σε θέλω», είπε. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε την ώρα στο ρολόι. «Πέρασε η ώρα. Άντε, καιρός να του δίνεις, Αλλιώς θ’ αργήσεις στο σπίτι κι η αδερφή μου θα τα πάρει στο κρανίο».

Σηκώθηκα και ντύθηκα με γοργές κινήσεις. Είχε δίκιο, η ώρα είχε περάσει γρήγορα. Κατευθύνθηκα προς την πόρτα όπου στεκόταν ήδη και την ώρα που έπεσα στα τέσσερα να του φιλήσω μια τελευταία φορά τις πατούσες, μου είπε: «Σε κάνα δίωρο που θα έρθω για να φάμε το παστίτσιο της Μαιρούλας θα σε τσεκάρω. Το καλό που σου θέλω να μυρίζεις κάτουρο, αλλιώς... ξέρεις».

Στον δρόμο σταμάτησα το αμάξι κάπου απόμερα και βάρεσα μια μαλακία να εκτονωθώ. Έγλυψα τα χύσια από το χέρι μου για να ενωθούνε με τα δικά του μέσα μου. Παρηγορήθηκα κάπως. Μπορεί να μην τον παντρεύτηκα όπως θα ήθελα, κατάφερα όμως να τον κάνω κουνιάδο μου παίρνοντας την στραβοκάνα την αδερφή του. Ας είναι...



...έγραψε ο ταπεινός δούλος Faunlet